Πέμπτη 10.09.2026 ΚΕΡΚΥΡΑ

Δεν είναι ο υπερτουρισμός, η Κέρκυρά μου

ΛΕΖΑΝΤΑ: Παραδοσιακές κερκυραϊκές φορεσιές στο Γαστούρι, εικόνες μιας παράδοσης που παραμένει ζωντανή και περνά από γενιά σε γενιά. ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ/ΑΡΧΕΙΟΥ.
ΑΡΘΡΟ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ
01 Σεπτεμβρίου 2026 / 13:29

Όταν φεύγεις, το χωριό μεγαλώνει μέσα σου. Γίνεται μυρτιά, τσιτσιμπίρα, γκιώνης, παγιές ιστορίες, σκορδαγιά και αγέρας. Γίνεται η ανάγκη της επιστροφής.

Όταν είμαι στο χωριό, στην Κέρκυρα, δε θα δώκω ιδιαίτερη σημασία, γιατί το χωριό είναι σα τη μάνα. Την αισθάνεσαι στη διπλανή κάμαρη, στην κουζινέλα να μπουγιάρει (βράζει) τσου σκορπιούς μπουρδέτο. Είναι εκεί...

Όταν φεύγω, όμως, το πέτο (στήθος) μου φουσκώνει από λαχτάρα γι’ αυτά που είδα, άκουσα, γεύτηκα στο χωριό.

Κλείνω τα μάτια. Το μαρτζαβί αρχινάει να βάφει, λέει ο Δημήτρης, ρουμάζει παναπεί.

Η ανθισμένη μυρτιά και η χειλιδρονιά (αγράμπελη) μοσκοβολάνε.

Η κρούζα, με την αψιά μυρωδιά της και τα κίτρινα άνθια της, αντέχει κάτου από τον ζεστό ήλιο και την κάψα.

Η αγριάδα τσι άκρες του δρόμου χορεύει με τον αγέρα και το βιολί του Σπίνουλα.

Οι καρέκλες στο καφενείο, τα καλοκαιρινά ογρά βράδια, με γιομίζουνε με την ευλογημένη αίσθηση του ότι όλοι γνωριζομάστενε.

Ο αφρός τση τσιτσιμπίρας που άνοιξε ο Τόνυ ανυπόμονα ξεθυμαίνει στα γυμνά μου ποδάρια.

Το φρεσκοψημένο ψωμί με λιγώνει από μπονώρα. Ο Αντρέας ο ψαράς διαλαλεί την ψαριά του: γαύρος, σαρδέλες και εσήμερα έχει κι ένανε σανπιέρο (Χριστόψαρο), με το δάχτυλο του Χριστού στη ράχη του να γυαλίζει φρεσκάδα. Ωωω... κάπο θα τόνε κάμω μπιάνκο.

Το πρωινό κελάηδημα των πουλιών — ήρθανε πολλά χελιδόνια εφέτος. Ο νυχτερινός γκιώνης, τα τριζόνια, ακόμα και τα κουνούπια είναι μέρος του σκηνικού.

Ο ήχος τση δειλής νότας από το κλαρινέτο του νέου μαθητή τση φιλαρμονικής και, ακόμα καλύτερα, η πρόβα της.

Ένα κομμάτι έναστρου ουρανού, το σούρουπο με τους ήχους του.

Η συναυλία των τζιτζίρων στο πάλκο μιας αιωνόβιας ελιάς που έχει δέσει καρπούς, πράσινα ακριβά ζαφείρια.

Ένα πιάτο αρμυρίχα με πατάτες βραστές και σκορδαγιά στο φιλόξενο σπίτι τση Ερβίρας.

Τα πιτέρια (γλάστρες) με το κοράλι, το βασιλικό, τσι τζίνιες και τσι βασιλικές μπιγκόνιες με τα κόκκινα άνθια που κρέμονται σα σταφύλια.

Το γιασεμί τση Μαρκίας και το φούλι τση Βασίλως του Μουρμούρη.

Η Βάκω, η Σοφούλα, η Μαίρη, η Αθηνά, η Νίτσα, στην παρέα στου Καπούτση, με τσι παγιές ιστορίες, τα χασκόγελα, το ξόμπλιασμα. Λείπει ο Καμαρέλης.

Ακόμα και η σιωπή του Παλατιού (Αχίλλειο), που μου πονεί πολύ, ακούεται σαν αλλόκοτη διαμαρτυρία στην αδιαφορία του γκουβέρνου.

Εκεί, στο σκοτάδι του, μαζώνονται όλα τ’ άστρα τση Κέρκυρας και κάνουνε τη δική τους θεϊκή, μυστηριακή χοροεσπερίδα. Ακουμπάνε τα σκοτεινά, παμπάλαια κεπαρίσσια μοροζιάρικα.

Η Λισάβε (Σίσσυ) ανασαίνει τον φρέσκο αγέρα που τόσο της έλειπε.

Ο Κάιζερ καταστρώνει πολεμικά, αιμοβόρα σχέδια, καθισμένος στην πέτσινη σέλα που έχει για σκάνιο (καρέκλα).

Όλα συναναστρέφονται το σκοτάδι και ζιούνε μέσα στον χρόνο τον άχρονο.

Δεν είναι μόνο η λαχτάρα τση επιστροφής στην Κέρκυρα. Είναι η ανάγκη μου να συνδέομαι με αξίες ανθρώπινες, με έθιμα, με πανηγύρια, με τελώνια και αναράιδες και όλες αυτές τσι αισθήσεις που η καθημερινότητα στην πρωτεύουσα τείνει να σβήσει.

ΒΟΥΛΑ ΤΖΙΛΙΑΝΟΥ

Εμφανίσεις: 266