Λίστες και λίσταρχοι

Λίστες και λίσταρχοι

Η κατανομή της δαπάνης για τη δημοσίευση των μηνυμάτων του ΕΟΔΥ είναι αυθαίρετη. Εκλαμβάνεται ως ενίσχυση των media αλλά προφανώς δεν είναι. Είναι διαφήμιση. Η δουλειά έπρεπε να τιμολογηθεί με το ίδιο μέτρο για όλους και αναλόγως να εξοφληθεί.

08
Ιουλίου / 2020

Τα ποιοτικά στοιχεία του κάθε Μέσου, ως συντελεστές κόστους και τιμής, θα έπρεπε να προέρχονται από τα οικεία Μητρώα της Γενικής Γραμματείας. Δεν έγινε έτσι, και για μια ακόμα φορά μια διαφημιστική δαπάνη, εκπορευόμενη από το Δημόσιο, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως μεταλλάχθηκε σε πολιτικό χρήμα. Όπως παλιά, σε ανάμνηση των μετεμφυλιακών τακτικών και ρυθμίσεων με σκοπό εντέλει τη χειραγώγηση του Τύπου. Όσοι διαμαρτύρονται για τη μη ύπαρξη διαφανών κριτηρίων στην κατανομή του κονδυλίου, έχουν δίκιο. Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλείται από το γεγονός ότι επώνυμοι φιλελεύθεροι και «αντικρατιστές», δημοσιολογούντες και εκδότες έγιναν χωρίς αντιρρήσεις αποδέκτες μιας παχυλής δημόσιας χρηματοδότησης ελέω κορονοϊού και μάλιστα ενώ προδήλως αμφισβητούνται (σ.σ. από όλους τους άλλους) τα κριτήρια της κατανομής.

Πέραν της διελκυνστίδας ανάμεσα στα κόμματα, των οποίων οι επισημάνσεις είναι γενικά σωστές εφόσον η δεοντολογική τους στάση αλλάζει ανάλογα με τις θέσεις στα βουλευτικά έδρανα, υπογραμμίζεται η ανάγκη να μπουν κανόνες στο παιχνίδι. Τέτοιοι που ουδέποτε υπήρξαν κι αυτό δυστυχώς αποτελεί το μέτρο της δημοκρατικής λειτουργίας γενικώς, και όχι μόνον του Τύπου και των media. Ένας λεκές στην ομολογουμένως καλύτερη, την 3η, ελληνική Δημοκρατία.
Ιδιαιτέρως μάλιστα τώρα, που η συγκέντρωση πλούτου και η γεωπολιτική αξία της περιοχής και της Χώρας μέσα σ' αυτήν, ανατιμάται και που τα media χάνουν ολοένα τη διαμεσολαβητική τους αξία ενσωματωνόμενα, οι δημοκρατικοί κανόνες στην ενημέρωση είναι τόσο ηθικό όσο και λειτουργικό ζήτημα. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη με τον τρόπο που χειρίστηκε την πίστωση για την ενημερωτική καμπάνια ενώ μπορούσε να συμβάλει στη λύση του γρίφου δεν το θέλησε και δεν το έκανε. Προτίμησε να χρηματοδοτήσει και να επιδράσει στον συσχετισμό της επικοινωνιακής ισχύος. Έτσι το αίτημα της δεοντολογικής συμπεριφοράς απέναντι στον Τύπο και του Τύπου του ιδίου, εξακολουθεί δημοκρατικό ζητούμενο, κληροδοτούμενο στην όποια επόμενη φάση με την ίδια ένταση!