Δασαρχείο: Η πρόσκληση ήταν για πάρτι με σουβλάκια και όχι για πυροπροστασία
«Εφαρμόσαμε την απαγόρευση κυκλοφορίας – Δεν είναι πιστοποιημένη εθελοντική οργάνωση». Η ρήξη φέρνει στο φως τα κενά του εθελοντισμού στην πυροπροστασία

ΚΕΡΚΥΡΑ. Η δημόσια αντιπαράθεση ανάμεσα στη Διεύθυνση Δασών και την Αθλητική Λέσχη Μοτοσυκλέτας (ΑΛΜΚΕ) για το περιστατικό του περασμένου Σαββάτου δεν αφορά μόνο τη διακοπή μιας εθελοντικής δράσης. Αναδεικνύει ένα θεσμικό ζήτημα που φαίνεται να παρέμενε άλυτο επί χρόνια και το οποίο σήμερα έρχεται στην επιφάνεια με τον πιο ηχηρό τρόπο.
Με ανακοίνωσή του, την Τρίτη, το Δασαρχείο υποστηρίζει ότι στις 4 Ιουλίου εφάρμοσε την ισχύουσα απόφαση απαγόρευσης κυκλοφορίας σε δασικές περιοχές, καθώς η Κέρκυρα βρισκόταν στην κατηγορία 3 του χάρτη επικινδυνότητας πυρκαγιάς. Αναφέρει ακόμη ότι η ΑΛΜΚΕ είχε καλέσει μέσω Facebook μέλη και φίλους της σε συγκέντρωση στο Ραντάρ των Αγίων Δέκα, με παρουσία της ΕΡΤ και προσφορά γλυκών και σουβλακιών, χαρακτηρίζοντας την εκδήλωση κοινωνική συνάντηση και όχι επιχείρηση πυροπροστασίας. Κατά την υπηρεσία, η πραγματοποίησή της θα παραβίαζε την απαγόρευση κυκλοφορίας και θα δημιουργούσε πρόσθετο κίνδυνο σε ημέρα υψηλής επικινδυνότητας.
Το Δασαρχείο υπογραμμίζει επίσης ότι η ΑΛΜΚΕ δεν είναι ενταγμένη στο Ειδικό Μητρώο Εθελοντικών Οργανώσεων Πολιτικής Προστασίας και, συνεπώς, δεν αποτελεί πιστοποιημένη εθελοντική οργάνωση δασοπροστασίας.
Η απάντηση αυτή ήρθε μετά τις ανακοινώσεις της ΑΛΜΚΕ ότι σταματά οριστικά τη συμμετοχή της στην εθελοντική πυροπροστασία του νησιού, δραστηριότητα που, όπως υποστηρίζει, ασκούσε επί σειρά ετών επανδρώνοντας πυροφυλάκια και σημεία επιτήρησης. «Και επίσημα! Πυρασφάλεια από τη Λέσχη τέλος! Μας απαγορεύεται από το Δασαρχείο και όλους. Καλό καλοκαίρι», ανέφερε χαρακτηριστικά σε ανάρτησή της.
Εδώ όμως αρχίζουν τα ουσιαστικά ερωτήματα.
Αν η ΑΛΜΚΕ δεν διέθετε ποτέ τη θεσμική ιδιότητα που σήμερα επικαλείται το Δασαρχείο, πώς ήταν δυνατόν να δρα επί χρόνια σε πυροφυλάκια, να συμμετέχει σε περιπολίες, να φωτογραφίζεται δίπλα σε πυροσβεστικά οχήματα και να παρουσιάζεται δημόσια ως μέρος της προσπάθειας πυροπροστασίας του νησιού, χωρίς να έχει διαμορφωθεί στην κοινωνία η εντύπωση ότι αποτελούσε τμήμα του επίσημου μηχανισμού;
Υπήρχε άτυπη συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες; Υπήρχε ανοχή σε μια πρακτική που θεωρούνταν χρήσιμη όσο δεν δημιουργούσε προβλήματα; Ή μήπως το θεσμικό πλαίσιο άλλαξε στην πράξη, με αποτέλεσμα δραστηριότητες που επί χρόνια γίνονταν ανεκτές να μην μπορούν πλέον να συνεχιστούν;
Το ίδιο το Δασαρχείο, στην ανακοίνωσή του, ουσιαστικά επιβεβαιώνει ότι εφαρμόζει πλέον αυστηρά τις προβλέψεις της νομοθεσίας. Αυτό όμως δεν απαντά στο ερώτημα τι ακριβώς ίσχυε μέχρι σήμερα.
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον επειδή η ΑΛΜΚΕ δεν εμφανίστηκε ξαφνικά στην πυροπροστασία. Για πολλά καλοκαίρια η παρουσία της ήταν ορατή, οι δράσεις της δημοσιοποιούνταν, ενώ η συμβολή της αναγνωριζόταν από μεγάλο μέρος της τοπικής κοινωνίας. Εάν αυτή η παρουσία δεν στηριζόταν σε θεσμική πιστοποίηση, τότε προκύπτει εύλογα το ερώτημα με ποιο καθεστώς λειτουργούσε και ποιος είχε την ευθύνη του συντονισμού της.
Η αντιπαράθεση, επομένως, δεν εξαντλείται στο επεισόδιο του Ραντάρ ούτε στην ακύρωση μιας συγκεκριμένης δράσης. Φέρνει στο προσκήνιο τις σχέσεις ανάμεσα στις δημόσιες υπηρεσίες και τον οργανωμένο εθελοντισμό, αναδεικνύοντας την ανάγκη σαφών κανόνων, διαφάνειας και δημόσιων εξηγήσεων. Γιατί, αν η νομιμότητα επιβάλλει σήμερα τον αποκλεισμό της ΑΛΜΚΕ, οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν με ποιο καθεστώς λειτουργούσε μέχρι χθες και γιατί το ζήτημα αναδείχθηκε μόνον όταν επήλθε η ρήξη.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.

