Η αντιμετώπιση της κλιμακούμενης τουρκικής επιθετικότητας

Η αντιμετώπιση της κλιμακούμενης τουρκικής επιθετικότητας

Γράφει ο Γιώργος Καρύδης

29
Ιουνίου / 2022

Έχουμε επανειλημμένα επισημάνει πως η βασική προϋπόθεση για να αποφύγεις μια στρατιωτική σύγκρουση είναι να είσαι πανέτοιμος για πόλεμο. Το έχει αποδείξει η παγκόσμια ιστορία. Χαρακτηριστικά εκφράστηκε αυτό με τη γνωστή ρήση του Ιούλιου Καίσαρα si vis pacem, para bellum (Αν θέλεις ειρήνη, προετοίμαζε πόλεμο).

Οι Τούρκοι είτε είναι κεμαλιστές, είτε εθνικιστές, είτε ισλαμιστές στοχεύουν στην αναβίωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Έχουν σταθερή  εθνική στρατηγική. Μελετούν, σχεδιάζουν κι ενεργούν συγκροτημένα και μ’ επιμονή. Προωθούν τις διεκδικήσεις τους, ώστε η Τουρκία να γίνει πανίσχυρη περιφερειακή δύναμη στην ευρύτερη περιοχή με παγκόσμια επιρροή. 

Για πάνω από μισό αιώνα έχουν διαπιστώσει ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα στις επιθετικές ενέργειες και προκλήσεις τους αντιδρά με υποχωρητικότητα, φοβικότητα και κατευνασμό. Αυτό συνέβη με την στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο το 1974, με την απειλή ότι η άσκηση του νόμιμου δικαιώματος της Ελλάδας για επέκταση των χωρικών της υδάτων στα 12 ν.μ. θ΄ αποτελέσει αιτία πολέμου (casus belli), με το γκριζάρισμα των Ιμίων το 1996, με το παράνομο τουρκολυβικό Σύμφωνο το 2019, που παραβιάζει την ελληνική και κυπριακή ΑΟΖ, με την πραγματοποίηση σεισμικών ερευνών του ORUC  REIS  στην ΑΟΖ του Καστελλόριζου το 2020. Έτσι η Τουρκία προκαλεί de facto περιορισμούς στην εθνική μας κυριαρχία και μάλιστα αμαχητί!

Αναλύοντας αυτά τα δεδομένα και ερμηνεύοντας τις πιθανές αντιδράσεις της  κυρίαρχης ελληνικής ελίτ ο νέος σουλτάνος Ερντογάν, ο οποίος φιλοδοξεί να μείνει στην ιστορία ξεπερνώντας και  τον Κεμάλ Ατατούρκ, έχει εφεύρει τα τελευταία χρόνια την στρατηγική της "Γαλάζιας Πατρίδας" στοχεύοντας αρχικά να κυριαρχήσει στο Αιγαίο Πέλαγος και κατόπιν σ΄ ολόκληρη στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο ίδιος, το επιτελείο του αλλά και η αντιπολίτευση ανεβάζουν διαρκώς τους τόνους, οξύνουν τις προκλήσεις και κλιμακώνουν τις επιθετικές  ενέργειες σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου.

Στην κατεύθυνση αυτή προετοιμάζουν την προσάρτηση της Βόρειας Κύπρου στην Τουρκία, αμφισβητούν  τις διεθνείς συνθήκες της Λωζάνης (1923) και των Παρισίων (1947), γράφουν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους το Διεθνές Δίκαιο, αξιώνουν την αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών του Αιγαίου, αμφισβητώντας πλέον ανοιχτά την ελληνική κυριαρχία τους, έχουν αυξήσει τις παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου όχι μόνο στο FIR Αθηνών αλλά και πάνω από κατοικημένα ελληνικά νησιά, ετοιμάζουν νέες σεισμικές έρευνες στην ελληνική ΑΟΖ, ενώ παράλληλα μεθοδεύουν καταστάσεις όξυνσης των σχέσεων της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης με το ελληνικό κράτος.

Αξίζει να υπογραμμιστεί πως η νεοοθωμανική αυτή στρατηγική της Τουρκίας έχει μπολιαστεί στην τουρκική κοινή γνώμη, η οποία πιστεύει στον παντουρκισμό και στην αναβίωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στους Τούρκους έχει καλλιεργηθεί η αντίληψη πως οι Έλληνες είναι οι σημαντικότεροι εχθροί τους.

Το ζητούμενο επομένως σήμερα είναι πως οφείλει να αντιδράσει η Ελλάδα.
Ένας λαός, μια χώρα, μια κοινωνία αν θέλει να συνεχίσει να υπάρχει , να διαφεντεύει  τον τόπο της και τις τύχες του, πρέπει να είναι σε θέση να διαφυλάξει την εθνική και εδαφική του κυριαρχία. Αυτό σημαίνει πατριωτισμός.
Οι διπλωματικές πρωτοβουλίες, οι παρεμβάσεις σε διεθνές επίπεδο, τα ταξίδια, οι ομιλίες και τα δελτία τύπου για τη απαράδεκτη και προκλητική συμπεριφορά της Τουρκίας είναι χρήσιμα, αλλά προφανώς δεν αρκούν.

Αυτό που πρώτιστα απαιτείται είναι το ελληνικό πολιτικό σύστημα ν’ αποβάλλει τα φοβικά σύνδρομα και την διαρκή υποχωρητικότητα. Η λογικές του "τι θέλετε, να κάνουμε πόλεμο για μια- δυο βραχονησίδες’" ή "προκειμένου να έχουμε την ησυχία μας, ας μοιράσουμε το Αιγαίο με τους Τούρκους" πρέπει να εγκαταλειφθούν, γιατί μετά θα έλθουν τα χειρότερα. Που; Στο υπόλοιπο Αιγαίο, στην Θράκη, στην Κρήτη κι έπεται συνέχεια.  

Είναι αναγκαίο επομένως τόσο όσοι κρατούν τις τύχες του τόπου στα χέρια τους όσο και η ελληνική διανόηση να συμβάλουν ώστε ο ελληνικός λαός να κατανοήσει την τουρκική πραγματικότητα και τους κινδύνους που διατρέχουν η εθνική ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Επίσης να καταστεί πέρα από κάθε αμφιβολία αντιληπτό, πως κανείς δεν πρόκειται να πολεμήσει για την Ελλάδα. Η.ΠΑ., ΝΑΤΟ και Ε.Ε. θεωρούν για γεωπολιτικούς και οικονομικούς λόγους την Τουρκία πιο συμφέρουσα από την Ελλάδα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η μόλις προχθεσινή έγκριση της ΕΕ, η Τουρκία να μπορεί να χρησιμοποιεί για διαφημιστικούς και τουριστικούς λόγους την προκλητική και απαράδεκτη ονομασία "Turkaegean"!

Άρα επιβάλλεται να γίνει κατανοητό ότι πρέπει να αποβλέπουμε και να βασιζόμαστε αποκλειστικά στις δικές μας δυνάμεις,  στην ελληνική στρατιωτική ισχύ.
Τα παραπάνω πρέπει κυρίως να τα συνειδητοποιήσουν οι νεότερες γενιές από τις οποίες εξαρτάται το μέλλον του τόπου. Η ελληνική νεολαία πρέπει να πειστεί, πως αν ποτέ χρειαστεί, είναι διατεθειμένη να υποστεί τις αναγκαίες θυσίες για την εθνική ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της πατρίδας, προκειμένου να μην καταστεί η Ελλάδα οθωμανική επαρχία.

Παράλληλα με τα παραπάνω απαιτείται να συγκροτηθεί μια εθνική στρατηγική που θα την εφαρμόσει η οποιαδήποτε κυβέρνηση βρίσκεται στην εξουσία και ταυτόχρονα να γίνουν οι δέουσες ενέργειες ώστε να πειστεί η Τουρκία ότι η Ελλάδα έχει αλλάξει στάση, ο ελληνικός λαός δεν είναι διατεθειμένος να ανεχθεί άλλες εκχωρήσεις και ότι η στρατιωτική ισχύς της  Ελλάδας έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει συντριπτικά πλήγματα στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις.  

Τότε η Τουρκία μπορεί μεν να μην σταματήσει να προκαλεί, αλλά δεν θα τολμήσει να επιτεθεί στρατιωτικά ξεκινώντας ελληνοτουρκικό πόλεμο, γιατί , μεταξύ των άλλων, ιστορικά έχει αποδείξει πως  δεν εμπλέκεται σε πολεμικές συγκρούσεις όταν γνωρίζει ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη.