Τα νεογνά μας ξέρουν πολλά
Η ευφυΐα είναι ένα πραγματικό φαινόμενο, κάτι που σημαίνει ότι στηρίζεται σε φυσικές μεταβολές.
Στην επιφάνεια, είναι η ικανότητα πρόγνωσης ενός συμβάντος του μέλλοντος στον κόσμο με όσο το δυνατό λιγότερες από τις ενδείξεις τού παρόντος. Στο βάθος, όμως, η πρόγνωση αυτή πραγματοποιείται από τους φορείς γνώσης, πάνω στους οποίους ένα μέρος της πραγματικότητας ουσιαστικά αντικατοπτρίζεται. Ο «καθρέφτης» είναι προφανώς «παραμορφωτικός», αλλά ο κανόνας του είναι σταθερός και πάντως, όσο πιο «λεία» η επιφάνειά του, τόσο η γνώση θα βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια και τόσο η κάθε πρόγνωσή του θα επαληθεύεται συχνότερα από των άλλων.
Εδώ δημιουργείται ένα ζήτημα: το λιγότερο ή περισσότερο πιστό καθρέφτισμα μπορεί να είναι εξαρχάς ενσωματωμένο ήδη ως «μορφή» του καθρέφτη ή, εναλλακτικά, μπορεί να βασιστεί στην ταχύτητα με την οποία ένας άδειος –tabula rasa– καθρέφτης μπορεί να αποκτήσει την επιθυμητή μορφή από το μηδέν. Πολύς κόσμος τείνει να εξισώνει τις δύο περιπτώσεις, με βάση το κατά πόσον δυο φορείς γνώσης παρουσιάζουν τελικά τις ίδιες επιδόσεις ως προς την ακρίβεια των προγνώσεών τους. Ωστόσο, οι δύο αυτοί δρόμοι άφιξης στην ίδια γνώση (και πρόγνωση) έχουν διαφορά που είναι πολύ κρίσιμη για τα ανθρώπινα.
Ο άνθρωπος ακόμη και στην πρώτη μέρα γέννησής του είναι ένα παράδειγμα φορέα γνώσης της πρώτης κατηγορίας: τείνουμε να πιστεύουμε ότι ένα νεογέννητο δεν γνωρίζει απολύτως τίποτα για τον κόσμο, αλλά αυτό είναι λάθος, καθώς στη δομή του, με βάση το DNA από το οποίο συντίθενται οι πρωτεΐνες των κυττάρων του, έχει συσσωρευτεί μια τεράστια γνώση, αυτή του ζειν για δισεκατομμυρια χρόνια στον πλανήτη γη. Τα νεογνά είναι ήδη πολύξερα! Πιο χειροπιαστά, η γνώση κάθε νεογέννητου έχει ήδη μια μορφή κοντινή προς τη μορφή του κόσμου, τόσο κοντινή ώστε να με την συσσώρευση ελάχιστων πρόσθετων δεδομένων –που αφορούν τη διαδικασία της μάθησης κατά τη διάρκεια της παιδικής και εφηβικής ηλικίας– καταφέρνει τελικά να προβλέπει το μέλλον στον θαυμαστό βαθμό που γνωρίζουμε για τον άνθρωπο, ιδίως τον σύγχρονο. Το «tabula rasa» δεν θα ίσχυε πάντως, ακόμη και αν όλοι οι άνθρωποι θα είχαμε πανομοιότυπο DNA.
Σε αντίθεση, ένα «νευρωνικό» δίκτυο, πάνω στο οποίο θα βασιστεί ένα μοντέλο τεχνητής ευφυίας, κατά τη στιγμή της κατασκευής του διαθέτει ελάχιστη ομοιότητα προς τον κόσμο και όλα θα πρέπει να εισαχθούν σε αυτό από την αρχή. H συμβολή του «DNA» του αφορά μόνο τη δομή των μικροεπεξεργαστών του. Προφανώς, ξέρουμε ότι το αρχικό μειονέκτημα θα καλυφθεί από την ταχύτητα με την οποία θα επέλθουν επάνω του οι αλλαγές της «μάθησής» του, ώστε κάποια στιγμή να μπορεί να ξεπεράσει κατά πολύ ακόμη και τον πιο μορφωμένο άνθρωπο που έχει ζήσει ποτέ.
Επιστρέφοντας στην βραδύτερα αυξανόμενη ανθρώπινη γνώση, θα πρέπει να προσθέσουμε και μια δεύτερη κρίσιμη ιδιότητά της: η αργή αυτή αύξηση είναι μια σκυταλοδρομία ανάμεσα στην ατομική –γονιδιακή και μαθησιακή– και την πολιτισμική γνώση – γλώσσα, γραφή, θεσμοί. Βιολογία, πρώιμα ψυχοτραύματα, μίμηση, πληροφορίες, εμπειρία και πρόγνωση συναγωνίζονται μέσα σε κάθε εγκέφαλο όλα όμως μεταβάλλουν τη γνώση, με θετικό ή καμιά φορά και με αρνητικό πρόσημο. Το θεμελιώδες πάντως είναι ότι για να διατυπωθεί η θεωρία της σχετικότητας από έναν άνθρωπο ευφυή όσο ο Αϊνστάιν, όφειλε να έχει πρώτα συσσωρευτεί η πολιτισμική γνώση στη Βέρνη του 1905.
Κανένας «Αϊνστάιν» δεν θα μπορούσε να επινοήσει και πολύ περισσότερο, να πραγματοποιήσει στον ορίζοντα μιας ατομικής ζωής τα βασικά και μη πρόδηλα προαπαιτούμενα, όπως η γλώσσα (συμπεριλαμβανομένης αυτής των Μαθηματικών) ή τα πανεπιστήμια ως θεσμός της κοινωνίας του. Ο κάθε «Αϊνστάιν» παραλαμβάνει τη σκυτάλη από τον πολιτισμό στον οποίο γεννήθηκε και ο νέος πολιτισμός που διαμορφώνει κάθε θεωρία του περιέχει πλέον αναρίθμητους και όχι έναν ανθρώπους που είναι δυνατό να ξεκινούν την πανεπιστημιακή καριέρα τους με ήδη εμπεδωμενη μέσα τους την εκάστοτε θεωρία.
Μπορούμε τώρα να φανταστούμε παρόμοια στάδια αυτής της διαδοχικής συσσώρευσης ατομικής και συλλογικής γνώσης να λαμβάνουν χώρα από τότε που πρωτοεμφανίστηκε το φαινόμενο εκμάθησης της γλώσσας των προγόνων στους απογόνους. Πολύ μακριά, βεβαίως, από σήμερα…
ΦΩΤΟ@geneticeducation.co.in
ΚΩΣΤΑΣ ΣΠΙΓΓΟΣ
Ο Κωνσταντίνος Χρ. Σπίγγος γεννήθηκε το 1971 στον Πειραιά, μεγάλωσε στο Χαϊδάρι και ζει στην Κέρκυρα. Είναι νευρολόγος, απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, ενώ ειδικεύτηκε στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Γεώργιος Γεννηματάς» και στο Ινστιτούτο Νευρολογίας του Λονδίνου. Έχει δεκάδες διεθνείς και ελληνικές επιστημονικές δημοσιεύσεις.Συμμετέχει στο καθημερινό κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι με διαλέξεις, άρθρα γνώμης και δημόσιες παρεμβάσεις. Εκτός από την παρούσα εβδομαδιαία στήλη, είναι παραγωγός του ραδιοφωνικού ενθέτου «Επισυνάψεις» στον Κύμα FM 90,3 και συγγραφέας του δοκίμιου εκλαϊκευμένης νευροεπιστήμης «Γνωστικός και ψυχικός εγκέφαλος» (ιδιοέκδοση 2014), της συλλογής έμμετρου και πεζού λόγου «Χρήζεις προστασίας» (εκδόσεις ΑΛΔΕ 2018), της συλλογής δοκιμίων φιλοσοφικού χαρακτήρα «Επισυνάψεις» (ιδιοέκδοση 2019), της ποιητικής συλλογής «Καλούπια αναπνοών» (ιδιοέκδοση 2021), της ποιητικής συλλογής «Οδηγός ισοβιτών του φθινοπώρου» (εκδόσεις Carpe Librum 2023) και του μυθιστορήματος «Εορταστικό Πρόγραμμα» (εκδόσεις Carpe Librum 2025). Επικοινωνία: [email protected]
