Παρασκευή 24.05.2024 ΚΕΡΚΥΡΑ

Τότε που κλονίστηκε η πίστη μου

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
03 Μαρτίου 2024 / 20:17

Εγώ ο πατριάρχης του αθεϊσμού να πηγαίνω να ανάψω κερί στον Άγιο;

Το ταξίδι Θεσσαλονίκη – Ηγουμενίτσα-Κέρκυρα είχε γίνει πλέον πολύ βαρετό.

Τόσες φορές που πήγα και γύρισα είχα μάθει τον δρόμο τόσο καλά που μερικές φορές οδηγούσα με κλειστά τα μάτια στην κυριολεξία.

Μια από αυτές τις φορές είπα να ακολουθήσω μια εναλλακτική διαδρομή.

Θα αναρωτηθεί κανείς: «υπάρχει τέτοιος δρόμος;».

Και όμως υπάρχει.

Στην διασταύρωση της Σιάτιστα, την τελευταία στιγμή, έστριψα προς Νεάπολη σαν κάποιο αόρατο χέρι να με έσπρωχνε προς αυτή την κατεύθυνση.

Η Νεάπολη είναι μια μικρή βαρετή κωμόπολη με ένα κεντρικό δρόμο με μερικά μαγαζιά αριστερά και δεξιά του δρόμου που σε παραπέμπει σε ταινία  της άγριας Δύσης.

Μετά την Νεάπολη αρχίζουν τα ωραία.

Ο δρόμος για το ορεινό Πεντάλοφο είναι μεν ανηφορικός και όλο στροφές αλλά το τοπίο σε αποζημιώνει.

Καθώς ανέβαινα τις ατελείωτες στροφές σκεφτόμουν ότι τα λεφτά που μου είχαν απομείνει δεν θα έφταναν για να περάσω με το φέριμποτ  από την Ηγουμενίτσα.

Συν τοις άλλοις είχα αρχίσει να πεινάω και εκεί επάνω στα βουνά δεν υπήρχε ψυχή ζώσα.

Σταμάτησα για κατούρημα και μέτρησα και τα λεφτά που μου είχαν μείνει.

Δεν φτάνανε με τίποτα.

Μου έλειπε ένα εικοσάρικο για να μπω αξιοπρεπώς στο πλοίο και να πιώ και ένα καφέ.

Στην κορυφή στο Πεντάλοφο βλέπω το μοναδικό σημείο ζωής σε όλη την διαδρομή.

Μια έρημη καντίνα στην άκρη του γκρεμού.

Αφού δεν φτάνανε, που δεν φτάνανε τα λεφτά, αποφάσισα να φάω ένα σάντουιτς να ξεγελάσω την πείνα μου.

Ο καντινιέρης μου έφτιαξε ένα γιγαντιαίο σάντουιτς με μισή μπαγκέτα, τεράστιο χωριάτικο λουκάνικο γιομάτο λάδια, κρεμμύδια, ντομάτα και μπόλικο κοκκινοπίπερο.

Μόλις πάω να πατήσω την πρώτη δαγκανιά νάσου και ξεπροβάλει πίσω από την καντίνα ένας μισομεθυσμένος.

Καθόταν σε ένα μικρό τραπεζάκι και έπινε μπύρες. Μέτρησα πέντε-έξι κουτάκια.

-«Από πού είσαι εσύ ρε λεβέντη;»

-«Από την Κέρκυρα» του απαντώ.

Γουρλώνει τα μάτια του και μου λέει:

-«Εσένα έψαχνα! Σε στείλε ο Άγιος Σπυρίδωνας!»

-«Είσαι σίγουρος;» του λέω.

-«Έχω κάνει τάμα να ανάψω ένα κερί στον Άγιο Σπυρίδωνα… Ορίστε κάνε μου την χάρη και μόλις πας στην Κέρκυρα πήγαινε και άναψε ένα κερί.»

Βγάζει ένα εικοσάρικό και μου το δίνει.

Μένω σύξυλος.

-«Ρε φίλε δώστα σε κανέναν άλλο εγώ δεν είμαι και τόσο θρήσκος.»

-«Όχι πάρε τα…. που θα βρω άλλον…. και άμα δεν πας εσύ δώστα να το ανάψει η μάνα σου η κάποιος άλλος.»

Πήρα τα λεφτά και έφυγα.

Στο δρόμο έκανα ανακεφαλαίωση: «Εγώ ένας συνεπής απόγονος άθεων γενεά προς γενεά βγαίνω χωρίς σκέψη από τον δρόμο και ακολουθώ μια διαδρομή ορεινή και μακρινή που δεν υπάρχει ψυχή ζώσα. Στην κορυφή του βουνού συναντάω τον μοναδικό άνθρωπο και μου δίνει όσα λεφτά μου έλειπαν για να περάσω απέναντι. Πόσες πιθανότητες υπάρχουν να σου συμβεί;»

Κατέβαινα τις ατελείωτες στροφές προς Κόνιτσα άλλες φορές γελώντας και άλλες κάνοντας μαθηματικούς υπολογισμούς για να βρω πόσες πιθανότητες υπάρχουν για να μου συμβεί αυτό που μου συνέβη.

Το πάλευα ορθολογιστικά αλλά κάποια στιγμή πέρασε από το μυαλό μου και η περίπτωση του θαύματος.

Λες!;

Με το ένα χέρι οδηγούσα και με το άλλο κρατούσα το σάντουιτς.

Σε μια στροφή πέταλο, την τελευταία στιγμή, απέφυγα τον γκρεμό του Ιρασιοναλισμού.

Επανήλθα στο σάντουιτς το οποίο ήταν τόσο μεγάλο που το τελείωσα κάπου στο Καλπάκι.

Έφτασα επιτέλους και μετά την δίαιτα με κεμπάπ μπουγάτσες και λιπαρά λουκάνικα, ετοίμασα μια καρμπονάρα με μπόλικο γκουαντσιάλε για να επανέλθω στην κανονική μου ζωή.

Ρουφάω την μακαρονάδα μου δεχόμενος ένα καταιγισμό διαφημίσεων για πρωκτοσυναλάρ, πάνες ακράτειας, και υπέρ απορροφητικές σερβιέτες.

Περιμένω με ανυπομονησία να τελειώσουν διότι συνήθως ακολουθεί μια άκρως ενδιαφέρουσα εκπομπή με έναν γιατρό που, την ώρα του φαγητού, θα μας εξηγήσει με λεπτομέρειες την νέα πρωτοποριακή μέθοδο λαπαροσκοπικής εγχείρησης για καρκίνο του παχέος εντέρου.

Την επόμενη μέρα ψάχνω να βρω κάποιον να πάει να ανάψει το κερί στον Άγιο Σπυρίδωνα.

Δεν υπήρχε κανείς διαθέσιμος.

 Άσε που με κοιτάζανε καλά-καλά με ύφος «Καλά τι έπαθε ετούτος εδώ;»

Με τούτα και με κείνα μάθανε πολλοί ότι ψάχνω κάποιον να τον στείλω να ανάψει το κερί.

Ένα πρωί χτυπάει το τηλέφωνο.

-«Ποιος είναι παρακαλώ.»

Από το υπερπέραν ακούγεται μια φωνή βαθειά και μπάσα.

-«Εδώ Άγιος Σπυρίδωνας…. θα έρθετε επιτέλους να ανάψετε εκείνο το κερί;»

Γελάσαμε με την καρδιά μας.

Ωστόσο έπρεπε να τηρήσω την υπόσχεση μου στον μεθυσμένο και θεοσεβούμενο κτηνοτρόφο με κάθε τρόπο.

Μην βρίσκοντας κανέναν να στείλω δεν μου έμενε άλλη επιλογή από το να πάω να το ανάψω εγώ ο ίδιος.

Πώς να πάω όμως στον Άγιο;

Αν με έβλεπε κανένα μάτι τι θα έλεγα;

Εγώ ο πατριάρχης του αθεϊσμού να πηγαίνω να ανάψω κερί στον Άγιο;

Γίνονται τέτοια πράματα;

Έριξα τα μούτρα μου  και πήγα νύχτα από κανιζέλα σε κανιζέλα φορώντας καπέλο και τυλιγμένος με κασκόλ.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ