Ο πόλεμος στην Ουκρανία, το editorial του περιοδικού Θέσεις

Ο πόλεμος στην Ουκρανία, το editorial του περιοδικού Θέσεις

Παρεμβαίνοντας στις συζητήσεις που προκάλεσε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία προδημοσιεύουμε το Editorial του τεύχους 159.

17
Μαρτίου / 2022

1. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ως αλλαγή του παγκόσμιου διεθνοπολιτικού τοπίου

 

Να, λοιπόν, που ξέσπασε ένας νέος ιμπεριαλιστικός πόλεμος σε ευρωπαϊκό έδαφος!

Η Ρωσία, ως καπιταλιστική υπερδύναμη, άσκησε το «δικαίωμά» της να αποτρέψει την περικύκλωσή της από το ΝΑΤΟ και να διατηρήσει τα κεκτημένα του Μαρτίου-Απριλίου 2014, όταν προσάρτησε την Κριμαία και στήριξε – στρατιωτικά και πάλι– τους Ρώσους αυτονομιστές του Ντονμπάς (των ανατολικών ουκρανικών περιοχών Ντονέτσκ και Λουχάνσκ). Βέβαια, η Ρωσία διεκδικεί, επίσης, δικές της σφαίρες επιρροής και επιχειρούσε να καταστήσει την Ουκρανία ως δορυφόρο από την δεκαετία του 1990.

Το ουκρανικό καπιταλιστικό κράτος, στηριγμένο στον εθνικισμό (στη μαζική απαίτηση για «εθνική κυριαρχία», πολιτική καταστολή των μειονοτήτων, «εθνική-φυλετική» καθαρότητα και πολιτισμική-γλωσσική ενότητα– απαίτηση που στις συνθήκες του 21ου αιώνα καθοδηγούν παγκοσμίως οι ακροδεξιές ιδεολογίες και τα αντίστοιχα κόμματα) εξοπλιζόταν από τη Δύση, σχεδίαζε την ένταξη στο ΝΑΤΟ και απειλούσε με συνεχείς ένοπλες επιθέσεις τους ρωσικούς πληθυσμούς του Ντονμπάς, που από το 2014 είχαν πετύχει ένα καθεστώς αυτονομίας. Οι ΗΠΑ (και άλλες χώρες του ΝΑΤΟ, όπως και το ΔΝΤ1 ) είχαν βρει στην Ουκρανία έναν ιδανικό σύμμαχο για την αποκοπή της Ρωσίας από την υπόλοιπη Ευρώπη και την περαιτέρω στρατιωτική περικύκλωσή της, με απώτερο στόχο την υπαγωγή της στις προτεραιότητες του δυτικού ιμπεριαλισμού.2

Στο έδαφος της Ουκρανίας, όπως και σ’ αυτό της Γιουγκοσλαβίας πριν από 28 χρόνια στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, δεν συγκρούονται δυο στρατιωτικοί συνασπισμοί, αλλά δύο κράτη με λαϊκό έρεισμα, οι εθνικισμοί δυο εξ ίσου διεφθαρμένων και αυταρχικών αστικών καθεστώτων, που συνδιαλέγονται και εκχωρούν πεδίο δράσης σε εξ ίσου ακροδεξιές παρακρατικές ομάδες: Ο ρωσικός αυτοκρατορικός μεγαλοεθνικισμός από τη μια, και ο αναδυόμενος (ιδίως μετά την κατάρρευση του 1989) ουκρανικός εθνικισμός από την άλλη. Με τη διευκρίνιση ότι ο εθνικισμός δεν είναι αφηρημένες ιδέες αλλά η υλική δύναμη στην οποία  συντίθενται οι πρακτικές των πολιτικοποιημένων μαζών και οι κρατικές πολιτικές. Αυτός ο εθνικισμός είναι πάντα επιθετικός και επεκτατικός, ακόμα και όταν βρίσκεται προσωρινά σε φάση άμυνας, όπως συμβαίνει σήμερα με το ουκρανικό κράτος. Το ότι στη σύγκρουση αυτή υπάρχει σαφώς ένας επιτιθέμενος εισβολέας και ένας αμυνόμενος είναι ένα στοιχείο εξωτερικό προς τη φύση των δύο καθεστώτων. Βεβαίως, όπως ήδη σημειώσαμε, η σύγκρουση αυτή επικαθορίζεται σε μεγάλο βαθμό και αξιοποιείται από τα γεωστρατηγικά σχέδια της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, που απειλούν να μετατρέψουν μια περιφερειακή σύγκρουση γειτονικών εθνικισμών σε παγκόσμια σύρραξη.

Η εισβολή του ρωσικού στρατού στην Ουκρανία από τις 24/2/2022 σχεδόν μονοπώλησε την επικαιρότητα παγκοσμίως, καθορίζοντας επίσης έκτοτε τις διεθνείς συμμαχίες, τις κυβερνητικές πολιτικές και τις προτεραιότητες της εκάστοτε κρατικής προπαγάνδας, τις πολιτικές συζητήσεις μεταξύ των πολιτών – στα μέσα «κοινωνικής δικτύωσης» και όχι μόνο – αλλά και τις αντιπαραθέσεις (και συγκλίσεις) μεταξύ των πολιτικών κομμάτων. Με μια έννοια, μετά τις 24 Φεβρουαρίου τίποτε δεν είναι πια ίδιο! Κάτι που ήταν αναμενόμενο αν σκεφτούμε ότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη συμβατική στρατιωτική εισβολή σε ευρωπαϊκό έδαφος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, 3 οι αντιμαχόμενοι στρατοί παράταξαν τις ακόλουθες δυνάμεις: Η Ρωσία, 210-230 χιλιάδες στρατιώτες· η Ουκρανία 209 χιλιάδες στρατιώτες, 102 χιλιάδες μαχητές παραστρατιωτικών ομάδων, 900 χιλιάδες εφέδρους και 20 χιλιάδες «εθελοντές».4 Παρά την καταγραφόμενη αριθμητική υπεροχή των ουκρανικών δυνάμεων σε ανθρώπινο δυναμικό, ο ρωσικός στρατός υπερτερεί συντριπτικά σε οπλικά συστήματα και προχώρησε, με μάλλον αργούς ρυθμούς, στη χώρα, καταλαμβάνοντας μέχρι τις 17/3/2022 τις νότιες και ανατολικές περιοχές της Ουκρανίας και πολιορκώντας την πρωτεύουσα Κίεβο. Μέχρι την ίδια ημερομηνία οι Ουκρανοί πρόσφυγες προς τις γειτονικές χώρες ξεπέρασαν τα 3 εκατομμύρια. Καθώς η ουκρανική άμυνα οργανώνεται στις πόλεις, όπου τα αμυνόμενα ένοπλα σώματα οχυρώνονται σε κτήρια εντός των αστικών ιστών, η ρωσική προέλαση συνεπάγεται καταστροφές οικιστικών ζωνών, ανθρώπινα θύματα πέραν των ενόπλων, αλλά και εγκλωβισμό άμαχων πληθυσμών στις εμπόλεμες περιοχές.

Ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος αναδιάταξε το διεθνοπολιτικό τοπίο, καθώς:

* Συσπείρωσε όλες της χώρες του ΝΑΤΟ (με σαφή όμως διαφοροποίηση της Τουρκίας) και ευρύτερα της Δύσης (με δεύτερη περίπτωση διαφοροποίησης το Ισραήλ) υπό αμερικανική ηγεμονία, ενώ οδήγησε άλλους «παίκτες» του μέχρι πρότινος «πολυ-πολικού» διεθνούς συστήματος (πρωτευόντως την Κίνα, αλλά και την Ινδία, το Πακιστάν, το Ιράν, το Ιράκ, η Νότια Αφρική και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα) να αποστασιοποιηθούν από την καταδίκη της Ρωσίας και τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν εναντίον της από τη Δύση. Διαμορφώνεται έτσι ένας νέος διπολισμός, και ενδεχομένως, επίσης, ένας νέος διεθνοπολιτικός χώρος «αδεσμεύτων». Στον νέο αυτόν διπολισμό η «άριστη» ελληνική κυβέρνηση επιχείρησε να παίξει ρόλο «εμψυχωτή» (και ίσως διασκεδαστή) των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ. Ενόσω οι ΗΠΑ και οι υπεύθυνοι της συμμαχίας διαμήνυαν στερεότυπα ότι δεν θα εμπλακούν σε πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον της Ρωσίας, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έσπευσε να δηλώσει ότι η Ελλάδα ίσως στείλει μαχητικά αεροπλάνα και πιλότους ...5

* Επανέφερε με τρομακτικές διαστάσεις τον μιλιταρισμό και την «οικονομία των στρατιωτικών δαπανών», με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη Γερμανία που εξάγγειλε αμέσως (27/2/2022) ένα πρόγραμμα στρατιωτικών δαπανών ύψους 100 δις ευρώ για το 2022.6 Στην κούρσα των εξοπλισμών και την προώθηση της στρατοκρατίας η Ελλάδα μπορεί πλέον να μην αισθάνεται «μόνη» ...

* Άλλαξε άρδην, τουλάχιστον προσωρινά, όσο διαρκεί η κρίση, την ευρωπαϊκή (αντι)μεταναστευτική ρητορεία και πολιτική, καθώς οι πλέον ξενόφοβες χώρες της ΕΕ (Πολωνία, Ουγγαρία ...), ξέχασαν το «κρίσιμο» ερώτημα «πόσους πρόσφυγες και μετανάστες μπορεί επιτέλους να χωρέσει η χώρα;» και υποδέχονται στο έδαφός τους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που εγκαταλείπουν την Ουκρανία. Ταυτόχρονα οι δυτικοί δημοσιογράφοι εκπλήσσονται που κάτι τέτοιο (πόλεμος μετά από μια ξένη εισβολή) συμβαίνει, όχι στη μακρινή Συρία και Λιβύη ή στο απόμακρο Αφγανιστάν, αλλά «στην Ευρώπη»! Όπως σημείωσε η δημοσιογραφική ομάδα της Aljazeera στις 27/2/2022, τέτοιες, διαρκώς επαναλαμβανόμενες αποφάνσεις «συμβάλλουν στην περαιτέρω απανθρωποποίηση [...] των μη λευκών, μη Ευρωπαίων, που υποφέρουν λόγω μιας σύγκρουσης».7 Ο εγγενής ευρωπαϊκός (και ευρύτερα δυτικός) ρατσισμός δύσκολα κρύβεται πλέον πίσω από τα φληναφήματα για τα «ανθρώπινα δικαιώματα».

* Οι οικονομικές κυρώσεις προς τη Ρωσία, που εν πολλοίς αποκόβουν τη χώρα από τις εμπορικές, χρηματοπιστωτικές και επενδυτικές συναλλαγές με τη Δύση πλήττουν επίσης, πέρα από την ίδια τη Ρωσία, ως ένα βαθμό και τις ίδιες τις δυτικές χώρες (καθώς π.χ. το ρωσικό αέριο αποτελεί το 49% της συνολικής κατανάλωσης φυσικού αερίου στη Γερμανία, το 46% στην Ιταλία και 40% στην Πολωνία, 8 ενώ η Ρωσία αποτελεί τον μεγαλύτερο εξαγωγέα σιταριού, συγκεντρώνοντας το 19% των παγκόσμιων εξαγωγών του είδους9 ). Εν όψει αυτών των επιπτώσεων, οι ΗΠΑ αναθεωρούν ήδη τη στάση τους απέναντι στη Βενεζουέλα, τη χώρα με τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον πλανήτη, την κυβέρνηση της οποίας είχαν επιχειρήσει να ανατρέψουν το 2019, όταν μάλιστα είχαν «αναγνωρίσει» (από κοινού με τους συμμάχους τους, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας) έναν αχυράνθρωπο ονόματι Guaidó ως «Πρόεδρο» της χώρας.10

Τα παραπάνω σημαίνουν δραματική αύξηση τιμών και σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στους ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ των δυτικών χωρών, κυρίως στην Ευρώπη. Προοπτική που προοιωνίζει την παράταση των πολιτικών κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία, ενός «κεϋνσιανισμού υπέρ των από πάνω», αφενός προς όφελος των αυξημένων στρατιωτικών δαπανών, αλλά και για την άμβλυνση των επιπτώσεων της κρίσης με την «προστασία» κυρίως των επιχειρήσεων που πλήττονται.

* Το ότι σε κάποιες περιπτώσεις οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας τείνουν να επεκταθούν και στον αποκλεισμό της ρωσικής κουλτούρας αποτελεί μια από τις πιο μαύρες σελίδες της «δημοκρατικής» Ευρώπης. Οι αποφάσεις της ΥΠΠΟ Λίνας Μενδώνη δεν είναι παρά μια αξιολύπητη τέτοια περίπτωση.11 Όπως και η απαγόρευση των διαλέξεων για τον Ντοστογιέφσκι του Paolo Nori από το Πανεπιστήμιο του Μιλάνου.12

Ο πόλεμος στην Ουκρανία έκανε στον δυτικό κόσμο οφθαλμοφανή την επιστροφή στην πρωτοκαθεδρία της πολιτικής έναντι της «παγκοσμιοποιημένης οικονομίας», μέσα στη συγκυρία της διεθνοπολιτικής σύγκρουσης. Καθώς οι μεγάλες πολυεθνικές αποσύρουν τις δραστηριότητές τους από τη Ρωσία ως μέτρο του οικονομικού πολέμου που διεξάγουν τα κράτη της Δύσης εναντίον της χώρας αυτής, γίνεται φανερό ότι, στην «έκτακτη περίσταση», δεν είναι οι επιχειρήσεις που οδηγούν τη δράση των κρατών, αλλά τα κράτη (οι «συλλογικοί κεφαλαιοκράτες»: Ένγκελς) που επιβάλλουν το πλαίσιο δράσης των επιχειρήσεων. Παρότι βέβαια μερίδες του κεφαλαίου, όπως π.χ. ορισμένοι Έλληνες εφοπλιστές, αψηφούν τις δυτικές κυρώσεις και απαγορεύσεις.13

 

 

2. Η προπαγάνδα ως «ενημέρωση»

 

 

Ο πόλεμος στην Ουκρανία έκανεεπίσηςοφθαλμοφανή τον ρόλο των μεγάλων ειδησεογραφικών μέσων, κρατικών και ιδιωτικών. Στις περισσότερες χώρες, με λίγες εξαιρέσεις, το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ αντικαταστάθηκε από την προπαγάνδα, ομοιόμορφη ως προς τη δομή της. Και με «οργουελικές επιθέσεις» εναντίον όσων ασκούν κριτική στην επίσημη κρατική θέση.14

Σύμφωνα με τα περισσότερα δυτικά ειδησεογραφικά μέσα, τον πόλεμο κήρυξε ένας παράφρων δικτάτορας, ο Πούτιν, με στόχο να ανασυγκροτήσει μια ρωσική «αυτοκρατορία» στα εδάφη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Από τη μεριά της Ρωσίας και όσων τάσσονται με τη ρωσική στάση, στόχος της εισβολής είναι η προστασία των ρωσικών πληθυσμών του Ντονμπάς και της ευρύτερης Ουκρανίας που υπόκεινται στην τρομοκρατία τής καθοδηγούμενης από ναζιστικές ομάδες ουκρανικής ηγεσίας. Εδώ, πέρα από την προπαγάνδα, η κρατική άποψη «επικυρώνεται» και με συλλήψεις/φυλακίσεις διαδηλωτών, κλείσιμο αντιπολιτευόμενων ΜΜΕ κλπ.

Επίδικα στη μάχη της ενημέρωσης είναι, μεταξύ άλλων: (α) το ζήτημα των αμάχων και των «ανθρωπιστικών διαδρόμων» διαφυγής τους από τις εμπόλεμες ζώνες (με τη μία πλευρά να ισχυρίζεται ότι ο ρωσικός στρατός βομβαρδίζει τους αμάχους και τους «διαδρόμους» διαφυγής τους και την άλλη ότι οι Ουκρανοί παραστρατιωτικοί εμποδίζουν την έξοδο των πληθυσμών, τους οποίους χρησιμοποιούν ως «ανθρώπινες ασπίδες», ενώ προβάλλονται παράλληλα οι απώλειες αμάχων που προκάλεσαν οι Ουκρανοί στο Ντονμπάς)· (β) το ζήτημα των βιολογικών και πυρηνικών όπλων (τη χρήση των οποίων εκ μέρους του ρωσικού στρατού «φοβούνται» οι Ουκρανοί και οι δυτικοί, ενώ οι Ρώσοι υποστηρίζουν ότι στο ουκρανικό έδαφος λειτουργούν εδώ και χρόνια εργαστήρια για την παραγωγή απαγορευμένων βιολογικών όπλων που χρηματοδοτούνται από το αμερικανικό Πεντάγωνο, με την Ουκρανία να αναπτύσσει παράλληλα ένα πρόγραμμα παραγωγής πυρηνικών όπλων)· (γ) το ζήτημα της έκτασης των στρατιωτικών απωλειών κάθε πλευράς (όπου η μια πλευρά τονίζει την ηρωική αντίσταση των Ουκρανών και τις χιλιάδες απώλειες των Ρώσων, ενώ η άλλη καταγράφει ελάχιστες ρωσικές απώλειες και προέλαση του ρωσικού στρατού «σύμφωνα με το πρόγραμμα»).15

Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τις συνομιλίες στην Αττάλεια ανάμεσα στους υπουργούς εξωτερικών Ρωσίας-Ουκρανίας, Λαβρόφ και Κουλέμπα, στις 10/3/2022, τα μεγάλα αμερικανικά τηλεοπτικά δίκτυα (CNN, MSNBC κλπ.) μετέδωσαν μόνο τη συνέντευξη Κουλέμπα, ενώ πολλά ευρωπαϊκά μέσα παρέκαμψαν τον ρωσικό ισχυρισμό αναφορικά με τον βομβαρδισμό (πρώην;) ουκρανικής μαιευτικής κλινικής: Σύμφωνα με τον Λαβρόφ, «Αυτή η μαιευτική κλινική είχε καταληφθεί εδώ και καιρό από το τάγμα Αζόφ και άλλους ακραίους και όλες οι έγκυες, όλες οι νοσηλεύτριες και όλο το προσωπικό είχε εκδιωχθεί».16 Επίσης, ελάχιστη δημοσιότητα στα δυτικά ΜΜΕ έλαβε η κριτική (και) προς τη Δύση τοποθέτηση του Γερουσιαστή Bernie Sanders.17

Η κρατική «ενημερωτική» προπαγάνδα φαίνεται να παράγει αποτελέσματα και στα δύο στρατόπεδα του επικοινωνιακού πολέμου. Καθώς η ιδεολογία (και η προπαγάνδα) δεν αποτελεί «ψέμα», αλλά επιλεκτική εμφάνιση – απόκρυψη – σκηνοθεσία – ερμηνεία γεγονότων και «αληθειών», η συνεχής επανάληψη του ίδιου αφηγήματος τείνει να διαμορφώσει τις γνώμες και πεποιθήσεις της πλειοψηφίας. Χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο που περιγράφει ο Πέτρος Γιώτης στη διάρκεια της παράστασης «Otello» στην Εθνική Λυρική Σκηνή στις 5/3/2022.

«Πριν από την έναρξη της παράστασης [...], εμφανίστηκε [...] νεαρός τυλιγμένος με μια ουκρανική σημαία [...]. Είπε συγκεκριμένα: “Εκ μέρους όλων των εργαζομένων της Εθνικής Λυρικής Σκηνής θα ήθελα να σας πω ότι η αποψινή παράσταση αφιερώνεται στην Ουκρανία και τους κατοίκους της”. [...] Μόλις κόπασε το πρώτο χειροκρότημα και ετοιμαζόταν να ξαναρχίσει, [...] του φώναξα: “Πες και για τους Αμερικάνους”. Σάστισε, κοίταξε να δει από πού έρχεται η φωνή, αλλά τον διέκοψε και πάλι το κοινό, που αυτή τη φορά ούρλιαζε, αποδοκιμάζοντας τη δική μου παρέμβαση. [...] Στο τέλος του διαλείμματος ανάμεσα στη δεύτερη και την τρίτη πράξη, ανέβηκε στο προσκήνιο μια πολυπληθής αντιπροσωπεία μελών της χορωδίας. Ο χορωδός και πρόεδρος του Σωματείου Εργαζομένων ΕΛΣ, Νεκτάριος Σαμαρτζής, προσπάθησε να πει δυο λόγια εκ μέρους της πλειοψηφίας της χορωδίας, όπως δήλωσε. Το κείμενο που θα διάβαζε (το πήραμε από την ιστοσελίδα του σωματείου, γιατί δεν ακούστηκε ποτέ), είναι το εξής: “Εκφράζουμε την αντίθεσή μας στην κίνηση που έκανε η διοίκηση, χωρίς να ερωτηθούμε για ένα τόσο σοβαρό θέμα, [...] Εμείς δεν τασσόμαστε με καμία πλευρά του πολέμου. Η τέχνη πρέπει να ενώνει τους ανθρώπους. Είμαστε υπέρ της ειρήνης. Να σταματήσει τώρα ο πόλεμος. Είμαστε αλληλέγγυοι με τον ουκρανικό λαό και τους λαούς της περιοχής. Δεν αποδεχόμαστε την κυβερνητική προπαγάνδα για να νομιμοποιηθεί στη συνείδηση του κόσμου η εμπλοκή της χώρας μας στον πόλεμο. Λέμε τώρα να σταματήσει ο πόλεμος”. [...] Ολοκλήρωσαν την παρέμβασή τους χωρίς να ακούγονται και αποσύρθηκαν. Μόλις ησύχασαν, σηκώθηκα πάλι και φώναξα: “Όταν οι Αμερικάνοι εισέβαλαν στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν δεν κάνατε εκδηλώσεις”. Όπως αντιλαμβάνεστε, ακολούθησε νέο πανδαιμόνιο. [...] Κι ενώ το πανδαιμόνιο συνεχιζόταν, εμφανίστηκε στην άκρη του προσκήνιου ο διάσημος Αλεξάντρς Αντονένκο, ο τενόρος που έπαιζε τον Οθέλλο. Είπε μια καλησπέρα σε σπαστά ελληνικά και συνέχισε στ’ αγγλικά: “Είμαι κι εγώ Ουκρανός” [...]. Ο όχλος άρχισε να χειροκροτεί και ο Αντονένκο συνέχισε: “Εχω συγγενείς στην Ουκρανία αλλά ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι εδώ και οχτώ χρόνια”. Τι ήταν να το πει; Ο όχλος μεταστράφηκε αμέσως και άρχισε να τον γιουχάρει!».18

Το επεισόδιο αυτό είναι αποκαλυπτικό του τι προκάλεσε στην Ελλάδα και ευρύτερα στον δυτικό κόσμο ο πόλεμος στην Ουκρανία: Έντονη ιδεολογική εμπλοκή των πληθυσμών και εξίσου έντονες αντιπαραθέσεις· κινητοποίηση των κρατικών μηχανισμών (πολιτιστικών και μη) για την εγχάραξη της επίσημης κρατικής θέσης στον πληθυσμό· στράτευση μιας μεγάλης μερίδας της κοινωνίας με την ουκρανική και επίσημη κρατική-δυτική πλευρά, χωρίς τα ανακλαστικά που να επιτρέπουν να κατανοηθούν οι ομοιότητες της ρωσικής βαρβαρότητας με εκείνη των ΗΠΑ στο Ιράκ (ένδειξη ίσως αυτό ενός υποβόσκοντος ρατσισμού – οι Ιρακινοί δεν είναι Ευρωπαίοι)· υποτίμηση του ρόλου της Ουκρανίας, η οποία θεωρείται απλό υποχείριο και ενεργούμενο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, από όσους αντιτίθενται στην κυρίαρχη προσέγγιση.19

Έχοντας μπροστά στα μάτια μας τη συνολική εικόνα του πολέμου και των αιτιών του, καταδικάζουμε ανεπιφύλακτα τη ρωσική εισβολή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι οφείλουμε να πάρουμε θέση υπέρ της άλλης πλευράς, του ουκρανικού κράτους. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά...

 

 

3. Επέτειος πολέμου

 

 

Αξίζει λοιπόν να θυμηθούμε έναν άλλο πόλεμο, όχι λίγων βδομάδων αλλά τριών ετών, που φέτος συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη λήξη του. Έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο, πάλι επί των ορίων του ευρωπαϊκού εδάφους, πιο νότια, μεταξύ δυο κρατών αλλά με άμεση εμπλοκή των «μεγάλων δυνάμεων» του ιμπεριαλισμού, πάλι με πρόσχημα την προστασία «ομοεθνών» και τελικά με τραγικές συνέπειες στη ζωή των πληθυσμών, με πολλές δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες, και στον οποίο αναπτύχθηκε αξιοσημείωτο αντιπολεμικό κίνημα ή διάθεση.

Ο ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στη Σμύρνη στις 2[15] Μαΐου 1919. Υλοποιώντας απόφαση της Συνδιάσκεψης των Παρισίων, των νικητριών δυνάμεων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η απόβαση του ελληνικού στρατού στην ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία, σύμμαχο των Κεντρικών Δυνάμεων, είχε ως διακηρυγμένο στόχο την επιβολή της τάξης στην περιοχή των μικρασιατικών παραλίων πέριξ της Σμύρνης και την προστασία των εκεί Ορθόδοξων πληθυσμών. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν εισρεύσει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία περί τις 300 χιλιάδες μουσουλμάνοι πρόσφυγες από τα ευρωπαϊκά εδάφη που έχασε, μέρος των οποίων εγκαταστάθηκε στη Μικρά Ασία, από όπου εκδιώχθηκαν στην Ελλάδα 105 χιλιάδες Έλληνες, ενώ άλλες 50 χιλιάδες εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας.20 Με την απόβαση του ελληνικού στρατού οι πληθυσμοί αυτοί απέκτησαν το δικαίωμα να επιστρέψουν στις εστίες τους. Όμως, στόχος των ελληνικών δυνάμεων ήταν η προσάρτηση της περιοχής, μετά τον τελικό διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τις νικήτριες δυνάμεις.

Πράγματι, τον Ιούλιο-Αύγουστο 1920 ο ελληνικός στρατός προέλασε καταλαμβάνοντας το Αλασεχίρ (Φιλαδέλφεια), την Πάνορμο και το Ουσάκ, στα όρια της Ανατολίας, αλλά και την Ανατολική Θράκη μέχρι την Αδριανούπολη. Στις 28 Ιουλίου (10 Αυγούστου) 1920 υπεγράφη η Συνθήκη των Σεβρών, με βάση την οποία παραχωρήθηκε στην Ελλάδα η ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης (Βιλαέτι του Αϊδινίου) για πέντε χρόνια, με δικαίωμα οριστικής προσάρτησης μετά από απόφαση της τοπικής Βουλής ή δημοψήφισμα.

Ο αρχιτέκτονας αυτής της πολιτικής, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, έχασε τις εκλογές της 1ης[14ης] Νοεμβρίου 1920, χωρίς όμως, παρά τις προσδοκίες μεγάλου μέρους εκείνων που ψήφισαν εναντίον του, να μεταβληθεί η πολιτική του ελληνικού κράτους από τη νέα κυβέρνηση και την επιστροφή του βασιλιά. Καθώς η στρατιωτική αντίσταση των Τούρκων υπό τον Μουσταφά Κεμάλ αυξανόταν, τον Ιανουάριο του 1921 διατυπώθηκε η ιδέα, από απόστρατους βενιζελικούς αξιωματικούς στην Κωνσταντινούπολη (που ήταν υπό συμμαχικό έλεγχο), δημιουργίας ενός ανεξάρτητου κράτους στην Μικρά Ασία, φόρου υποτελούς στον Σουλτάνο. Τελικώς προκρίθηκε από την αντιβενιζελική κυβέρνηση η «στρατιωτική λύση», και ο ελληνικός στρατός επιχείρησε τον Μάρτιο 1921 νέα προέλαση προς την Άγκυρα, καταλαμβάνοντας το Αφιόν Καραχισάρ (14[27]/3/1921), την Κιουτάχεια (4/[17]/7/1921), το Εσκί Σεχίρ (6[19]/7/1921) και το Τσαλ Νταγ (29/8[11/9]/1921). Οι δυνάμεις του Κεμάλ υποχωρούσαν συνεχώς, αλλά με ελεγχόμενες απώλειες, ώστε να μπορέσουν να ανασυγκροτηθούν.

Η συντριβή του Κεμάλ αποδείχθηκε ανέφικτη και η εκστρατεία προς την Άγκυρα ακυρώθηκε. Ο ελληνικός στρατός, τμήματα του οποίου πολεμούσαν επί σχεδόν δέκα χρόνια, υποχώρησε προς οχυρωμένες θέσεις, καθώς είχε πλέον πεσμένο ηθικό ενώ οι λιποταξίες από τις γραμμές του είχαν προσλάβει χαρακτήρα επιδημίας.

Ο πρίγκηπας Ανδρέας, σε επιστολή του προς τον στρατηγό Ιωάννη Μεταξά σημείωνε: «Το γόητρον της ανωτέρας διοικήσεως εκλονίσθη σοβαρώς παρά τω στρατεύματι [...]. Τα παρά του “Temps” γραφέντα περί της επισκέψεως του Διαδόχου εις το μέτωπον είναι αληθή κατά τούτο, ότι εις Αφιόν σχεδόν ολόκληρος η 4η Μεραρχία (Δημαρά) τον υπεδέχθη με αγρίας φωνάς περί απολύσεως [...]. Όταν μάθουν οι στρατιώται ότι απολύονται και ότι οι αξιωματικοί τους εμποδίζουν να φύγουν, θα μας δέσουν, αν δεν μας σκοτώσουν εν απολύτω δικαίω».21

Σε αυτή τη φάση αποσύνθεσης πριν την «καταστροφή», ο αρχηγός της Στρατιάς της Μικράς Ασίας στρατηγός Αναστάσιος Παπούλας δήλωσε στο Υπουργικό Συμβούλιο στις αρχές του 1922: «Εάν όμως η Κυβέρνησις είναι ηναγκασμένη, λόγω του αδιεξόδου εις το οποίον ευρίσκεται το ζήτημα, να εγκαταλείψη και να εκκενώση την Μικράν Ασίαν, παρακαλώ να μου επιτρέψη να ανακηρύξω την αυτονομίαν της Μικράς Ασίας, άλλως να με αντικαταστήση».22 Η επίθεση του κεμαλικού στρατού στις 13[26] Αυγούστου 1922, η γρήγορη διάσπαση των ελληνικών γραμμών και όσα ακολούθησαν έβαλαν τέρμα στη μικρασιατική περιπέτεια.

Οι προφάσεις για την ελληνική εισβολή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν η προστασία των ελληνικών πληθυσμών και η ελληνικότητα των διεκδικούμενων περιοχών. Όμως το περί ελληνικότητας των περιοχών επιχείρημα ήταν τόσο αληθές όσο και το περί ρωσικότητας της Ουκρανίας επιχείρημα του ρωσικού κράτους: διότι ο ελληνικός πληθυσμός ήταν μειοψηφία και στο βιλαέτι του Αϊδινίου. Όταν στις 15[28] Ιανουαρίου 1915 ο πρωθυπουργός Ε. Βενιζέλος ζήτησε τη γνώμη του τότε αναπληρωτή αρχηγού του Γενικού Επιτελείου συνταγματάρχη Ιωάννου Μεταξά σχετικά με την προοπτική κατάληψης της Μικράς Ασίας από τον ελληνικό στρατό, ο τελευταίος του απάντησε: «η Μικρά Ασία έχει μεγάλην πλειονότητα τουρκικού πληθυσμού απέναντι πολύ μειονεκτούντος ελληνικού πληθυσμού. Ούτω αλλοιούται εθνολογικώς επαισθητώς η υπόστασις του Ελληνικού Βασιλείου [...]. Προσέτι, [...] το Ελληνικόν Κράτος δεν είναι σήμερον προητοιμασμένον δια την διοίκησιν και εκμετάλλευσιν τοιαύτης εκτεταμένης χώρας ως αποικίας».23

Και βέβαια, οι μειονότητες δεν προστατεύονται με πολέμους, ενώ κάθε στρατιωτική εισβολή και κατοχή σε ξένη χώρα έχει σαν αναπόσπαστο αρχικό χαρακτηριστικό της να σπέρνει τη βία και τον θάνατο στους κατακτημένους πληθυσμούς: O Arnold Toynbee (1889-1975), το 1921 καθηγητής βυζαντινών και νεοελληνικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, κάτοχος της «Έδρας Κοραής» στο King’s College του Πανεπιστημίου, υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των βιαιοτήτων που συνόδευαν την ελληνική εισβολή: «Η σύζυγός μου και εγώ είμαστε επίσης μάρτυρες των ελληνικών φρικαλεοτήτων στις περιοχές Yalova, Gemlik και Ismid [...]. Δεν αποκτήσαμε μόνο άφθονα απτά αποδεικτικά στοιχεία στη μορφή καμένων και λεηλατημένων σπιτιών, πρόσφατων πτωμάτων και επιζώντων από τον τρόμο. Γίναμε μάρτυρες ληστειών από Έλληνες πολίτες και εμπρησμών από Έλληνες στρατιώτες με στολή».24 Αλλά και ένας Έλληνας φαντάρος στη μικρασιατική εκστρατεία θυμάται όσα συνόδευαν την υποχώρηση του ελληνικού στρατού: «Κάθε γυναίκα, κάθε παιδί [...] ήταν στη διάθεση του κάθε Έλληνα στρατιώτη [...]. Το πρωί της άλλης μέρας [...] επιστρέψαμε εφοδιασμένοι με τη διαταγή [...]: “Καταστρέψατε δια πυρός και τελείως όλα τα χωρία τα οποία θα συναντήσητε και τας κωμοπόλεις. Ποιμνιοστάσια, νερομύλους, ανεμομύλους, κάθε εξοχικήν και απομονωμένην οικίαν”».25

 

 

4. Κάτι σαν συμπέρασμα

 

 

Η στάση μας έναντι του πολέμου πρέπει να συγκροτείται στη βάση της λογικής των «από κάτω», και όχι να ετεροκαθορίζεται από την κρατική λογική. Αυτό σημαίνει ότι η θέση μας πρέπει να έχει στο επίκεντρο τους «από κάτω» και την προοπτική κοινωνικής χειραφέτησής τους. Η στάση για εμάς που δεν ζούμε τον πόλεμο, ακόμη κι αν βιώνουμε ή θα βιώσουμε τις συνέπειές του, πρέπει να εκκινεί από την αντι-κρατική (και αντι-καπιταλιστική) αρχή και να μην αναπαράγει την εξουσιαστική-κρατική λογική που οδηγεί στη θέση υπέρ του ενός ή του άλλου καπιταλιστικού κράτους.

Αυτό που απαιτείται είναι η ανίχνευση των μορφών έκφρασης της κρατικής λογικής, και η ενδυνάμωση των αντικρατικών και άρα αντιπολεμικών τάσεων και δράσεων που υπάρχουν ήδη με ηρωικό τρόπο στη ρωσική κοινωνία, όπως υπήρχαν και στην ελληνική της περιόδου 1919-22: «Όλαι αι προσπάθειαι της εργατικής τάξεως και των λαϊκών μαζών πρέπει να συγκεντρωθούν εις το σύνθημα: Άμεσος ειρήνη. Ελευθερία».26

Η κομμουνιστική πολιτική είναι ακριβώς αυτό: η πολιτική που μετατοπίζει το όριο «εχθρού - φίλου» από τα εθνικά σύνορα των αστικών πολιτικών, στα εσωτερικά όρια των ταξικών ανταγωνισμών εντός τόσο της Ουκρανίας όσο και της Ρωσίας, όπως άλλωστε και εντός της όποιας άλλης χώρας.

Η απουσία ενός οργανωμένου και μόνιμου αντιπολεμικού-αντιμιλιταριστικού κινήματος σε κάθε χώρα, στα πρότυπα του κινήματος ενάντια στην κλιματική αλλαγή, έγινε στη σημερινή συγκυρία με τραγικό τρόπο προφανής. Απαιτείται ένας νέος διεθνισμός για να δώσει νόημα και να συγκροτήσει τις αντιπολεμικές τάσεις στην Ευρώπη (ενάντια στην όποια αυθόρμητη πολεμική διαθετικότητα των μαζών) και να ενθαρρύνει τις αντιπολεμικές δυνάμεις μέσα στη Ρωσία (αλλά και την Ουκρανία).

 

 

5. Επίλογος: Η βιασύνη των «αρίστων»

 

 

Η κυβέρνηση των «αρίστων» θεωρεί ότι οι έκτακτες συνθήκες της πανδημίας και των επιπτώσεων του πολέμου στην Ουκρανία θολώνουν το τοπίο των διαδοχικών της αστοχιών. Στο κλίμα αυτό, η υπόσχεση της «ασφάλειας», η μόνη που μπορεί να συσπειρώνει ένα συντηρητικό, ξενόφοβο και φοβικό ακροατήριο, μπορεί να έχει πέραση. Και γι’ αυτό φαίνεται ότι βιάζεται να προκηρύξει πρόωρες εκλογές εντός του έτους.

Γιατί δεν έχει σημασία που μετά την καταστροφή των πυρκαγιών του καλοκαιριού στην Εύβοια και την Αττική ο «υπερκομματικός» υπουργός Πολιτικής Προστασίας δεν μπόρεσε να συντονίσει τις υπηρεσίες για την αντιμετώπιση της «φυσικής καταστροφής» μιας ημέρας χιονόπτωσης. Ή που οι θάνατοι από την πανδημία εξακολουθούσαν όλη την πρόσφατη περίοδο να κυμαίνονται γύρω στους 50 ημερησίως. Ή που οι δρόμοι με διόδια που ελέγχονται από ιδιωτικές εταιρίες, είναι στο έλεος της πρώτης κακοκαιρίας. Άλλωστε για όλα αυτά ο πρωθυπουργός, με την εγνωσμένη πολιτική ευφυΐα του, έχει μια ερμηνεία. Για τον αποκλεισμό των δρόμων φταίει το χιόνι που δεν έπεσε νύχτα όπως ήταν η πάγια συνήθειά του, 27 και για τους θανάτους οι ίδιοι οι πολίτες που δεν προσέχουν.

Η κυβέρνηση, κοιτώντας την πολιτική παραλυσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ποντάρει στην επίπλαστη εικόνα ότι δεν έχει αντίπαλο. Μόνο που ο πραγματικός αντίπαλος είναι εδώ, και φαίνεται στα συλλαλητήρια, τους συνδικαλιστικούς αγώνες, τις μαζικές κινητοποιήσεις. Είναι ο κόσμος των «από κάτω» που ξαναβρίσκει τη φωνή και τον βηματισμό του.