Όταν μια πόλη χάνει τη σκηνή της
Η Κέρκυρα στις αρχές του 20ου αιώνα είχε δύο έως τρεις φορές μεγαλύτερη πυκνότητα θεατρικών σκηνών από την πρωτεύουσα.
Αν δει κανείς την πορεία της Κέρκυρας μέσα από έναν απλό δείκτη —την αναλογία θεατρικών σκηνών προς τον πληθυσμό— η αλλαγή της φυσιογνωμίας της πόλης γίνεται εντυπωσιακά ορατή. Γύρω στο 1900 η Κέρκυρα είχε περίπου 25.000–30.000 κατοίκους και διέθετε μια θεατρική ζωή ασυνήθιστα πυκνή για το μέγεθός της. Το ιστορικό Teatro di San Giacomo λειτουργούσε ως κέντρο όπερας και θεάτρου μέχρι το 1902 και αντικαταστάθηκε από το νέο Δημοτικό Θέατρο, ένα από τα σημαντικότερα λυρικά θέατρα της εποχής. Παράλληλα υπήρχαν μικρότερες σκηνές σε αίθουσες συλλόγων και φιλαρμονικών, όπως της Αναγνωστικής και της Παλαιάς Φιλαρμονικής. Συνολικά μπορούσε κανείς να εντοπίσει τέσσερις έως έξι ενεργούς χώρους παραστάσεων. Με άλλα λόγια, αντιστοιχούσε περίπου μία θεατρική σκηνή σε κάθε πέντε έως επτά χιλιάδες κατοίκους.
Την ίδια περίοδο η Αθήνα είχε μεγαλύτερο πληθυσμό, περίπου 130.000–150.000 κατοίκους, και διέθετε περίπου έξι έως δέκα θέατρα, όπως το Βασιλικό Θέατρο και το Δημοτικό Θέατρο Αθηνών. Η αναλογία εκεί ήταν περίπου μία σκηνή ανά δεκαπέντε έως είκοσι χιλιάδες κατοίκους. Με άλλα λόγια, η Κέρκυρα είχε τότε δύο έως τρεις φορές μεγαλύτερη πυκνότητα θεατρικών σκηνών από την πρωτεύουσα.
Η σύγκριση δεν είναι απλώς αριθμητική. Αντανακλούσε μια κοινωνία που είχε ενσωματώσει το θέατρο, τη μουσική και τη δημόσια καλλιτεχνική έκφραση στην καθημερινή της ζωή.
Σήμερα ο πληθυσμός της Κέρκυρας κυμαίνεται στις εκατό χιλιάδες κατοίκους. Η βασική σκηνή της πόλης, το Δημοτικό Θέατρο, αποφασίστηκε να κλείσει επ’ αόριστον για επισκευή μετά από ατύχημα που συνδέθηκε με την πλημμελή λειτουργία του. Την ίδια στιγμή το ιστορικό κινηματοθέατρο Φοίνικας παραμένει κλειστό από το 2006. Στην πράξη η πόλη μένει χωρίς θεατρική σκηνή (εξαιρέσει της Ιόνιας Ακαδημίας).
Η σύγκριση αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο από μια απλή έλλειψη υποδομών. Σε διάστημα ενός αιώνα η Κέρκυρα πέρασε από μια πόλη με εξαιρετικά υψηλή πυκνότητα θεατρικών σκηνών σε μια πόλη που στερείται την πιο βασική της πολιτιστική υποδομή. Δεν πρόκειται μόνο για τεχνικό πρόβλημα. Είναι ένα σύμπτωμα αλλαγής της πολιτιστικής φυσιογνωμίας της πόλης.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.
