Ο ελληνικός λόγος δεν είναι απλώς μια από τις γνωστές γλώσσες
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, σήμερα.
Το γνωστό κάλεσμα του Ρήγα Φεραίου στον «Θούριο» —«Βλάχοι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί, Αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή, για την ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί, και να πούμεν ελεύθερα, να ζήσωμεν μαζί»— είχε ως συνεκτικό του στοιχείο τον ελληνικό λόγο. Όχι για λόγους προβολής εθνικής ανωτερότητας έναντι των άλλων λαών, αλλά ως πολύτιμη κιβωτό των αρχαίων κλασικών αξιών, που έδιναν ουσιαστικό περιεχόμενο στον ξεσηκωμό.
Η συζήτηση αυτή κυριάρχησε στη τότε Ευρώπη και όχι αποκλειστικά για το ελληνικό ζήτημα. Η ικανοποίηση των προσδοκιών για τον Κόσμο μετά τον φεουδαλισμό αναζήτησε αναγκαστικά τον μίτο της ανθρώπινης σκέψης. Αναδείχθηκε σε κεντρικό θέμα του φιλοσοφικού διαλόγου, που αντιπαρέθεσε στον σκοταδισμό τις αξίες του ελληνικού λόγου. Αυτή υπήρξε μία από τις βασικές αιτίες του ρεύματος του φιλελληνισμού, το οποίο εκφράστηκε με την ηρωική εμπλοκή των φορέων του στην Ελληνική Επανάσταση.
Ζούμε σήμερα σε μια εποχή όπου η γλώσσα φτωχαίνει με πρωτοφανή ταχύτητα. Η επικοινωνία περιορίζεται σε συντομογραφίες, εικονίδια, έτοιμες φράσεις και αλγοριθμικά φίλτρα. Ο λόγος μετατρέπεται σταδιακά σε τεχνολογικό εργαλείο μετάδοσης πληροφοριών, απογυμνωμένο από αξίες, βάθος και στοχασμό.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η υποστήριξη του ελληνικού λόγου δεν αποτελεί πράξη νοσταλγίας ούτε πολιτιστικό στολίδι. Είναι πράξη αντίστασης. Γιατί ο ελληνικός λόγος δεν γεννήθηκε ως ουδέτερος μηχανισμός επικοινωνίας. Γεννήθηκε ως φορέας νοήματος, ως χώρος όπου συναντιούνται η ηθική, η πολιτική σκέψη, η φιλοσοφία και η ανθρώπινη ευθύνη.
Από την αρχαιότητα έως τα νεότερα χρόνια, η γλώσσα αυτή καλλιέργησε την έννοια του μέτρου, της αυτοκριτικής, της αμφισβήτησης της εξουσίας και της συμμετοχής στα κοινά. Δεν εκπαίδευε καταναλωτές πληροφορίας, αλλά πολίτες. Δεν παρήγαγε απλώς «μηνύματα», αλλά συνείδηση.
Σήμερα, η ψηφιακή επικοινωνία ευνοεί την ταχύτητα εις βάρος της σκέψης. Οι λέξεις χάνουν το βάρος τους. Η αλήθεια σχετικοποιείται. Η επιχειρηματολογία αντικαθίσταται από κραυγές. Μέσα σε αυτό το τοπίο, η εγκατάλειψη της γλωσσικής καλλιέργειας ισοδυναμεί με εγκατάλειψη της δημοκρατικής παιδείας.
Γι’ αυτό σήμερα επιβάλλεται να ξανασυναντήσουμε τον λόγο του Ρήγα όχι ως προγονοπληξία ή κούφια επίδειξη δήθεν ανωτερότητας, αλλά ως ζωντανό παράδειγμα αξιακής αναφοράς και πολιτικής ευθύνης. Η στήριξη του ελληνικού λόγου δεν αφορά στο παρελθόν. Αφορά στο δικαίωμά μας στο μέλλον.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.
