Οι Φωτογραφίες της Καισαριανής και η Ταινία του Αγγελόπουλου
Η πρώτη σκηνή των «Κυνηγών» του Θόδωρου Αγγελόπουλου είναι από τις πιο εμβληματικές στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.
Η ταινία ξεκινάει με την παραμονή μιας Πρωτοχρονιάς σε ένα χιονισμένο τοπίο. Ευκατάστατοι αστοί – βιομήχανοι, στρατιωτικοί, πολιτικοί και άλλοι εκπρόσωποι της μεταπολεμικής ελληνικής αστικής τάξης – βρίσκονται σε κυνηγετική εκδρομή σε ορεινή περιοχή της Ηπείρου. Καθώς περπατούν στο χιόνι, ανακαλύπτουν το πτώμα ενός άνδρα. Το συγκλονιστικό είναι ότι ο άνδρας είναι νεκρός αλλά άθικτος, χωρίς σημάδια αποσύνθεσης, ενώ φορά την στολή αντάρτη του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Έχει δηλαδή πεθάνει πριν από 30 χρόνια.
Ο άθικτος νεκρός του Αγγελόπουλου σημαίνει ό,τι σημαίνουν και οι προσφάτως ανευρεθείσες φωτογραφίες του Σκοπευτηρίου της Καισαριανής του 1944. Ο πόλεμος τελειώνει μόνον όταν υποστεί την ιστορική, κοινωνική και ηθική επεξεργασία. Στην Ελλάδα, κρίσιμες στιγμές της κατοχής, όπως η εκτέλεση των 200 από τους Γερμανούς στην Καισαριανή, παραμένουν παγωμένες στην συλλογική συνείδηση. Ο άθικτος νεκρός του Αγγελόπουλου είναι ο παγωμένος χρόνος. Ο νεκρός λειτουργεί σαν φάντασμα της ιστορίας. Το γεγονός δεν εξαφανίζεται επειδή πέρασε ο χρόνος. Παραμένει ενεργό, παράγει αποτελέσματα, μέχρι να αναγνωρισθεί. Δεν είναι η λήθη που κλείνει την ιστορία, αλλά η κατανόηση. Οι κυνηγοί έρχονται αντιμέτωποι όχι με έναν άνθρωπο, αλλά με την ίδια την ιστορία τους.
Μακράν του να επιχειρείται στο άρθρο αυτό η ανάλυση μιας εποχής, οι συγκεκριμένες φωτογραφίες λειτουργούν εδώ ως υπενθύμιση.
1. Οι φωτογραφίες, πρώτα από όλα, είναι το ρίγος που διαπερνά το σώμα όταν αντικρίζει κανείς το βλέμμα των 200 που οδεύουν προς τον θάνατο. Ποια ιδέα τους κρατάει όρθιους και θαλερούς, μετά από χρόνια κακουχιών στις φυλακές της μεταξικής δικτατορίας και, ακολούθως, της ναζιστικής κατοχής;
2. Οι περισσότεροι από τους 200 ήταν κομμουνιστές και είχαν παραδοθεί από τα όργανα της μεταξικής δικτατορίας στην Γερμανική κατοχική διοίκηση. Ο διαβόητος Μανιαδάκης, υπουργός Ασφαλείας του Μεταξά, καθυστέρησε κατά δύο ημέρες την αναχώρησή του από την Αθήνα, μόνο και μόνο για να διεκπεραιώσει την παράδοση των κομμουνιστών κρατουμένων στους Ναζί. (Ο Μανιαδάκης, μετά τον πόλεμο, θα εκλεγόταν βουλευτής του Καραμανλή. Μέντορας του Κ. Πλεύρη και του κόμματος της «4ης Αυγούστου».)
3. Στην όλη επιχείρηση της εκτέλεσης των 200 βοήθησαν και Έλληνες. Η Ελληνική Χωροφυλακή – όπως και το Μηχανοκίνητο της Αστυνομίας – συνεργάσθηκε με τις δυνάμεις κατοχής, θέτοντας στην διάθεσή της και τους φακέλους πολιτικών φρονημάτων των Ελλήνων πολιτών. Όλοι αυτοί οι δωσίλογοι δεν θα τιμωρούντο μετά τον πόλεμο. Αντίθετα, θα αποτελούσαν τον σκληρό βραχίονα του μεταπολεμικού Ελληνικού κράτους.
4. Από τα κάμποσα δηλητηριώδη σχόλια στις αναρτήσεις των φωτογραφιών, αυτές τις μέρες, καθώς και από τον βανδαλισμό της πλάκας εις μνήμη των εκτελεσθέντων φαίνεται ότι οι ιδεολογικοί απόγονοι αυτών που παρέδωσαν τους φυλακισμένους κομμουνιστές στους Γερμανούς κατακτητές είναι ακόμη επί σκηνής στον «Θίασο» του Αγγελόπουλου, ως οι αρνητικοί του ήρωες: ο Αίγισθος και η Κλυταιμνήστρα την ώρα που σχεδιάζουν την δολοφονία του Αγαμέμνονα.
5. Το νούμερο 200 προέκυψε από τον «γερμανικό» αλγόριθμο 4Χ50=200. Για κάθε Γερμανό αξιωματικό νεκρό εκτελούντο 50 Έλληνες. Όταν ο διοικητής του στρατοπέδου πρότεινε στον Ναπολέοντα Σουκατζίδη, ως γερμανομαθή, να τον εξαιρέσει από τους 200 και να τον αντικαταστήσει με άλλον, ο Σουκατζίδης αρνήθηκε. Ο αλγόριθμος über alles: 200. (Οι Γερμανοί, δημοκρατικοί σήμερα, εξακολουθούν να έχουν τυφλή προσήλωση στους αλγόριθμους, όπως απέδειξαν στην εποχή των μνημονίων – και αυτό πρέπει να το κοιτάξουν βαθύτερα.)
6. Οι φωτογραφίες είναι ένα ακόμη πειστήριο εγκλήματος πολέμου, στην επί χρόνια εκκρεμούσα υπόθεση της απαράγραπτης Ελληνικής αξίωσης πολεμικών αποζημιώσεων. Η άρνηση της σημερινής Γερμανίας να αναλάβει τις ιστορικές ευθύνες της αφορά και την συζήτηση των ημερών μας για την σχέση μεταξύ ισχύος και δικαίου. Η ισχυρή Γερμανία ρίχνει πάλι δισεκατομμύρια για τον επανεξοπλισμό της. Η λοιπή Ευρώπη σιωπά.
7. Ο φωτογράφος, αξιωματικός του κατοχικού στρατού, έζησε και πέθανε σαν ένας ευυπόληπτος Γερμανός πολίτης, όπως χιλιάδες άλλοι που δεν τιμωρήθηκαν ποτέ για την συμμετοχή τους στα αμέτρητα εγκλήματα του πολέμου. Ποια τα αισθήματά του 10 ή 20 ή 30 χρόνια μετά την φωτογράφιση, όταν άνοιγε το σεντούκι με τις κρυμμένες φωτογραφίες; Ποια και τα αισθήματα των απογόνων που εμπορεύθηκαν τις φωτογραφίες;
8. Είμαστε σήμερα, στην χώρα μας, ικανοί να διαμορφώσουμε μια συνθετική δημόσια Ιστορία που θα διακρίνει τον κατακτητή από τον αντιστασιακό, τον καταδότη από τον καταδοθέντα, τον Μανιαδάκη από τους 200, το παιδί, που έγραφε στον τοίχο «Ελευθερία», από τον χωροφύλακα που συνελάμβανε αυτό το παιδί, το βασάνιζε και το παρέδιδε στην Γκεστάπο και που μετά θα ανταμειβόταν από το μεταπολεμικό κράτος για «τις πολύτιμες υπηρεσίες που προσέφερε στο έθνος»;
ΥΓ: Η τελευταία ζωντανή μαρτυρία της Καισαριανής: https://www.youtube.com/watch?v=TWtw_oJmHqI
