Δευτέρα 15.06.2026 ΚΕΡΚΥΡΑ

Εκλογές 2027: Η Μεγάλη Ψευδαίσθηση και οι Διαχειριστές της Σιδερένιας Φυλακής

H έδρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στη Φρανκφούρτη. ΑΡΧΕΙΟΥ.
ΑΡΘΡΟ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ
15 Ιουνίου 2026 / 10:18

Αν οι βασικές αποφάσεις για τη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική έχουν ήδη ληφθεί εκτός εθνικού πεδίου, τότε τι ακριβώς διακυβεύεται στις εκλογές του 2027; Ένα αιχμηρό πολιτικό δοκίμιο υποστηρίζει ότι η εναλλαγή κομμάτων και προσώπων δεν αλλάζει την οικονομική αρχιτεκτονική, αλλά μόνο τον τρόπο διαχείρισης των συνεπειών της, τροφοδοτώντας την αποχή, την απογοήτευση και την αναζήτηση διαρκώς νέων «σωτήρων».

1. Η «Σιδερένια Φυλακή» της Μακροοικονομικής Πολιτικής

Όταν ένα κράτος-μέλος της Ευρωζώνης υπογράφει τις ιδρυτικές συνθήκες (Μάαστριχτ, Λισαβόνα) και το Δημοσιονομικό Σύμφωνο Σταθερότητας, αποδέχεται αυτομάτως ότι οι βασικοί μοχλοί της οικονομίας βρίσκονται εκτός του εθνικού ελέγχου.

Όποιο κόμμα κι αν κερδίσει τις εκλογές, έρχεται αντιμέτωπο με προδιαγεγραμμένα όρια:

• Δημοσιονομικοί κανόνες: Τα όρια για το έλλειμμα (κάτω από το 3% του ΑΕΠ) και το χρέος είναι θεσμοθετημένα. Αν μια κυβέρνηση επιχειρήσει να τα παραβιάσει, ενεργοποιούνται αυτόματες κυρώσεις ή η απειλή των αγορών, μέσω της ανόδου των spreads.

• Νομισματική στενότητα: Η ΕΚΤ ελέγχει τη ρευστότητα των τραπεζών. Αν μια κυβέρνηση αποφασίσει να ακολουθήσει μια ριζικά διαφορετική πολιτική, που «τρομάζει» το ευρωπαϊκό κατεστημένο, η κάνουλα της ρευστότητας μπορεί να κλείσει, όπως έχει συμβεί ιστορικά στο παρελθόν στην Ευρωζώνη.

Επομένως, ο οικονομικός πυρήνας της διακυβέρνησης είναι προαποφασισμένος.

Με άλλα λόγια, οι εκλογές δεν μπορούν να αλλάξουν την αρχιτεκτονική του ευρώ. Το σύστημα της Ευρωζώνης στερεί από τα κράτη τα εργαλεία προστασίας των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων, ενώ παράλληλα απελευθερώνει τις δυνάμεις της αγοράς να λειτουργούν χωρίς σύνορα. Η συσσώρευση πλούτου στην κορυφή και η καθίζηση της βάσης δεν αποτελούν «λάθος» ή παροδική κρίση του συστήματος. Είναι η ενδογενής, δομική του λειτουργία.

2. Τότε γιατί γίνονται εκλογές; Τι αλλάζει;

Αν η μακροοικονομική πολιτική είναι κοινή, η πολιτική αντιπαράθεση μετατοπίζεται αναγκαστικά σε δύο άλλα πεδία:

• Η διαχείριση των ψίχουλων (μικροδιαχείριση): Τα κόμματα δεν μπορούν να αλλάξουν το συνολικό μέγεθος της πίτας, δηλαδή τον δημοσιονομικό χώρο, αλλά μπορούν να αποφασίσουν σε ποιον θα δώσουν τα λίγα κομμάτια που περισσεύουν. Για παράδειγμα, θα μειώσουν ελάχιστα τον φόρο στις επιχειρήσεις ή θα δώσουν ένα μικρό επίδομα στους χαμηλοσυνταξιούχους; Αυτό δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας μεγάλης ιδεολογικής σύγκρουσης, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για διαχείριση εντός των ίδιων ορίων. Επί της ουσίας, είναι μια διαδικασία επιλογής για το ποιος θα επιβιώσει: «Πάρε αυτά τώρα και βλέπουμε».

• Η πολιτισμική και κοινωνική ατζέντα (culture wars): Καθώς η οικονομία είναι «κλειδωμένη», η πολιτική αντιπαράθεση μεταφέρεται σε θέματα που δεν κοστίζουν χρήμα: δικαιώματα, μεταναστευτικό, παιδεία, εγκληματικότητα, εξωτερική πολιτική εντός των συμμαχιών. Εκεί τα κόμματα λένε ό,τι τους κατέβει, προκειμένου να παραμένουν ορατές οι δήθεν υπαρκτές διαφορές τους. Πολιτικές άνευ ουσίας, αλλά με πολλές «βαθυστόχαστες συζητήσεις».

3. Η αποξένωση των πολιτών και η αποχή

Αυτό το οξύμωρο σχήμα —να αλλάζουν οι κυβερνήσεις αλλά όχι η πολιτική— έχει σοβαρές συνέπειες για την ίδια τη δημοκρατία:

• Ηθική απονομιμοποίηση: Οι πολίτες αντιλαμβάνονται γρήγορα ότι η ψήφος τους δεν έχει το βάρος που θα έπρεπε. Αυτό οδηγεί στη μεγάλη αποχή που παρατηρείται σε όλη την Ευρώπη, καθώς και στην άνοδο αντισυστημικών ή ακραίων φωνών.

• Η κυριαρχία των τεχνοκρατών: Οι πολιτικοί μετατρέπονται από «ηγέτες» σε «διαχειριστές» (managers), οι οποίοι απλώς εφαρμόζουν τις οδηγίες των Βρυξελλών και της Φρανκφούρτης, παρουσιάζοντάς τες ως «μονόδρομο».

Οι εκλογές έχουν χάσει την παραδοσιακή τους ιδιότητα να καθορίζουν την οικονομική μοίρα ενός τόπου. Λειτουργούν πλέον περισσότερο ως ένας μηχανισμός επιλογής του ποιος θα διαχειριστεί την εφαρμογή μιας ήδη αποφασισμένης πολιτικής και πώς θα κατανείμει τα βάρη στο εσωτερικό της κοινωνίας.

Η Ακτινογραφία του 2027: Παλιά και Νέα Κόμματα, Φρέσκα Πρόσωπα, Πρόσωπα με Λίφτινγκ και η Αυταπάτη της Αλλαγής

Το πολιτικό σκηνικό εμφανίζει έντονη κινητικότητα, με διασπάσεις, επιστροφές και νέα σχήματα. Ωστόσο, υπό το πρίσμα όσων προαναφέρθηκαν, η εικόνα ξεκαθαρίζει.

1. Τα «παλιά» κόμματα εξουσίας (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ)

Είναι οι επίσημοι, πιστοποιημένοι διαχειριστές του status quo.

• Τι να περιμένουν οι πολίτες: Απόλυτη συμμόρφωση με τα πλεονάσματα και τις υποδείξεις των Βρυξελλών. Η πολιτική τους θα συνεχίσει να εξαντλείται στη μικροδιαχείριση (επιδόματα, passes) για να κατευνάζουν τις αντιδράσεις, ενώ η δομική αναδιανομή πλούτου υπέρ των λίγων θα συνεχίζεται κανονικά και η συνεπής αποπληρωμή των χρεών θα παρουσιάζεται ως ζήτημα εθνικής τιμής.

2. Τα «νέα» σχήματα και οι πρωταγωνιστές τους

Η εμφάνιση νέων παικτών λειτουργεί ως βαλβίδα αποσυμπίεσης της κοινωνικής οργής. Χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες, ανάλογα με το συναίσθημα που εκμεταλλεύονται.

• Αλέξης Τσίπρας (ΕΛ.Α.Σ.): Η επιστροφή του, με έναν άκρως συμβολικό τίτλο, επιχειρεί να επαναπατρίσει την απογοητευμένη προοδευτική βάση, μιλώντας για «ενεργειακή δημοκρατία» και «φορολογική δικαιοσύνη».

Η αλήθεια, σύμφωνα με τη συλλογιστική του παρόντος κειμένου, είναι ότι το παρελθόν έχει δείξει πως οι «κόκκινες γραμμές» αυτών των διακηρύξεων γίνονται εύκολα συμβιβασμοί μόλις ανοίξουν οι πόρτες της Φρανκφούρτης. Οι επτά δεσμεύσεις του δεν μπορούν να εφαρμοστούν, καθώς διαταράσσουν το Δημοσιονομικό Σύμφωνο. Άλλη μία «Θεσσαλονίκη».

• Μαρία Καρυστιανού (Κίνημα Πολιτών): Εκφράζει τη γνήσια, ηθική απαίτηση της κοινωνίας για κράτος δικαίου, λογοδοσία και δικαιοσύνη, με αφετηρία το εθνικό τραύμα των Τεμπών.

Η αλήθεια, κατά την ίδια οπτική, είναι ότι πρόκειται για μια αναγκαία φωνή για το θεσμικό και ηθικό κομμάτι της χώρας. Όμως, το κράτος δικαίου δεν μπορεί να επιβιώσει μακροπρόθεσμα πάνω σε μια οικονομικά διαλυμένη μεσαία τάξη. Αν το κίνημα αυτό δεν αποκτήσει σαφή πρόταση σύγκρουσης με την οικονομική αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης, θα περιοριστεί σε έναν ρόλο «συνηγόρου του πολίτη», χωρίς τη δύναμη να αλλάξει τις παραγωγικές δομές. Θα επαναλαμβάνει τα ίδια, μέχρι να κουραστούμε να τα ακούμε.

• Αντώνης Σαμαράς (υπό ίδρυση δεξιός φορέας) και Αφροδίτη Λατινοπούλου: Εκμεταλλεύονται τη δεξιά πολυδιάσπαση, ποντάροντας στα εθνικά θέματα, το μεταναστευτικό και την κριτική κατά της «ακρίβειας των μικροεπιδομάτων».

Η αλήθεια, σύμφωνα με την παρούσα ανάλυση, είναι ότι πρόκειται για την κλασική μετατόπιση της ατζέντας στα πεδία των culture wars. Καθώς δεν μπορούν —και δεν επιθυμούν— να αμφισβητήσουν το ευρώ και την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, προσφέρουν στους ψηφοφόρους μια «εθνική» ή «συντηρητική» ρητορική ως υποκατάστατο της χαμένης οικονομικής κυριαρχίας.

Οι Έλληνες το 2027 δεν πρέπει να περιμένουν σωτήρες. Τα νέα κόμματα προσφέρουν απλώς διαφορετική συσκευασία για το ίδιο περιεχόμενο.

Όσο η χώρα παραμένει απλός «χρήστης» ενός ξένου νομίσματος και υποτάσσεται στην ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων χωρίς δικαίωμα βέτο, η μοίρα της μεσαίας τάξης εμφανίζεται, κατά τη λογική αυτού του κειμένου, προδιαγεγραμμένη. Η εναλλαγή προσώπων στην εξουσία προσφέρει θέαμα, αλλά η σκληρή οικονομική πραγματικότητα θα συνεχίσει να γράφεται από τους ίδιους τεχνοκρατικούς μηχανισμούς.

Η καταστροφή έρχεται!

ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΣΤΑΛΙΑΣ

Νέα Υόρκη, Ιούνιος 2026

Εμφανίσεις: 288