Ο Βασιλιάς του Βαλς και η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης

Ο Βασιλιάς του Βαλς και η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης

Γράφει ο Μάνος Ράπτης

05
Ιανουαρίου / 2022

Η παγκόσμια δημοφιλία της πρωτοχρονιάτικης Συναυλίας της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βιέννης (ενός αυτόνομου, αυτοχρηματοδοτούμενου Συλλόγου που αποτελείται αποκλειστικά από μέλη της Κρατικής Ορχήστρας της Όπερας της Βιέννης και λειτουργεί στηριζόμενος στην δημοκρατική αυτοδιαχείριση) μπορεί να έχει δημιουργήσει την εντύπωση ότι η εκτέλεση από την Ορχήστρα έργων της οικογένειας Στράους εκτείνεται πίσω στον χρόνο, στην εποχή του Γιόχαν Στράους του πρεσβύτερου και, γι' αυτόν το λόγο, στις απαρχές αυτής της ίδιας της Ορχήστρας. Παρόλα ταύτα, τα ιστορικά δεδομένα μας αποκαλύπτουν κάτι εντελώς διαφορετικό: Για μία μακρά περίοδο η Φιλαρμονική αγνοούσε (επιδεικτικά;) την πιο “Βιεννέζικη” μουσική που είχε γραφτεί ποτέ. Πιθανόν, οι μουσικοί της δεν ήθελαν να διακινδυνεύσουν την κοινωνική τους ανάδειξη και αναγνώριση εμπλεκόμενοι με μία μουσική που εθεωρείτο πιο “λαική”..

Αυτή η προσέγγιση προς την οικογένεια Στράους άλλαξε με τον καιρό. Αποφασιστικός παράγοντας ως προς αυτό υπήρξε η προσωπική επαφή που αρκετοί εκ των μουσικών της Φιλαρμονικής απέκτησαν με τον Γιόχαν Στράους τον νεότερο και η οποία τους έδωσε την ευκαιρία να εντρυφήσουν σε αυτό το είδος της μουσικής και να γνωρίσουν προσωπικά την χαρισματική φυσιογνωμία του δημιουργού της, ο οποίος είχε, ήδη, μαγέψει όλη την Ευρώπη. Η πρώτη συνεργασία μεταξύ του Γιόχαν Στράους του νεότερου και των μουσικών της Φιλαρμονικής της Βιέννης, προέκυψε λόγω μιας πρεμιέρας: ο Στράους είχε συνθέσει το περίφημο βαλς “Wiener Blut”, έργο 354, για τον χορό της Όπερας της Βιέννης, ο οποίος έλαβε χώρα στις 22 Απριλίου 1873 στη Χρυσή Σάλα, στο Musikverein και που ο ίδιος ο Στράους διηύθυνε στην πρεμιέρα αυτή, με το βιολί του, όπως το συνήθιζε. Το κοινό, εκστασιασμένο, απαίτησε την επανάληψη του βαλς και οι μουσικοί ενθουσιάστηκαν.

Στις 4 Νοεμβρίου 1873 ο Γιόχαν Στράους διηύθυνε εκτελέσεις έργων του πατέρα του και του Γιόζεφ Λάνερ, όπως, επίσης, και του δικού του έργου, του περίφημου βαλς “Ο Γαλάζιος Δούναβης” που αποτέλεσαν μέρος του κοντσέρτου που ερμηνεύτηκε με αφορμή την Παγκόσμια Κινεζική Έκθεση. Η επόμενη εμφάνισή του με την Φιλαρμονική της Βιέννης ήταν για ένα σουαρέ που έγινε στις 11 Δεκεμβρίου του 1877 στη Όπερα της Βιέννης, οπότε και διηύθυνε την πρεμιέρα του έργου του “Αναμνήσεις από την Παλιά και Νέα Βιέννη”. Δυστυχώς, το χειρόγραφο αυτού του έργου έχει χαθεί, και δεν μπορούμε, πλέον, να απολαύσουμε αυτό το εξαιρετικό δημιούργημα του “Βασιλιά του Βαλς” που αποτέλεσε ένα συνδυασμό μουσικών θεμάτων του ιδίου και του πατέρα του, προκειμένου να περιγράψει μουσικά πώς συνήθιζε να χορεύει η Βιέννη τόσο στο παρελθόν όσο και στις μέρες του.

Κατά τη διάρκεια των εορτασμών για τα 50 χρόνια καλλιτεχνικής δημιουργίας του Γιόχαν Στράους, η Φιλαρμονική συμμετείχε κατά τρόπο που ξεκάθαρα εξαφάνιζε οποιαδήποτε κριτική του παρελθόντος κατά της Δυναστείας Στράους. Κατ' αρχάς, η Ορχήστρα έστειλε αντιπροσωπεία 3 ατόμων για να τον συγχαρεί και, στις 14 Οκτωβρίου 1894, παρουσίασε ένα Φεστιβάλ έργων του στη Χρυσή Σάλα του Musikverein, για το οποίο ο Δάσκαλος εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του με την παρουσίαση ενός αναμνηστικού μεταλλίου και με ένα τηλεγράφημα, στο οποίο δήλωνε ότι “Μεταξύ άλλων, εκφράζω τις θερμότερες ευχαριστίες μου στους σπουδαίους μουσικούς της περίφημης Φιλαρμονικής, για την εξαιρετική παρουσίαση και για την καλοσύνη που επιδείξατε, γεγονός που με χαροποίησε ιδιαίτερα – Γιόχαν Στράους”. Η επόμενη συνάντησή τους, δυστυχώς, είχε τραγικές συνέπειες: Στις 22 Μαίου 1899 ο Στράους διηύθυνε μία παράσταση της “Νυχτερίδας” στην Όπερα, για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του. Κατά τη διάρκεια της παράστασης αρρώστησε από κρύωμα, το οποίο εξελίχθηκε σε πνευμονία, εξαιτίας της οποίας πέθανε στις 3 Ιουνίου 1899.

Παρόλη την καλή σχέση ποου υπήρξε, ακόμη και μετά τον θάνατο του συνθέτη οι μουσικοί της Φιλαρμονικής δεν έγιναν άμεσα οι μεγαλύτεροι υποστηρικτές της μουσικής του. Δεν ήταν παρά το 1921, όταν και άρχισε να υλοποιείται μία μεταστροφή. Με αφορμή τα αποκαλυπτήρια του μνημείου του Γιόχαν Στράους στο Πάρκο της Βιέννης, ο πρώην πρώτος βιολονίστας της Φιλαρμονικής και μετέπειτα κύριος διευθυντής της Φιλαρμονικής του Βερολίνου Άρτους Νίκις (1855-1922) διηύθυνε την εκτέλεση των βαλς του Στράους “Η ζωή του καλλιτέχνη”, “Ο Γαλάζιος Δούναβης” και “Κρασί, Γυναίκες και Τραγούδι”. Τα δεδομένα που έθεσε αυτός ο διεθνούς φήμης Διευθυντής Ορχήστρας επηρέασαν θετικά τις εξελίξεις. Η κορύφωση αυτής της διαδικασίας επήλθε κατά τον εορτασμό των 100 χρόνων από τη γέννηση του Στράους, στος 25 Οκτωβρίου 1925: Ο Φέλιξ Βάινγκαρτνερ (1863-1942) διηύθυνε τον “Γαλάζιο Δούναβη” με τη Φιλαρμονική στις 17-18- Οκτωβρίου και στις 25 Οκτωβρίου διηύθυνε την Φιλαρμονική της Βιέννης για πρώτη φορά σε κοντσέρτο που περιελάμβανε αποκλειστικώς και μόνον έργα του Στράους. Εντούτοις, ο διευθυντής ορχήστρας, ο οποίος καθιέρωσε την παράδοση των έργων Στράους στη Φιλαρμονική της Βιέννης δεν ήταν άλλος από τον Κλέμενς Κράους (1893-1954). Από το 1929 έως το 1933, ο Κράους διηύθυνε ένα ετήσιο κοντσέρτο με συνθέσεις του Στράους στο Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ, γεγονός που θα αποτελούσε και το βασικό σκεπτικό για τις επερχόμενες – μελλοντικές Πρωτοχρονιάτικες Συναυλίες.

Η αρχή αυτών των συναυλιών έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια των πιο μαύρων σελίδων που γράφτηκαν στην Ιστορία της Αυστρίας και της Φιλαρμονικής της Βιέννης. Κατά τη διάρκεια μίας περιόδου που χαρακτηρίστικε από ανείπωτη βαρβαρότητα, από την δικτατορία και τον πόλεμο και με την συνεχή και μόνιμη ανησυχία για την ζωή και την ασφάλεια των μουσικών της Ορχήστρας και των οικογενειών τους, η Φιλαρμονική έστειλε ένα αμφιλεγόμενο μήνυμα στις 31-12-1939: τα καθαρά έσοδα από μία συναυλία υπό τη διεύθυνση του Κλέμενς Κράους, το οποίο συμπεριελάμβανε αποκλειστικώς και μόνον έργα της Δυναστείας Στράους, θα εδίδετο για την εκστρατεία οικονομικής ενίσχυσης των Ναζί.

Την 01-01-1941 παρουσιάστηκε μία απογευματινή συναυλία με την επωνυμία “Johan Strauss Concert”. Λαμβάνοντας χώρα μεσούντος του πολέμου, πολλοί την εξέλαβαν ως έκφραση της Βιεννέζικης αυτονομίας, πλην όμως έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης της Ναζιστικής προπαγάνδας. Ο Κλέμενς Κράους συνέχισε να διευθύνει αυτές τις νεοκαθιερωμένες συναυλίες μέχρι το τέλος του πολέμου. Το 1946 και το 1947 ο Γιόζεφ Κριπς (1902-1974) αντικατέστησε τον Κράους, ο οποίος επέστρεψε το 1948 αφού εξέτισε την διετή ποινή αποκλεισμού από τη διεύθυνση ορχήστρας που του είχαν επιβάλλει οι Σύμμαχοι. Εν συνεχεία, διηύθυνε την Φιλαρμονική σε 6, ακόμη, Πρωτοχρονιάτικες Συναυλίες μέχρι το 1954.

Ο αναπάντεχος θάνατος του Κλέμενς Κράους, στις 16 Μαίου του 1954 έθεσε ένα μεγάλο δίλημμα στην Ορχήστρα ως προς τον διάδοχό του. Μετά από πολλές συσκέψεις αποφάσισαν να εμπιστευτούν το πρώτο βιολί της Ορχήστρας τον περίφημο Willi Boskovsky (1909-1991) για την καλλιτεχνική διεύθυνση της Πρωτοχρονιάτικης Συναυλίας. Η επιλογή του, η οποία, εν πρώτοις, δεν έγινε χωρίς αντιρρήσεις, αποδείχτηκε εξαιρετικά έξυπνη. Ο Boskovsky διηύθυνε τη συγκεκριμένη συναυλία επί 25 φορές, από το 1955 έως το 1979 και προκάλεσε τέτοια εντύπωση που η απόσυρσή του χαρακτηρίστηκε ως τέλος εποχής.

Τον Οκτώβριο του 1979, όταν ο Boskovsky αναγκάστηκε να ακυρώσει τη συμμετοχή του στην Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία του 1980, λόγω προβλημάτων υγείας, η Φιλαρμονική ετέθη, πάλι, ενώπιον μίας ιστορικής επιλογής. Επέλεξε τον Lorin Maazel (1930-2014) έναν διεθνώς αναγνωρισμένο Διευθυντή Ορχήστρας, ο οποίος αργότερα έγινε και επίτιμο μέλος της Ορχήστρας, για να διευθύνει την Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία, γεγονός που έπραξε συνεχόμενα μέχρι το 1986. Από τότε, οι μουσικοί αποφάσισαν να προσκαλούν κάθε χρόνο διαφορετικό Διεθυντή Ορχήστρας. Κατ' αυτόν τον τρόπο, την Ορχήστρα στις Πρωτοχρονιάτικες Συναυλίες της, την διηύθυναν οι: Herbert Von Karajan (1987), Claudio Abbado (1988,1991), Carlos Kleiber (1989,1992), Zubin Mehta (1990, 1995, 1998, 2007, 2015), Ricardo Mutti (1993, 1997, 2000, 2004, 2018, 2021), Lorin Maazel (1994,1996,1999,2005), Nikolaus Harnoncourt (2001,2003), Seiji Ozawa (2002), Mariss Jansons (2006,2012,2016), George Pretre (2008,2010), Daniel Barenboim (2009, 2014,2022), Franz Welser – Most (2011, 2013 και το 2023 όπως ανακοινώθηκε χθες, εκτός απροόπτου), Gustavo Dudamel (2017), Christian Thielemann (2019) και Andris Nelsons (2020).

Οι συναρπαστικές και εμπνευσμένες μουσικές συνθέσεις της Δυναστείας των Στράους, δεν προκαλούν μόνο μεγάλο θαυμασμό για την φαντασία, τoν οίστρο και τη δημιουργική ενέργεια των συνθετών τους, αλλά επιβάλλουν, επίσης, όπως ο προγραμματισμός των Πρωτοχρονιάτικων Συναυλιών να αναδεικνύει αυτό τους το έργο, και, παράλληλα, να αντανακλά την περίοπτη θέση που κατείχε αυτή η Οικογένεια στη μουσική ιστορία του 19ου αιώνα. Ο Franz Liszt, ο Richard Wagner, ο Giuseppe Verdi, ο Johannes Brahms και ο Pyotr Ilyich Tchaikovsky ήταν όλοι θαυμαστές της δυναστείας των Στράους, μαζί με τον Richard Strauss, ο οποίος είχε δηλώσει ότι “ο Γιόχαν Στράους είναι αυτός που αφειδώς προσφέρει την περισσότερη χαρά, μεταξύ όλων αυτών των μουσικών που έχουν αυτό το θείο χάρισμα”.

Τα τελευταία χρόνια, έργα των ως άνω αναφερθέντων μεγάλων συνθετών, συμπεριλαμβάνονται στο πρόγραμμα των Πρωτοχρονιάτικων Συναυλιών, επιτρέποντας την σύγκρισή τους με αυτά της οικογένειας Στράους και, κατ' αυτόν τον τρόπο, αποδεικνύοντας το εφάμιλλο της μουσικής τους ποιότητας με αυτά των άλλων μεγάλων συνθετών της εποχής τους, και όχι μόνον.
Η θέση τους στο Μουσικό Πάνθεον είναι δεδομένη. Το ίδιο και στην καρδιά όλων ημών των απλών τηλεθεατών που με συγκίνηση, μετά από έναν χρόνο αναμονής, περιμένουμε πώς και πώς να ακούσουμε τις μεθυστικές πρώτες νότες του Γαλάζιου Δούναβη να ξεγλιστράνε με αρμονία μέσα από τα μουσικά όργανα και να κατακλύζουν την ψυχή μας, προκαλώντας μας ευγενικά συναισθήματα, λυτρωτικής αποφόρτισης.
 
Κέρκυρα 03-01-2022
 
Μάνος Ράπτης