Ο μεγάλος Έλληνας πίσω από την Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Βιέννης: Νικόλαος Δούμπας

Ο μεγάλος Έλληνας πίσω από την Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Βιέννης: Νικόλαος Δούμπας

Γράφει ο Μάνος Ράπτης

08
Ιανουαρίου / 2021

Ο Μεγάλος Έλληνας πίσω από την Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Βιέννης:
Νικόλαος Δούμπας (1830 Βιέννη – 1900 Βουδαπέστη).

Του Μάνου Ράπτη
 
Κάθε πρωτοχρονιά, στις 12.15, περίπου, το μεσημέρι ώρα Ελλάδος, εκατομμύρια τηλεθεατών και ακροατών σε όλον τον κόσμο καθόμαστε μπροστά στους δέκτες μας για να απολαύσουμε την Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βιέννης που μεταδίδεται από το λίκνο της κλασικής μουσικής, από το Μέγαρο του Συλλόγου Μουσικής Βιέννης, όπως ονομάζεται το μεγαλοπρεπές Musikverein. Η ξακουστή αυτή συναυλία στα πέρατα της οικουμένης αποτελεί το μεγαλύτερο κλασικό μουσικό γεγονός της χρονιάς, αναγνωριζόμενο ως τέτοιο από ειδικούς (μουσικούς) και μη. Η ποιότητα των πρωταγωνιστών της, της Ορχήστρας και του εκάστοτε Διευθυντή της (από το 1987 και μετά είναι μετακλητός), εγγυώνται την αρτιότητα της εκδήλωσης. Το γεγονός αυτό, το οποίο αποτελεί έναν εγκαθιδρυμένο θεσμό μέσα από την μακρόχρονη πορεία που έχει διανύσει, από το 1939 κι εντεύθεν, δεν θα μπορούσε να αναχθεί σε αυτό το επίπεδο εάν δεν είχε και τον κατάλληλο χώρο για να τον φιλοξενήσει, το περίφημο Musikverein.

Πράγματι, ο χρυσοποίκιλτος αυτός Ναός της Μουσικής, που αποτελεί ένα απαράμιλλο αριστούργημα στο είδος του, με τις 32 χρυσές καρυάτιδες και τα πολλαπλά άλλα Ελληνοκλασσικά χαρακτηριστικά του, με την μεγάλη αίθουσα των 2.000 θέσων, στην οποία λαμβάνει χώρα η Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία στιγματίζει με την καλαισθησία και το μεγαλείο του αρχαιοελληνικού του μέτρου αυτήν την εξαιρετική εκδήλωση. Η συναυλία δεν θα ήταν αυτή που είναι εάν εξέλιπε αυτός ο χώρος. Οι παράγοντες της εκδήλωσης δεν θα απέδιδαν όπως αποδίδουν ούτε θα προσέτρεχαν να συμμετάσχουν, εάν δεν γνώριζαν ότι καθίστανται και αυτοί προσκυνητές και μύστες σε αυτήν τη Μέκκα της Κλασσικής Μουσικής.
Ποιος όμως ήταν ο πρωταγωνιστής της δημιουργίας αυτού του χώρου που από τις 06-01-1870 φιλοξενεί αυτές τις υψηλού επιπέδου παραστάσεις μεταξύ των οποίων, κορυφαία, και η Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία; Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο Νικόλαος Δούμπας, ο μεγαλύτερος, ίσως, Έλληνας του Απόδημου Ελληνισμού.

Η καταγωγή και τα πρώτα του χρόνια
Ο Νικόλαος Δούμπας γεννήθηκε στην Βιέννη το 1830, δευτερότοκος γιος του Στέργιου και της Μαρίας, το γένος Μιχαήλ Κούρτη (μεγαλεμπόρου από τη Λάρισα, Μοσχοπολίτικης καταγωγής) . Ο πατέρας του είχε γεννηθεί στη Βλάστη (τότε Μπλάτσι) Κοζάνης και είχε μετεγκατασταθεί στη Βιέννη στις αρχές του 19ου αιώνα. Με ιδιαίτερες ικανότητες στο εμπόριο και στο χρηματιστήριο κατάφερε να αναδειχθεί στη Βιεννέζικη Κοινωνία των αρχών του αιώνα, εν συνεχεία, δε, δημιούργησε μαζί με τον αδελφό του εργοστάσιο βάμβακος στα περίχωρα της Βιέννης, το οποίο, αργότερα, ανέλαβε ο Νικόλαος. Σε μικρή ηλικία τα δύο αδέλφια, ο Νικόλαος και ο μεγαλύτερος κατά δύο χρόνια Μιχαήλ, έχασαν τη μητέρα τους και την ανατροφή τους ανέλαβε εξ ολοκλήρου ο πατέρας τους. Ο Νικόλαος εξελίχθηκε σε ένα εξαιρετικά δραστήριο αγόρι, ανήσυχο και με ποικίλα ενδιαφέροντα. Το μουσικό του ταλέντο διαφάνηκε από πολύ ενωρίς. Ο πατέρας του Στέργιος προώθησε τα ταλέντα και τις φιλοδοξίες του γιού του από κάθε, μάλιστα, άποψη. Στόχος του ήταν να του παράσχει μια εξαιρετική παιδεία, γι' αυτό και τον έστειλε στο Ακαδημαικό Γυμνάσιο της Βιέννης (Akademisches Gymnasium). Μια επιλογή που, χωρίς αμφιβολία, προκαθόρισε αποφασιστικά τη μεγαλειώδη μετέπειτα πορεία του.

Σε ηλικία 18 ετών, το 1848, ο πατέρας, θέλοντας να τον αποτρέψει από το επαναστατικο κλίμα που επικρατούσε ανά την Ευρώπη (Παρίσι, Βιέννη κ.α.), αποκύημα της Διττής Επανάστασης (Γαλλία 1789 – πολιτική, Αγγλία 1770 – Βιομηχανική), τον έστειλε στην Αθήνα, όπου έτυχε εγκάρδιας φιλοξενίας στο σπίτι του κόμη Prokesh – Osten, του πρώτου Αυστριακού απεσταλμένου στο νέο Ελληνικό Κράτος, προκειμένου να εντρυφήσει στις ιδέες του αρχαιοελληνικού κλασικισμού, γεγονός που θα αποδεικνυόταν κομβικής σημασίας για την εξέλιξη της προσωπικότητάς του και τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Η συναναστροφή του με τον βαθιάς μόρφωσης Κόμη και την φιλότεχνη σύζυγό του, η οποία συχνά συνόδευε το τραγούδι του Δούμπα στο πιάνο, ήταν καθοριστική για την υπόλοιπη ζωή του. Στα καλλιτεχνικά πράγματα της Βιέννης και της Αυστρίας άρχισε να εμφανίζεται από νεαρή ηλικία, αφού, πριν τα τριάντα του, υπήρξε Διεθυντής του Συλλόγου Καλών Τεχνών της Βιέννης, από τους πλέον επιφανείς της Ευρώπης, εν συνεχεία, δε, διετέλεσε Έφορος του Μουσείου Εφαρμοσμένων Τεχνών. Αυτή ήταν, όμως, μόνον η αρχή. Με την ακόρεστη επιθυμία του για ανιδιοτελή προσφορά στις τέχνες και τον πολιτισμό της Βιέννης, αλλά και της Ελλάδας, καθώς ουδέποτε ξέχασε τον τόπο καταγωγής του, επιδόθηκε στην υποστήριξη καλλιτεχνικών δράσεων που θα σημάδευαν ανεξίτηλα την Ιστορία του Πολιτισμού και των δύο χωρών.
 
Η ανάδειξη του Δούμπα σε Μαικήνα των Τεχνών
Είναι σημαντικό να τονισθεί, ότι ο μεγάλος αυτός άνδρας είχε την τύχη να συνυπάρξει υπό τον Αυτοκράτορα Φραγκίσκο Ιωσήφ Α' της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων (σύζυγο της γνωστής σε όλους μας Αυτοκράτειρας Ελισσάβετ – Σίσσυ, την οποία ο Δούμπας επισκεπτόταν συχνά στο Αχίλλειο, λόγω των αναπνευστικών προβλημάτων της κόρης του Ειρήνης και εξαιτίας του καλού κλίματος που επικρατεί στην περιοχή), ο οποίος είχε συλλάβει την αναγκαιότητα και είχε το όραμα της δημιουργίας της Βιέννης ως μιας Παγκόσμιας Πολιτιστικής Πρωτεύουσας, όραμα το οποίο και υλοποιήθηκε από τα μέσα του 19ου αιώνα έως τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Πράγματι, σ' αυτό το χρονικό διάστημα και υπό την ηγεσία του Φραγκίσκου Ιωσήφ (ενός συντηρητικού, κατά τ' άλλα, Αυτοκράτορα) η Βιέννη άνθισε Πολιτιστικά. Όλα τα έργα πολιτιστικής πνοής, και όχι μόνον, έγιναν τότε και η Πρωτεύουσα άλλαξε μορφή ολοκληρωτικά τόσο ως προς την μορφή της αλλά όσο και ως προς το περιεχόμενο της καλλιτεχνικής της δραστηριότητας, σημαδεύοντας ανεξίτηλα την Ιστορία της Ανθρωπότητας.

Άξιος συνοδοιπόρος του Αυτοκράτορα και ισότιμος συνομιλητής του, καθότι ήταν και μυστικοσύμβουλός του, ο Νικόλαος Δούμπας συμμετείχε πρωταγωνιστικά σ' συτήν την μοναδική Βιεννέζικη Πολιτιστική Αναγέννηση. Αποτέλεσε τον άνθρωπο “κλειδί” πίσω από τις σημαντικότερες δημιουργίες της, είτε με την ιδιότητα του ενεργά συμμετέχοντος (Πρόδερος της παγκοσμίου φήμης Ανδρικής Χορωδίας της Βιέννης, Αντιπρόεδρος του Συλλόγου Φίλων της Μουσικής) είτε ως μαικήνας των τεχνών. Με δική του πρωτοβουλία και με την καθοριστική συμβολή του φιλοτεχνήθηκαν αγάλματα και ανδριάντες γνωστών καλλιτεχνών, τα οποία έκτοτε κοσμούν την πρωτεύουσα και την έχουν καταστήσει παγκόσμιο πολιτιστικό μνημείο, όπως τα αγάλματα του Στράους, του Μότσαρτ, του Σούμπερτ και του Μπραμς. Στα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Μπετόβεν, ο Δούμπας ήταν τελετάρχης και εκφωνητής του πανηγυρικού της ημέρας. Παρουσία των αυτοκρατορικών αρχών και του παραληρούντος πλήθους, τόνιζε μεταξύ άλλων: “...μέσα στους ήχους της αθάνατης μουσικής του Μπετόβεν, εισέρευσε ο ορείχαλκος και πήρε τη μορφή αυτού του μνημείου, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης της Μουσικής Βιέννης προς το μεγάλο της πολίτη Μπετόβεν...”. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης και αναγνώρισης ο Δήμαρχος της Βιέννης ανακήρυξε τον Δούμπα και τον γλύπτη καθηγητή Zumbusch επίτιμους δημότες Βιέννης.

Παράλληλα, υπήρξε μεγάλος υποστηρικτής και χορηγός πολλών καλλιτεχνών, με τους οποίους και συνεγάστηκε και δημιούργησε φιλίες ζωής, όπως ο περίφημος Δανός Αρχιτέκτονας Θεόφιλος Χάνσεν, τον οποίο παρότρυνε και υποστήριξε προκειμένου να έλθει στην Αθήνα και να συμμετέχει πρωταγωνιστικά στην δημιουργία του τρίπτυχου που απολαμβάνουμε σήμερα στα Προπύλαια (Ακαδημία, Πανεπιστήμιο, Βιβλιοθήκη), ο ζωγράφος Χανς Μάκαρτ, ο γλύπτης Zumbush, ο Μεγάλος Γκούσταβ Κλιμτ, ο επιστήθιος φίλος του Γιοχάνες Μπραμς, ο Γιόχαν Στράους, ο οποίος φημολογείται ότι έγραψε τον “Γαλάζιο Δούναβη”, τον ανεπίσημο ύμνο της Αυστρίας που απολαμβάνουμε κάθε χρόνο, ως encore, στην Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Βιέννης, στην εξοχική έπαυλη του Δούμπα, στο Tattendorf, ο τεράστιος Ρίτσαρντ Βάγκνερ και πολλοί άλλοι. Στο Μέγαρό του, στο κέντρο της Βιέννης, ο Νικόλαος Δούμπας διοργάνωνε συχνές καλλιτεχνικές συναντήσεις στις οποίες παρευρισκόταν η αφρόκρεμα του πνευματικού κόσμου της Βιέννης και στις οποίες ανταλλάσονταν απόψεις και κατετίθεντο προτάσεις για τα θέματα που τους απασχολούσαν.

Πέραν, όμως, όλων αυτών, ο Νικόλαος Δούμπας υπήρξε μέχρι τέλους δεκτικός σε οποιαδήποτε καλλιτεχνική προσπάθεια που έκρινε αξιόλογη και πρόθυμος να την ενισχύσει ανεξαρτήτως της ταξικής προέλευσης του καλλιτέχνη και της καταγωγής του, ή της καλλιτεχνικής του τάσης (είναι χαρακτηριστικό ότι υπήρξε φίλος και υποστηρικτής του Γκούσταβ Κλιμτ, ο οποίος ήταν ο πρωτοστάτης του περίφημου καλλιτεχνικού κινήματος της Απόσχισης – Sezession που αποκήρυσσε μετά μανίας τον ακαδημαισμό στις τέχνες). Το 1868, όταν ο Δούμπας ήταν 38 ετών, μία αλλοδαπή νεαρή καλλιτέχνις του έγραφε: “Εάν ερχόμουν ως ξένη στη Βιέννη με επίγνωση όλων των δυσκολιών που παρουσιάζονται σε μια πρωτοεμφανιζόμενη καλλιτέχνιδα και είχα την ανάγκη κάποιας προστασίας, τότε θα είχα πειστεί από τις πρώτες ημέρες ότι, ανάμεσα σε όλα τα ονόματα που είναι γνωστά για τη γνώση και την αγάπη στην τέχνη, καθώς και για την πολλαπλή των επιρροή σε διάφορους τομείς, το δικό σας όνομα είναι το πρώτο” (Wiener Zeitung, 23 Μαρτίου 1950). Τέτοια ήταν η ποιότητα και η ευρύτητα πνεύματος του Νικολάου Δούμπα, ώστε να εμπιστεύεται, να υποστηρίζει και να ενισχύει άγνωστους, νέους, φερέλπιδες καλλιτέχνες, όπως τον περίφημο ζωγράφο Χανς Μάκαρτ, ο οποίος πήρε την πρώτη σημαντική παραγγελία στη ζωή του από τον γενναιόδωρο εντολέα και, μετέπειτα, συνεπή φίλο του.
 
Μνημεία Σύμβολα
Εάν κάποιος θα έπρεπε να επιλέξει κάποιον τομέα από την πολυσχιδή δράση του Νικολάου Δούμπα, με γνώμονα και κριτήριο την επιρροή στα πολιτιστικά πράγματα της Βιέννης, αυτός θα ήταν (μετά δυσκολίας βέβαια) ο τομέας της κατασκευής των μεγάλων μνημείων. Μέσα στα πλαίσια της πολιτικής βούλησης του Αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ να καταστήσει την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας του παγκόσμια πρωτεύουσα του Πολιτισμού, γεγονός που τον οδήγησε να πάρει την απόφαση να ρίξει τα τείχη της πόλης, το 1857, και εξ αυτού του λόγου να δημιουργηθεί χώρος για την ανέγερση των μνημείων που απολαμβάνει σήμερα ολόκληρη η ανθρωπότητα, ο Δούμπας άδραξε την ευκαιρία να δράσει και να αναδειχθεί ευγενής αρωγός στο σύνολο, σχεδόν, αυτών των μνημείων. Είτε μέσω χορηγιών άμεσων ή έμμεσων που τις διασφάλιζε η οικονομική του επιφάνεια και το αναγνωρισμένο κύρος του, είτε μέσω των θέσεων που είχε κατά καιρούς καταλάβει, με αποκορύφωμα τη θέση του Γερουσιαστή στο Κονοβούλιο της Αυστρίας το 1870, ο Νικόλαος υπήρξε σημαντικός πρωταγωνιστής στην κατασκευή αυτών των μεγαλουργημάτων. Είναι συγκινητικό, εάν κάποιος αποπειραθεί να περπατήσει τον δακτύλιο της Βιέννης, την περίφημη Ringstrasse, μπορεί να ατενίσει και να θαυμάσει τα μνημεία – σύμβολα της πρωτεύουσας και της χώρας, τα οποία δημιουργήθηκαν από τον Μεγάλο Κοζανίτη: το Αυστριακό Κοινοβούλιο, το πιο ελληνοπρεπές κοινοβούλιο εκτός Ελλάδος, το Δημαρχείο της Βιέννης και το Πανεπιστήμιό της. Είναι άξιο αναφοράς το γεγονός ότι όταν τελείωσε η οικοδομή του Κοινοβουλίου, οι προσπάθειες του Δούμπα τιμήθηκαν με τα καλύτερα λόγια.

Ένα έγγραφο της Βουλής έλεγε: “Αξιότιμε συνάδελφε! Η λέσχη μας αποφάσισε στη σημερινή της συνεδρίαση ομόφωνα, μετά από εισήγηση του βουλευτή καθηγητή Rechbauer, και με καθολική πλειοψηφία, να εκφράσει σε εσάς, αξιότιμε κύριε συνάδελφε, την πλήρη αναγνώριση και τις θερμές ευχαριστίες για την αυτοθυσία σας, για την αντοχή σας και για την πολύχρονη, επίπονη και επιτυχημένη προσπάθειά σας στην οικοδόμηση και στην εσωτερική διαρρύθμιση του κτηρίου του Κοινοβουλίου. Με εκτίμηση. Εκ μέρους του Προεδρείου της Λέσχης καθηγ. Eduard Herbst, καθηγ. Eduard Sturm, καθηγ. Constantin Tomaszczuk Josef Kopp Βιέννη 15 Μαρτίου 1884 (Δημοτική Βιβλιοθήκη Βιέννης, Συλλογή χειρογράφων). Καίρια υπήρξε, επίσης, και η συμβολή του στην κατασκευή του Καθεδρικού Ναού της Βιέννης, του Αγίου Στεφάνου (1876-1889) για την οποία είχε προσφέρει μία δωρεά 1800 φιορινιών, εις αναγνώριση, δε, αυτής του της προσφοράς αγάλματα που απεικονίζουν τον ίδιο και την κόρη του Ειρήνη, το μοναδικό λατρεμένο του παιδί που απέκτησε από τον γάμο του με την Μαρία, το γένος Στέφανου Μάνου, υπάρχουν στο εξωτερικό και στο εσωτερικό του Καθεδρικού του Αγίου Στεφάνου.
 
Νικόλαος Δούμπας και Musikverein
Το απόγειο, όμως, της μεγάλης αυτής προσφοράς, η μέγιστη στιγμή του μεγάλου αυτού Έλληνα της διασποράς ήταν η καθοριστική – καίρια συμβολή του στην ανέγερση του Musikverein. Όπως παραδέχτηκε ο Διευθυντής του Αρχείου της Βιβλιοθήκης και του Συλλόγου της Εταιρείας των Φίλων της Μουσικής Βιέννης, καθηγητής Otto Biba, σε συνέντευξή του στο TV 100 του Δήμου Θεσσαλονίκης την 27/12/2000, τονίζοντας το ρόλο του Νικολάου Δούμπα “...Αυτό το Μέγαρο δεν θα είχε ανεγερθεί χωρίς αυτόν...όσοι απολαμβάνουν τις θαυμάσιες συναυλίες στο χώρο αυτό, στο Δούμπα θα πρέπει να εκφράζουν ευγνωμοσύνη”. Πράγματι, ο Δούμπας αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στην επίτευξη αυτού του στόχου και η μουσική Βιέννη του οφείλει πολλά. Η προσπάθεια αυτή ήταν δύσκολη, χρονοβόρα και κοπιώδης με διάφορες διακυμάνσεις.

Η Εταιρεία των Φίλων της Μουσικής επεχείρησε πολλές φορές να της εκχωρηθεί δωρεάν ένα οικόπεδο για την ανέγερση ενός κτηρίου του Συλλόγου σε αντικατάσταση του προυπάρχοντος στην οδό Tuchlauben αρ. 12, για την εξυπηρέτηση των αυξημένων απαιτήσεων του αναβαθμισμένου Ινστιτούτου. Μετά τις πρώτες ανεπιτυχείς προσπάθειες, ο βαρόνος Helfert πέτυχε, τελικά, με αυτοκρατορικό διάταγμα που εξεδόθη την 08-02-1863 να εγκριθεί όχι μόνον η δωρεάν διάθεση ενός οικοπέδου στο κέντρο της πόλης, αλλά και η κατά καιρούς οικονομική υποστήριξή του με δημόσια μέσα, όπως π.χ. το ήμισυ των εσόδων από δύο κρατικά λαχεία. Τελικά, η Εταιρεία Φίλων της Μουσικής υπέγραψε εργολαβικό με τον Δανό Αρχιτέκτονα Θεόφιλο Χάνσεν (το alter ego του Νικολάου Δούμπα, η καλλιτεχνική πραγμάτωση των καλλιτεχνικών ιδεών του, όπως αποδεικνύεται από την πολυετή συνεργασία τους σε πολλά μεγάλα μηνμεία της Βιέννης) τον Μάρτιο του 1867. Ο προυπολογισμός των εξόδων της ανέγερσης της οικοδομής ανερχόταν εις το υπέρογκο ποσόν των 500.000 – 600.000 φιορινιών. Το δύσκολο έργο για την ανεύρεση πόρων ανατέθηκε σε μια τετραμελή επιτροπή, στην οποία, μαζί με τον Πρόεδρο της Εταιρείας Franz Egger ανήκε και ο Νικόλαος Δούμπας. Είχαν ανάγκη της βοήθειας του φιλόμουσου πληθυσμού, όμως ήθελαν να αποφύγουν το δημόσιο έρανο. Όλοι οι δωρητές έπρεπε να λάβουν ηθικά ανταλλάγματα. Την 01-03-1868 είχε σταλεί η πρόσκληση σε όλες τις φιλότεχνες προσωπικότητες της μοναρχίας να προσχωρήσουν στην Εταιρεία Φίλων της Μουσικής ως “δωρητές” ή “ιδρυτές”. Η ιδέα να προσελκύσουν ανθρώπους από εύπορους, φιλόμουσους κύκλους ως δωρητές και ιδρυτές της Εταιρείας ήταν πολύ επιτυχής.

Ο Νικόλαος Δούμπας ήταν ο ιθύνων νους και ο κατάλληλος μεσολαβητής χάρη στη δεσπόζουσα θέση του στην κοινωνία της Βιέννης. Έκανε την αρχή με την οικογένειά του. Ανάμεσα στους δωρητές βρίσκεται ο πατέρας του Στέργιος (το όνομά του μαζί με αυτά του Σίνα και των άλλων μεγάλων ευεργετών βρίσκεται στην είσοδο του Musikverein κάτω από το όνομα του Αυτοκράτορα), η σύζυγός του Μαρία, ο εξάδελφός του Θεόδωρος και η σύγυγός εκείνου Άννα. Ο πρόεδρος Egger στη γενική συνέλευση του Συλλόγου της 10-03-1870, στον πανηγυρικό του λόγο εξύμνησε τον Νικόλαο Δούμπα για τον πρωταγωνιστικό του ρόλο. Απόσπασμα αυτού του λόγου έχει ως εξής: “Ο φόβος και η έλλειψη αυτοπεποίθησης, ότι ίσως θα κάναμε θυσίες για κάτι το οποίο τελικά δεν θα πετύχαινε, μπορεί αρχικά να απομάκρυνε ορισμένους υποστηρικτές. Δεν γινόταν λοιπόν τίποτα χωρίς διαφήμιση. Για καλή μας τύχη, είχαμε έναν άριστο διαφημιστή ανάμεσά μας, λόγω της κοινωνικής του θέσης και στάσης που του το επέτρεψαν. Η κοινωνικότητά του, η εργατικότητά του και η σωστή κατανόησή του συνετέλεσαν στο να διεκπεραιώσει αυτή τη λεπτή αποστολή, η οποία είχε καλή έκβαση, χωρίς να θιγεί η δική του ή η δική μας υπόληψη. Δεν χρειάζεται να πω το όνομά του, τον γνωρίζετε όλοι. Σε αυτό το σημείο θα σας ανακοινώσω – σίγουρα είναι η καταλληλότερη στιγμή – ότι εγώ δεν θα μπορούσα να προσφέρω όσα προσέφερε αυτός. Για αυτό τον ευχαριστώ θερμά, και σίγουρα σε αυτό θα συμφωνήσει και η Γενική Συνέλευση” (Εταιρεία των Φίλων της Μουσικής, Φύλλα Ανάμνησης σελ. 28).

Η κορυφαία συμβολή του Δούμπα για την ολοκλήρωση του νέου κτηρίου του Μουσικού Συλλόγου αναγνωρίστηκε επίσημα με την απονομή παρασήμου. Αυτός και ο κορυφαίος αρχιτέκτονας Θεόφιλος Χάνσεν τιμήθηκαν από τον Αυτοκράτορα με το παράσημο του Σιδηρού Στέμματος”, με την ευκαιρία των εγκαινίων. Με την εμπνευσμένη συνεργασία και τη στενή υποστήριξη του Δούμπα, ο διάσημος Δανός Αρχιτέκτονας δημιούργησε ένα αριστούργημα. Ο Χάνσεν ανέλαβε το έργο με μεγάλο ενθουσιασμό. Ο ανταγωνισμός του με την κρατική Όπερα, πρόσφατο αρχιτεκτονικό δημιούργημα των διάσημων αρχιτεκτόνων Siccarsburg και Van der Null, έδωσε φτερά στη φαντασία του και τον όπλισε στην προσπάθειά του για μια νέα φιλοσοφία, ένα νέο ρυθμό: “του αυστηρού ιστορικισμού” (strict historicism). Η παραμονή του Θεόφιλου Χάνσεν στην Αθήνα είχε καταλυτική επίδραση. Η λατρεία του για την Ελλάδα είναι καταφανής σε κάθε βήμα στο Μέγαρο του Μουσικού Συλλόγου Βιέννης. Οι 32 χρυσές Καρυάτιδες που στηρίζουν τα θεωρεία και ο Απόλλων με τις Μούσες στην οροφή της Μεγάλης Αίθουσας των Συναυλιών, όπως επίσης και οι Ιωνικού Ρυθμού Κίονες στην Αίθουσα Μπραμς, όλα θυμίζουν Ελλάδα. Το ίδιο και τα χρώματα που είναι δείγμα κλασσικής αρχαιοελληνικής πολυχρωμίας.


Από Heinrich von Angeli - Agnes Husslein-Arco, Alexander Klee (Hrsg.): Makart. Maler der Sinne (Belvedere, Wien; Prestel, München-London-New York; 2011. ISBN 978-3-7913-6370-7)


Η επιρροή του Δούμπα συνέβαλε αποφασιστικά προς αυτήν την κατεύθυνση. Αναγνωρίζεται επίσημα, ότι εάν ο Χάνσεν ήταν ο Αρχιτέκτονας, ο Νικόλαος Δούμπας υπήρξε ο εμπνευστής του μεγαλεπίβολου αυτού έργου. Μαζί δημιούργησαν μια κλασική αμτόσφαιρα για κλασική μουσική. Πρόκειται για ένα έργο τέχνης, ένα ναό της μουσικής, ένα παγκόσμιο και πανανθρώπινο πολιτιστικό μνημείο, σημείο αναφοράς εις το διηνεκές για τους λάτρεις της τέχνης. Ο Νικόλαος Δούμπας είχε το δικό του θεωρείο στο οποίο καθόταν, επίσης, και ο καλός του φίλος Johannes Brahms. Ο κόσμος όταν προσερχόταν στις εκδηλώσεις, συνήθιζε να στρέφει το βλέμμα του στο θεωρείο αυτό. Με την επιβλητική τους παρουσία. Με την επιβλητική τους παρουσία και την χαρακτηριστική τους πλούσια γενειάδα, έδιναν περισσότερο κύρος και αίγλη στην εκδήλωση.

Στη διαθήκη του ο Νικόλαος Δούμπας κληροδότησε γενναιόδωρα στην Εταιρεία των Φίλων της Μουσικής: “Στην Εταιρεία Φίλων της Μουσικής αφήνω 20.000 φιορίνια, των οποίων οι τόκοι να δοθούν για υποτροφίες 200 φιορινιών η κάθε μία, ικανών μαθητών και μαθητριών, των τάξεων εκμάθησης τραγουδιού (συνολικά 200 υποτροφίες). Όσο ζει η κόρη μου, να πραγματοποιεί εκείνη την απονομή των υποτροφιών, πάντα σε συνεννόηση με τη Διεύθυνση. Επίσης, επιθυμώ, από τα χειρόγραφα του Σούμπερτ όλες οι συμφωνίες που βρίσκονται στην ιδιοκτησία μου, να ενσωματωθούν στο αρχείο της Εταιρείας. Σε περίπτωση που αυτό το αρχείο ή η βιβλιοθήκη παύσουν να υπάρχουν, τότε τα χειρόγραφα να περιέλθουν στη βιβλιοθήκη της Αυλής” (Konechy E.Q “Die familie Dumba und ihre Beteutung fuer Wien und Osterreich”). Εις ένδειξη, δε, αναγνώρισης και ευγνωμοσύνης, δόθηκε, μετά θάνατον, το όνομά του στον δρόμο που συνδέει την Ringstrasse με την Musikvereinsplatz (Dumbastrasse).

Γίνεται κατανοητό, ότι η συμβολή του Μεγάλου αυτού Έλληνα της Διασποράς στην ανέγερση του Ναού της Κλασικής Μουσικής Musikverein υπήρξε καθοριστική. Ο
Νικόλαος Δούμπας μέσα από μια μακρά και συνεχή πορεία προσφοράς και συμμετοχής στις τέχνες της Αψβουργικής και Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας έφτασε στο απόγειο της προσφοράς και της δημιουργικότητάς του με την πρωταγωνιστική συμμετοχή του στην ανέγερση αυτού του Μνημείου. Οι συνθήκες προφανώς και ήταν οι πλέον κατάλληλες και αυτός, όμως, με τη σειρά του ήταν ο πλέον κατάλληλος για να τις υλοποιήσει. Παρόλη την μεγαλοαστική καταγωγή του, όντας βιομήχανος και ο ίδιος, έχοντας εντρυφήσει βαθιά στην ουσία της τέχνης και έχοντας αντιληφθεί τον πανανθρώπινο αταξικό χαρακτήρα της, συνειδητοποίησε την ανάγκη να συμμετέχει στη διαμόρφωση έργων και μνημείων που δεν θα αφορούσαν μια συγκυριακή μειψηφούσα κοινωνική ελίτ ή θα ήταν προς τέρψη του, αλλά το πλήθος των ανθρώπων, ποσοτικά και διαχρονικά. Ο Δούμπας, τελικά, ξεπέρασε και τον εαυτό του και την εποχή του, σηματοδοτώντας, ακόμη και στις μέρες μας, μια πολιτιστική δράση με ευρύτατο πεδίο κοινωνικής αναφοράς, γεμάτη ευαισθησία και όραμα απολογούμενος σε μια ιδανική κοινωνία, στη δημιουργία της οποίας προσπάθησε να συντελέσει μέσα από την ανιδιοτελή προσφορά του.

Πρόκειται, ίσως, για τον Μεγαλύτερο Έλληνα του Απόδημου Ελληνισμού, εξαιτίας του οποίου όλος ο κόσμος απολαμβάνει και θα απολαμβάνει το υψηλής ποιότητας πολιτιστικό αγαθό της Μουσικής, όπως αυτό τελετουργείται στο Μεγάλο Ναό του, το Musikverein. Ανάμεσα στις 32 χρυσοποίκιλτες Καρυάτιδες και τις Μούσες που το κοσμούν είναι πλέον ή βέβαιον ότι το πνεύμα του μεγάλου αυτού Κοζανίτη θα πλανάται, ως άλλος – αιθέριος Απόλλων, στους ρυθμούς του Γαλάζιου Δούναβη.
 
Κέρκυρα 07-01-2021
 
Μάνος Ράπτης