Επιτύμβιον ως φύλλο συκής
H ελληνική δημόσια ζωή δεν θυμάται για να κατανοήσει, θυμάται για να καθησυχάσει.
Από τους 200 της Καισαριανής μέχρι την Αρβελέρ και την Ψαρούδα-Μπενάκη, και με κορωνίδα την όψιμη φρενίτιδα γύρω από τον Ιωάννη Καποδίστρια, η ελληνική δημόσια ζωή αποκαλύπτει έναν σταθερό μηχανισμό, δεν θυμάται για να κατανοήσει, θυμάται για να καθησυχάσει. Μετατρέπει πρόσωπα και γεγονότα σε ακίνδυνα σύμβολα, σε εικονοστάσια συλλογικής αυτοεπιβεβαίωσης, απογυμνωμένα από τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις τους.
Οι 200 της Καισαριανής, όπως και του Λαζαρέτου, παρουσιάζονται συχνά ως γενικοί «ήρωες της πατρίδας», με σχεδόν υποτιμημένη την κομμουνιστική τους επιλογή ως κινητήρια δύναμη των πράξεων και της θυσίας τους. Άνθρωποι που πέθαναν ως πολιτικοί κρατούμενοι ενός αυταρχικού καθεστώτος, ενός κατοχικού στρατού, ενός μισαλλόδοξου κράτους, χρησιμοποιούνται σήμερα σε λόγους που συχνά δικαιολογούν αυταρχικές πολιτικές, περιορισμό δικαιωμάτων, αστυνομική αυθαιρεσία και κοινωνικό αποκλεισμό. Τιμάται η θυσία τους, ενώ υπονομεύεται το νόημά της.
Η Αρβελέρ μετατράπηκε σε τοτέμ σοφίας και αριστείας, χωρίς να συζητιέται σοβαρά τι έλεγε και γιατί διακρίθηκε εκτός του ελληνικού συστήματος. Έγινε κάτι σαν «πνευματικό έπιπλο πολυτελείας» της δημόσιας ζωής. Βρίσκεται εκεί για να δείχνει ότι έχουμε επίπεδο, όχι για να μας ταράζει.
Η Ψαρούδα-Μπενάκη έμεινε ως εικόνα ευπρέπειας, όχι ως φορέας συγκεκριμένων πολιτικών ισορροπιών. Ήταν έκφραση ενός μορφωμένου, αστικού, φιλελεύθερου κόσμου, με διεθνείς αναφορές, θεσμική αυτοπεποίθηση και πρόσβαση στην εξουσία. Δεν ήταν «η Ελλάδα». Ήταν μια συγκεκριμένη Ελλάδα. Η κυρίαρχη. Αυτό σχεδόν ποτέ δεν λέγεται.
Και τώρα ο Καποδίστριας ανασύρεται ως «χαμένη ευκαιρία σωτηρίας», ως αυστηρός πατέρας που, αν δεν τον «είχαμε» δολοφονήσει, όλα θα είχαν λυθεί. Η ύστερη λατρεία του είναι αποκαλυπτική. Αντί να αναμετρηθούμε με την ιστορία, καταφεύγουμε στην αναζήτηση ενός νεκρού σωτήρα, αναζητώντας άλλοθι. Τιμούμε για να μη συγκρουόμαστε, υμνούμε για να μη λογοδοτούμε, νοσταλγούμε για να μη δρούμε. Έτσι, το παρελθόν γίνεται παρηγοριά και όχι δίδαγμα.
Μια ώριμη κοινωνία δεν χρειάζεται αγιογραφίες. Χρειάζεται ειλικρίνεια απέναντι στην ιστορία της. Γιατί μόνο τότε μπορεί να πάψει να κρύβεται πίσω από αυτήν, δήθεν εκ του ασφαλούς. Όσο λιγότερους αγίους τόσο το καλύτερο, και εμείς είμαστε γεμάτοι...
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.
