Μαρίνα megayachts Κέρκυρας: Τα καρνάγια, ο ΟΛΚΕ και το μέλλον της πόλης
Η αντιπαράθεση για τα καρνάγια δεν αφορά μόνο τη μετεγκατάσταση μιας παραδοσιακής δραστηριότητας. Αποκαλύπτει το έλλειμμα δημόσιου σχεδιασμού γύρω από τη μεγαλύτερη ιδιωτική επένδυση που έχει προγραμματιστεί στο παραλιακό μέτωπο της Κέρκυρας και την αδράνεια των τοπικών αρχών να διεκδικήσουν όρους υπέρ της πόλης.

ΚΕΡΚΥΡΑ. Η αντιπαράθεση για τα καρνάγια δεν αφορά τελικά μόνο τη μετεγκατάσταση μιας επαγγελματικής δραστηριότητας. Αποτελεί το πρώτο, ορατό επεισόδιο της μεγαλύτερης ιδιωτικής επένδυσης που έχει ποτέ σχεδιαστεί στο παραλιακό μέτωπο της Κέρκυρας και, ταυτόχρονα, φέρνει στην επιφάνεια μια συζήτηση που ουσιαστικά δεν έγινε ποτέ: ποια θα είναι η σχέση της πόλης με τη νέα μαρίνα megayachts και ποια φυσιογνωμία θα αποκτήσει το παραλιακό της μέτωπο τις επόμενες δεκαετίες.

Περίπου 25 χρόνια παλεύει το ελληνικό Δημόσιο, η Περιφέρεια και ο ΟΛΚΕ να φτιάξουν ένα λιμανάκι στην Σπηλιά...
Η επένδυση της Lamda Development δεν αφορά μόνο έναν νέο λιμένα μεγάλων σκαφών. Συνεπάγεται ριζική αναδιαμόρφωση της ζώνης του λιμανιού, επηρεάζει άμεσα το «γιοφύρι της Άρτας», καταφύγιο τουριστικών σκαφών στο «Καφέ Γυαλί» και αναπόφευκτα θέτει ζητήματα δημόσιας πρόσβασης στη θάλασσα, κυκλοφοριακής επιβάρυνσης, νέων οδικών και λιμενικών υποδομών, στάθμευσης και συνολικής λειτουργίας της πόλης. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται απλώς για μια επιχειρηματική επένδυση αλλά για μια παρέμβαση που θα επαναπροσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο η Κέρκυρα θα συνδέεται με το θαλάσσιο μέτωπό της.
Κι όμως, αυτή η στρατηγική επιλογή ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο ουσιαστικής δημόσιας διαβούλευσης. Η σύμβαση προωθήθηκε και κυρώθηκε χωρίς να προηγηθεί μια οργανωμένη συζήτηση για τις επιπτώσεις της στην πόλη. Η παρουσία του περιφερειάρχη και του δημάρχου λίγο πριν από την κύρωση της σύμβασης από τη Βουλή έδωσε την εικόνα μιας θεσμικής συμμετοχής της τελευταίας στιγμής. Διατυπώθηκαν ορισμένες επιφυλάξεις, όμως στη συνέχεια δεν υπήρξε καμία συστηματική διεκδίκηση, κανένα ολοκληρωμένο πλαίσιο απαιτήσεων, καμία δημόσια πρωτοβουλία για να τεθούν όροι που θα διασφάλιζαν ότι η επένδυση θα υπηρετήσει και τις ανάγκες της πόλης. Η στάση των εκπροσώπων των τοπικών αρχών υπήρξε, στην πράξη, οκνηρή και παθητική απέναντι σε μια εξέλιξη που αναμένεται να μεταβάλει καθοριστικά το αστικό και οικονομικό τοπίο της Κέρκυρας.
Μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο εντάσσεται και η υπόθεση των καραβομαραγκών. Η απομάκρυνση των καρνάγιων αποτελεί το αναγκαίο πρώτο βήμα για την έναρξη των εργασιών της επένδυσης και εξηγεί την πίεση που ασκείται για την τήρηση των συμβατικών χρονοδιαγραμμάτων. Ωστόσο, η ανάγκη αυτή δεν απαλλάσσει την Πολιτεία και τους εμπλεκόμενους φορείς από την υποχρέωση να διασφαλίσουν ότι η μετεγκατάσταση θα πραγματοποιηθεί με όρους που επιτρέπουν τη συνέχιση της δραστηριότητάς τους.
Οι καραβομαραγκοί ζητούν το αυτονόητο (σ.σ. που θάλεγε και μια ψυχή): να υπάρχουν στον νέο χώρο οι υποδομές που απαιτούνται για να συνεχίσουν να εργάζονται. Η νηοδόχος, οι λιμενικές εγκαταστάσεις και οι βασικές τεχνικές υποδομές δεν αποτελούν πρόσθετες διευκολύνσεις αλλά προϋποθέσεις ύπαρξης της δραστηριότητάς τους. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι γιατί αντιδρούν οι επαγγελματίες, αλλά ποιος έχει την ευθύνη να κατασκευάσει αυτές τις υποδομές και γιατί ζητείται η αποχώρησή τους πριν αυτές ολοκληρωθούν.
Από λιμάνι της πόλης σε πόλη της μαρίνας;
Η σημερινή σύγκρουση με τον Οργανισμό Λιμένος Κέρκυρας είναι, στην πραγματικότητα, η ορατή εκδήλωση ενός πολύ βαθύτερου προβλήματος σχεδιασμού. Αντί η πόλη να έχει προηγουμένως καθορίσει τους όρους με τους οποίους θα υποδεχθεί τη μεγαλύτερη επένδυση της σύγχρονης ιστορίας της, συζητά εκ των υστέρων για το πώς θα μετακινηθούν τα καρνάγια. Κι όμως, το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ ευρύτερο: ποια Κέρκυρα θέλουν οι κάτοικοί της μετά τη μαρίνα και με ποιους όρους η ανάπτυξη θα συνυπάρξει με την ιστορία, την παραγωγή, τον δημόσιο χώρο και την ποιότητα ζωής. Οι καραβομαραγκοί απλώς έφεραν αυτή τη συζήτηση στην επιφάνεια. Δεν είναι το πρόβλημα· είναι η αφορμή για να ανοίξει, έστω και καθυστερημένα, μια συζήτηση που θα έπρεπε να έχει προηγηθεί της επένδυσης.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.

