Πώς φτάσαμε από το Cuba Libre στο bourbon on the rocks
Πόσο ιστορικά ακριβής είναι η αναφορά στο δικαίωμα των ΗΠΑ επί των λατινοαμερικανικών χωρών που αναφέρεται ως Δόγμα Μονρόε; Η περίπτωση της Κούβας.
Οι επιλογές των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική —ιδίως κατά τη διοίκηση του Ντόναλντ Τραμπ— παρουσιάζονται ως άσκηση νόμιμης γεωπολιτικής επιρροής απέναντι σε ανταγωνιστές, κυρίως την Κίνα και τη Ρωσία, οι οποίοι αναφέρονται ως το σύγχρονο ανάλογο της παλαιάς αποικιοκρατικής Ευρώπης του 19ου αιώνα. Η «νομιμοποίηση» αυτής της στάσης, από αμερικανική σκοπιά, στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι οι ΗΠΑ φέρουν ιστορικά κατοχυρωμένη ευθύνη για τη σταθερότητα και την ασφάλεια (σ.σ. προστασία) του δυτικού ημισφαιρίου και, συνεπώς, διαθέτουν δικαίωμα αποτροπής εξωτερικής διείσδυσης, ακόμη και μέσω οικονομικών μέσων πίεσης, όπως κυρώσεις και ενεργειακούς περιορισμούς σε χώρες όπως η Κούβα και η Βενεζουέλα (βλ. Gaddis, Surprise, Security, and the American Experience, 2004· CRS Reports on U.S. Sanctions Policy).
Η θέση αυτή έχει σαφές ιστορικό βάθος. Το 1823, με το Δόγμα Μονρόε, που διατυπώθηκε από τον Τζέιμς Μονρόε στο ετήσιο μήνυμα προς το Κογκρέσο (2 Δεκεμβρίου 1823), οι ΗΠΑ διακήρυξαν ότι δεν θα ανεχθούν νέα ευρωπαϊκή αποικιοκρατική επέμβαση στην Αμερική, ενώ ταυτόχρονα δεσμεύονταν να μην εμπλακούν στις ευρωπαϊκές υποθέσεις (primary source: Monroe Doctrine, U.S. National Archives). Επισήμως, το δόγμα παρουσιάστηκε ως αμυντική στάση υπέρ των νεοανεξάρτητων κρατών της Λατινικής Αμερικής· ουσιαστικά, όμως, ενίσχυσε την επιδίωξη διεύρυνσης των αγορών και οικονομικής διείσδυσης των ΗΠΑ, σε σύγκλιση και με τα βρετανικά εμπορικά συμφέροντα της εποχής (Hobsbawm, The Age of Revolution· Perkins, The Monroe Doctrine 1823–1826). Η νομιμοποίησή του δεν ήταν νομική αλλά πολιτική: στηρίχθηκε αφενός στο κύμα των ανεξαρτησιών από την Ισπανία και αφετέρου στη ναυτική ισχύ της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία de facto αποθάρρυνε ευρωπαϊκή επέμβαση. Η ανάγκη απελευθέρωσης της βορειοαμερικανικής αγοράς από τους περιορισμούς που δημιουργούσαν οι ευρωπαϊκές κτήσεις στην περιοχή αποτέλεσε βασική κινητήρια δύναμη. (Σ.σ. Η περιγραφή αυτή παραπέμπει στον συντονισμένο —αν όχι ενιαίο— χαρακτήρα της διαχρονικής αγγλοσαξονικής παρουσίας στη διεθνή ιστορία μετά τη βιομηχανική επανάσταση.)

Στα τέλη του 19ου αιώνα, η αρχή αυτή μετατρέπεται σε ενεργητική πολιτική. Στον Ισπανοαμερικανικό Πόλεμο, οι ΗΠΑ επεμβαίνουν στην Κούβα, όπου ήδη εξελισσόταν αγώνας ανεξαρτησίας, και εκδιώκουν την Ισπανία (Pérez, The War of 1898). Η εξέλιξη αυτή συνοδεύεται από τη θεσμοθέτηση του δικαιώματος παρέμβασης μέσω της Τροπολογία Πλατ, η οποία ενσωματώθηκε στο κουβανικό Σύνταγμα και επέτρεπε στις ΗΠΑ να επεμβαίνουν για τη διατήρηση της «τάξης» και την προστασία συμφερόντων (U.S. Statutes at Large, 1901). Η κουβανική ανεξαρτησία καθίσταται έτσι περιορισμένη, υπό ένα καθεστώς που η ιστοριογραφία περιγράφει ως «protectorate-like sovereignty» (Schoultz, Beneath the United States). (Σ.σ. Η αναλογία με την ορολογία της «αγγλικής προστασίας» στις ιστορικές περιπτώσεις των Επτανήσων και της Κύπρου είναι ενδεικτική.)

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γεννιέται και το συμβολικό Cuba Libre. Το σύνθημα «Cuba libre» χρησιμοποιείται ήδη το 1898 από τους αντάρτες και τους Αμερικανούς στρατιώτες, ενώ το ίδιο το ποτό καθιερώνεται περί το 1900–1902 στην Αβάνα, συνδυάζοντας κουβανικό ρούμι με αμερικανική Coca-Cola (Wondrich, Imbibe!). Το κοκτέιλ αποτυπώνει πολιτισμικά τη σύζευξη «απελευθέρωσης» και αμερικανικής παρουσίας — μια μορφή καθημερινής συμβολοποίησης της νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας.
Μια κομβική μεταγενέστερη καμπή στην κουβανική ιστορική αυτοαντίληψη είναι το Κίνημα της 26ης Ιουλίου, που ιδρύθηκε από τον Φιντέλ Κάστρο μετά την αποτυχημένη επίθεση στο στρατόπεδο Μονκάδα το 1953 και οδήγησε τελικά στην επανάσταση του 1959. Στον ίδιο τον κουβανικό λόγο —όπως αποτυπώνεται σε ομιλίες του Κάστρο και στην επαναστατική ιστοριογραφία (π.χ. K. S. Karol, Guerrillas in Power)— το κίνημα αυτό δεν παρουσιάζεται ως αποσπασματικό γεγονός, αλλά ως συνέχεια του ανεκπλήρωτου αγώνα ανεξαρτησίας του 19ου αιώνα εναντίον της Ισπανίας, ο οποίος θεωρείται ότι διακόπηκε ή «εκτράπηκε» από την αμερικανική επέμβαση του 1898. Με αυτή τη λογική, η επανάσταση του 1959 εμφανίζεται ως η ολοκλήρωση της πραγματικής εθνικής απελευθέρωσης — όχι πλέον μόνο από την αποικιοκρατία, αλλά και από την εξωτερική εξάρτηση — εδραιώνοντας μια ιστορική αφήγηση συνέχειας που συνδέει άμεσα τους αγωνιστές του 19ου αιώνα με τους επαναστάτες του 20ού.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.

