Η αντικειμενικότητα ως δυνάστης
Η γλώσσα, που εισβάλλει μέσα μας πολύ πριν το επιλέξουμε, συνιστά ήδη κράτος επί του ατόμου μας, κράτος που μπορεί να είναι και δυναστικό, στο βαθμό που το ίδιο δεν μετέχει της διαμόρφωσής του ή και πλήρως ακατανόητο, υπερφυσικό.
Αν το πνεύμα μπορεί να οριστεί ως η υπερατομική ανθρώπινη γνώση που φέρεται από σύμβολα, μπορούμε να πούμε πως εμπεριέχει ήδη μέσα του την αυτονόμησή του. Καθένας, όσο και σπουδαίος, είναι πολύ μικρός για να αλλάξει κάτι ουσιαστικό στο μεγάλο σύνολο του ανθρώπινου πνεύματος. Η ανθρώπινη πνευματική παραγωγή των αιώνων δεν μπορεί να ελεγχθεί από κανέναν, παρά μόνο από όλους μαζί. Αν υπάρχει έστω και ένας φορέας της, υπάρχει και αυτή, αν υπάρχουν πέντε-δέκα-πενήντα, τότε εκτός του ότι υπάρχει γίνεται και… αδέσποτη.
Ωστόσο, ακόμη και αν όλοι οι άνθρωποι μηδενός εξαιρουμένου αποφάσιζαν να στείλουν στη λήθη καθετί που έχει ειπωθεί ή γραφτεί, καθώς μαζί και όλη την εμπράγματη δημιουργία, συμπεριλαμβανομένων και των τεχνουργημάτων και των μηχανών και να πάψουν και να πληροφορούν για οτιδήποτε σχετικό τους νεότερους, αποτελώντας μια ανθρώπινη γενιά τελούσα υπό «ολική επαναφορά», τότε η γλώσσα τους και μόνο αυτή, που επίσης ανήκει σε όλους και σε κανέναν, θα παρέμενε ως το βασικό επαναστατικό βήμα για το εκ νέου πέρασμα της ανθρωπότητας προς ένα πνεύμα και πάλι αδέσποτο και ανεξέλεγκτο, πνεύμα της φύσης που και σήμερα κατά κάποιους απλώς ορίζεται ως αντικειμενική. Η γλώσσα είναι η σπερματική κατάσταση του ανθρώπινου πνεύματος. Η γλώσσα, που εισβάλλει μέσα μας πολύ πριν το επιλέξουμε, συνιστά ήδη κράτος επί του ατόμου μας, κράτος που μπορεί να είναι και δυναστικό, στο βαθμό που το ίδιο δεν μετέχει της διαμόρφωσής του ή και πλήρως ακατανόητο, υπερφυσικό.
Από την άλλη, ο συγγραφέας και ακόμη περισσότερο ο ποιητής επωμίζονται, ασυνείδητα ή όχι, ακριβώς τον κρίσιμο ρόλο να δοκιμάζουν νέα όρια για τη γλώσσα, μιλώντας από τη μια τη γνωστή σε όλους παλιά εκδοχή της και προσθέτοντας, από την άλλη, το ελάχιστο καινοφανές που εξακολουθεί να είναι και επικοινωνήσιμο προς ένα δεύτερο άτομο, όπως ακριβώς ο ζαχαροπλάστης προσθέτει στο μείγμα κόκκο-κόκκο τη ζάχαρη για να μην ξεπεράσει τα όρια μιας αηδιαστικής στη γεύση, άρα απορριπτέας, γλυκερότητας.
Οι σύγχρονες μηχανές συνομιλίας κινούνται στο μεταίχμιο. Δεν αντικαθιστούν το συγγραφέα ως προς τα παραπάνω, αλλά δεν παύουν να αποτελούν μια ποσοτική αποθέωση της υπερατομικότητας, της αντικειμενικότητας, αλλά και της κυριαρχίας του πνεύματος και δεν περιορίζονται στη θεωρία, αλλά επεξεργαζόμενες με τον ίδιο τρόπο και μη γραμματικά δεδομένα, π.χ. θερμοκρασίες ή διαβαθμίσεις του φωτός και συνδεόμενες και με εξελιγμένα ρομπότ, ήδη καταργούν τον στρατιώτη, ενώ στο οικονομικό πεδίο είναι κατά την ταπεινή μου άποψη προορισμένες να καταργήσουν κάποτε τη μισθωτή εργασία, μετατρέποντας τα άτομα σε «μικρές εταιρίες» όπου ένας θα τα κάνει όλα με εργαλεία του π.χ. είκοσι διαφορετικά «αυτοβελτιούμενα GPT», ως εργαζόμενους του μέλλοντος.
Δεν είναι ακριβώς η τεχνική η ειδοποιός διαφορά, όμως, ώστε να βιαστούμε να την κατηγορήσουμε. Κάθε πολιτισμός προβάλλει άλλωστε ως τεχνο-πολιτισμός στον αμύητο και απλώς οι απολύτως πρωτόγονοι δεν διέθεταν κάποια γλώσσα για να ανησυχήσουν μέσω αυτής από την επέλαση του πνεύματος. Ο φόβος υπάρχει ανεξάρτητα από την τεχνική. Ο πολιτισμός μπορεί, στο βαθμό που αυτονομείται από τα άτομα, να τα βλέπει περίπου όπως ένα συνειδητό άτομο βλέπει τα νευρικά κύτταρά του. «Αυτός» θα γνωρίζει, αυτά όχι. Και το ερώτημα θα είναι αν θα υπάρξει κάποια άλλη «συνείδηση» που θα «σκεφτεί» πως εκείνα τα καημένα τα ανθρώπινα άτομα, τι προφανές, δεν έχουν συνείδηση!... Μας καθησυχάζει το ότι μέχρι σήμερα δεν το έκαναν τα βιβλία μας και δεν θα μπορούσαν να το κάνουν ακόμη και συνδεόμενα μεταξύ τους σε ένα. Ο λόγος είναι ότι τα βιβλία δεν αυτοσυγγράφονται. Προς το παρόν, βεβαίως, ούτε οι μηχανές ξεκινούν να συνομιλούν με τον εαυτό τους χωρίς να τους έχει τεθεί ερώτημα.
Το πρόβλημα γίνεται πιο άμεσο, αν όχι τραγικό, όταν συλλογιστούμε, σε ένα ακραίο παράδειγμα, ότι ακριβώς την ίδια –πεπερασμένη-- ηλεκτρική ενέργεια διεκδικούν η τεχνητή νοημοσύνη και κάποιος που πεθαίνει το χειμώνα σε ένα παγκάκι από το κρύο. Έτσι, το ερώτημα της τελικής επικράτησης, εκτός του ότι μένει ανοιχτό, έχει μια ευρύτητα τέτοια που υπερβαίνει κατά πολύ τους αφορισμούς ή τις θριαμβολογίες σχετικά με τις εφαρμογές τύπου gov.
ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ
ΚΩΣΤΑΣ ΣΠΙΓΓΟΣ
Ο Κωνσταντίνος Χρ. Σπίγγος γεννήθηκε το 1971 στον Πειραιά, μεγάλωσε στο Χαϊδάρι και ζει στην Κέρκυρα. Είναι νευρολόγος, απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, ενώ ειδικεύτηκε στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Γεώργιος Γεννηματάς» και στο Ινστιτούτο Νευρολογίας του Λονδίνου. Έχει δεκάδες διεθνείς και ελληνικές επιστημονικές δημοσιεύσεις.Συμμετέχει στο καθημερινό κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι με διαλέξεις, άρθρα γνώμης και δημόσιες παρεμβάσεις. Εκτός από την παρούσα εβδομαδιαία στήλη, είναι παραγωγός του ραδιοφωνικού ενθέτου «Επισυνάψεις» στον Κύμα FM 90,3 και συγγραφέας του δοκίμιου εκλαϊκευμένης νευροεπιστήμης «Γνωστικός και ψυχικός εγκέφαλος» (ιδιοέκδοση 2014), της συλλογής έμμετρου και πεζού λόγου «Χρήζεις προστασίας» (εκδόσεις ΑΛΔΕ 2018), της συλλογής δοκιμίων φιλοσοφικού χαρακτήρα «Επισυνάψεις» (ιδιοέκδοση 2019), της ποιητικής συλλογής «Καλούπια αναπνοών» (ιδιοέκδοση 2021), της ποιητικής συλλογής «Οδηγός ισοβιτών του φθινοπώρου» (εκδόσεις Carpe Librum 2023) και του μυθιστορήματος «Εορταστικό Πρόγραμμα» (εκδόσεις Carpe Librum 2025). Επικοινωνία: [email protected]
