Όταν οι λέξεις χάνουν το νόημά τους
Το σύστημα μιλά εναντίον του εαυτού του για να επιβιώσει, χρησιμοποιώντας κάθε ευκαιρία, παραποιώντας την ιστορία, αξιοποιώντας την τέχνη και την τεχνική.
Ο αντισυστημισμός, στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, κινδυνεύει να καταντήσει αξεσουάρ πολιτικής ταυτότητας: φοριέται εύκολα, αφαιρείται γρήγορα και σπάνια αφήνει σημάδια.
Κομβική στιγμή για τη Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία υπήρξε το πρώτο εξάμηνο του 2012, όταν επιβλήθηκε –κοινοβουλευτικά, αλλά και πραξικοπηματικά στην ουσία– η αποδοχή μιας δεύτερης συμφωνίας με τους δανειστές, σαφώς σκληρότερης της πρώτης, υπό την πρωθυπουργία του Λουκά Παπαδήμου. Η εξέλιξη αυτή επήλθε με την εκόντος άκοντος αποδοχή της από τον τότε εκλεγμένο πρωθυπουργό Γιώργου Παπανδρέου, που προηγουμένως καθαιρέθηκε/παραιτήθηκε αφού πρώτα ζήτησε και έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης!
Η απειλή πολιτικής αποσταθεροποίησης ήταν άμεση. Διήλθε οριζόντια τα κόμματα εξουσίας και αποτυπώθηκε εκρηκτικά στις κάλπες του Μαΐου 2012, με προοπτική να μετασχηματιστεί σε κρίση διαρκείας. Τότε ήταν που οι βασικοί πυλώνες του πολιτικού συστήματος έσπευσαν, λιτοί και δεμένοι, να ανακόψουν αυτή την εξέλιξη – και το κατάφεραν μόλις έναν μήνα αργότερα, στις επαναληπτικές εκλογές.
Η συγκυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου, με τη συμμετοχή μιας συνεργάσιμης Αριστεράς (ΔΗΜΑΡ – Φώτης Κουβέλης), λειτούργησε ως μηχανισμός διάσωσης του πολιτικού συστήματος μέσω μιας κυβέρνησης «ευρείας» ή, κατ’ επίφαση, «οικουμενικής» απεύθυνσης.
Αργότερα, η περίοδος διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που γρήγορα συνθηκολόγησε έχοντας προηγουμένως πλειοδοτήσει σε ριζοσπαστική ρητορική, επέτεινε τη γενικευμένη πλέον αντιμετώπιση του «αντισυστημικού» λόγου με καχυποψία. Έκτοτε, η ενσωμάτωση πολλών από τους φορείς του αντισυστημικού λόγου στην κανονικότητα της εξουσίας μετέτρεψε τον αντισυστημισμό από υπόσχεση αλλαγής σε ανάμνηση διάψευσης.
Σήμερα στην Ελλάδα, αντισυστημικός μπορεί να δηλώνει κανείς σχεδόν χωρίς περιεχόμενο. Αρκεί ένας θυμωμένος τόνος, μια επίθεση στα «ΜΜΕ», ένα γενικόλογο «όλοι ίδιοι είναι». Όμως αυτή η ρητορική σπάνια αγγίζει τις πραγματικές δομές εξουσίας: τις επιλογές στην εξωτερική πολιτική, το πελατειακό κράτος, τη συγκέντρωση οικονομικής ισχύος, την αδιαφάνεια, τη θεσμική ανισορροπία. Έτσι, ο αντισυστημισμός καταλήγει να λειτουργεί εκτονωτικά και όχι ανατρεπτικά.
Το φαινόμενο δεν είναι ελληνικό. Από τις Ηνωμένες Πολιτείες έως την Ευρώπη, ο αντισυστημισμός έχει μετατραπεί σε παγκόσμια πολιτική γλώσσα. Η Ακροδεξιά τον αξιοποιεί για να επιτεθεί στη φιλελεύθερη δημοκρατία, η ριζοσπαστική Αριστερά για να καταγγείλει τον νεοφιλελευθερισμό, ενώ συστημικοί παίκτες τον δανείζονται για να ανανεώσουν το πολιτικό τους προφίλ. Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο: το σύστημα μιλά εναντίον του εαυτού του – και επιβιώνει.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.
