Είμαι δεκαεξάρης, σας γαμώ τα Λύκεια

Είμαι δεκαεξάρης, σας γαμώ τα Λύκεια

Μάλλον δεν τα κάναμε και τόσο καλά τα πράγματα στην εκπαίδευση. Δεν εξηγείται αλλιώς η απέχθεια των νεαρών Ελλήνων στο σχολείο τους. Ανεξάρτητα από το βάσιμο ή όχι των αιτημάτων για καθαριότητα και των φόβων για την επιδημία, που δεν πρέπει να υποτιμώνται, είναι φανερό ότι οι μαθητές ψάχνουν μια ευκαιρία για να κλείσουν το σχολείο.

28
Σεπτεμβρίου / 2020

Υπό τον πλασματικό όρο, κατάληψη, με την πρώτη ευκαιρία εγκαταλείπεται η σχολική εγκατάσταση ως υγειονομικά επικίνδυνη και εν πολλοίς εκπαιδευτικά άχρηστη εφόσον στη δωρεάν παιδεία της 3ης ελληνικής Δημοκρατίας, παραμένει συστημικά και συστηματικά γιγαντιαία η οικονομική αιμοραγία της οικογένειας προς την ιδιωτικώς παρεχόμενη παράλληλη εκπαίδευση.

Αυτή που σημασιοδοτήθηκε ως περισσότερο συμβατή με την επιδίωξη της συνέχειας στην ανώτατη βαθμίδα. Κι εκείνη με την σειρά της δεν αποδεικνύεται πάντα ταυτόσημη του επιπέδου της ενώ υποχωρούντος του μοντέλου του ευρέως Δημοσίου στην οικονομία, όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια δεν ικανοποιεί και την ταυτότητα, πτυχίο - εργασία.

Η διαχρονική, πολιτική ευθύνη για τα πράγματα, αποδεικνύεται από τον κουρνιαχτό που σηκώνεται ύστερα από κάθε κύμα μαθητικών «καταλήψεων» από τις μεγάλες πολιτικές Οργανώσεις.

Ένα βαρετό blame game ανάμεσα στους προφανώς υπευθύνους για την κακοδιοίκηση και έτσι την κακή πολιτική διαπαιδαγώγηση των Νεοελλήνων και σ' αυτόν τον νευραλγικό τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας, όπως άλλωστε ισχύει και σε τόσους άλλους.

Στην πραγματικότητα ένα σαρκοβόρο σύστημα καταβροχθίζει όποιον έχει τη φιλοδοξία να δράσει αλλιώς, θίγοντας προφανώς τα προνόμιά του, όπως και να κατανοούνται αυτά.

Το γεγονός ότι αυτό το καθεστώς, με όλες μα όλες του τις εκφάνσεις, διευκολύνει την καθιέρωση και τη διεύρυνση των κοινωνικών διακρίσεων, παραμένει αθέατο από τους θιασώτες «μιας άλλης πολιτικής», που δεν μπαίνουν στον κόπο να την περιγράψουν, επικαλούμενοι συνήθως τα μεγαλύτερα κρίματα των κρατούντων.

Κι έτσι παραφράζοντας τη ρήση του ποιητή, η ζωή περνάει δίχως να κοιτάζει τη δικιά σου μελαγχολία. Κι όταν αυτός (σ.σ. ο ποιητής) επανέρχεται κραυγάζει, Το τραγούδι ετούτο τό `πα και το εβδομηνταεννιά. Σ’ αγαπάω ακόμα αλλά εσύ είσαι κακιά. Ακούει κανείς;