Οι «βάρβαροι» και οι κάτοικοι της παλιάς πόλης
Η παλιά πόλη κινδυνεύει να χάσει εκείνο που την κάνει μοναδική: τους κατοίκους της. Ο Σύλλογός τους δεν μπορεί να γίνει πεδίο προσωπικών φιλοδοξιών και αντιπαραθέσεων. Η μαζική συμμετοχή είναι η καλύτερη εγγύηση για να παραμείνει η πόλη ζωντανή και όχι τουριστικό σκηνικό. Γιατί οι «βάρβαροι» μπορεί τελικά να διαβούν — και να μην έχει απομείνει κανείς να τους αντικρίσει.
Στα χρόνια της ύπαρξής του, ο Σύλλογος Μονίμων Κατοίκων Παλαιάς Πόλης επιβεβαίωσε την ανάγκη να έχουν οι κάτοικοι συλλογική φωνή. Όχι αποκλειστικά ως αντίβαρο στην επιχειρηματική δραστηριότητα, όταν αυτή υπερβαίνει τα όρια, αλλά ως έκφραση μιας κοινότητας που διεκδικεί το δικαίωμα να εξακολουθήσει να ζει στον τόπο της.
Η αντίφαση είναι εντυπωσιακή. Η πόλη προσελκύει πολλαπλάσιους επισκέπτες χάρη στην αίγλη της, κινδυνεύοντας έτσι να καταστρέψει εκείνο ακριβώς που την καθιστά ελκυστική: τον ζωντανό οικιστικό της χαρακτήρα. Η προστασία του αυτονόητου, της κατοικίας και της καθημερινότητας, μετατρέπεται σε διαρκή διεκδίκηση.
Στο καβαφικό «Περιμένοντας τους βαρβάρους», η πόλη έχει οργανώσει την ύπαρξή της γύρω από μια απειλή που τελικά δεν εμφανίζεται. Και τότε προκύπτει το αμήχανο ερώτημα: τι θα απογίνουμε χωρίς βαρβάρους; Στην Παλιά Πόλη, αντιθέτως, πολλοί προβλέπουν πως οι βάρβαροι στο τέλος θα διαβούν. Μόνο που δεν πρόκειται για τους επισκέπτες αλλά για την ανεξέλεγκτη εμπορευματοποίηση που μπορεί να εκτοπίσει τους κατοίκους και να μετατρέψει την πόλη σε σκηνικό.
Η μαζικότερη δυνατή συμμετοχή στον Σύλλογο αποτελεί τη δημοκρατική και, τελικά, αποτελεσματικότερη εγγύηση τήρησης του καταστατικού και εκπλήρωσης του σκοπού του. Οι σύλλογοι ενίοτε μετατρέπονται σε εφαλτήρια προσωπικών επιδιώξεων, όπου η δημοσιότητα και η αναγνώριση υποκαθιστούν τη γνήσια εκπροσώπηση και τη διεκδίκηση.
Όπου και όποτε συμβαίνει αυτό, δεν αποτελεί την ολοκλήρωση της συλλογικής προσπάθειας αλλά την καρικατούρα της.
Και το ζητούμενο δεν είναι ποιος θα εκπροσωπεί τους κατοίκους, ερήμην τους, αλλά πώς οι ίδιοι θα παραμείνουν πρωταγωνιστές στην πόλη τους. Προτού χρειαστεί να αναρωτηθούν, σαν τον Καβάφη, τι απέγινε εκείνο που περίμεναν. Μόνο που τότε μπορεί να μην έχουν απομείνει ούτε οι κάτοικοι για να θέσουν το ερώτημα.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.
