Η Γαρίτσα, τα σκάφη και το δικαίωμα της πόλης να γνωρίζει
Δεκάδες σκάφη αγκυροβολούν κάθε καλοκαίρι αρόδου στη Γαρίτσα, οι επιβάτες τους αποβιβάζονται καθημερινά στη σκάλα του Δημάρχου και το κράτος εισπράττει το ΤΕΠΑΗ χωρίς να είναι γνωστό τι επιστρέφει στην Κέρκυρα. Η συζήτηση για τα ναύδετα δεν αφορά απλώς πλωτήρες και τέλη πρόσδεσης, αλλά το δικαίωμα της πόλης να γνωρίζει ποιος διαχειρίζεται, ποιος ωφελείται και ποιος αποφασίζει για έναν δημόσιο χώρο που αποτελεί ταυτόχρονα κοινό αγαθό και πηγή οικονομικής αξίας.
ΚΕΡΚΥΡΑ. Η συζήτηση για τα ναύδετα στη Γαρίτσα δεν ξεκίνησε επειδή κάποιος αποφάσισε ξαφνικά να «βάλει χέρι» στον όρμο. Ξεκίνησε επειδή το ελληνικό κράτος, με την ΚΥΑ 3000.0/44137/2025, δημιούργησε ένα θεσμικό πλαίσιο που επιτρέπει την τοποθέτηση και εκμετάλλευση οργανωμένων πεδίων ναυδέτων εκτός λιμένων και μαρινών. (e-nomothesia)
Η απόφαση αυτή δεν κατονομάζει περιοχές. Δεν προβλέπει ότι η Γαρίτσα θα αποκτήσει ναύδετα. Δίνει όμως τη δυνατότητα σε φυσικά πρόσωπα, εταιρείες ή φορείς να υποβάλουν σχετικές αιτήσεις. Κι εδώ αρχίζει η ουσιαστική συζήτηση.
Διότι η αγορά δεν έρχεται τώρα στη Γαρίτσα. Είναι ήδη εκεί.
Κάθε καλοκαίρι δεκάδες, συχνά εκατοντάδες, σκάφη αναψυχής παραμένουν αρόδου στον όρμο. Οι επιβάτες τους αποβιβάζονται επανειλημμένα μέσα στην ίδια ημέρα στη σκάλα του Δημάρχου, μετακινούνται στο ιστορικό κέντρο, χρησιμοποιούν πεζοδρόμια, δημόσιους χώρους και υποδομές, καταναλώνουν στην τοπική αγορά και παράγουν, όπως κάθε επισκέπτης, πρόσθετες ανάγκες καθαριότητας και διαχείρισης.
Παράλληλα, ο κυματοθραύστης του ΝΑΟΚ έχει μετατραπεί εδώ και χρόνια, στην πράξη, σε σημείο εξυπηρέτησης τουριστικών σκαφών. Η δραστηριότητα αυτή δεν θεωρείται κοινωνικά παράνομη ή καταχρηστική, επειδή τα έσοδά της στηρίζουν ένα ιστορικό ναυταθλητικό σωματείο, επιτρέποντας τη συνέχιση αθλητικών δραστηριοτήτων και τη συντήρηση εγκαταστάσεων που διαφορετικά θα δυσκολεύονταν να επιβιώσουν.
Το παράδοξο βρίσκεται αλλού.
Το Ελληνικό Δημόσιο ήδη εισπράττει το Τέλος Πλοίων Αναψυχής και Ημερόπλοιων (ΤΕΠΑΗ) από τα σκάφη άνω των επτά μέτρων που παραμένουν στα ελληνικά χωρικά ύδατα. Το τέλος καταβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω της εφαρμογής e-ΤΕΠΑΗ της ΑΑΔΕ και αφορά την παραμονή του σκάφους στη χώρα, ανεξάρτητα από το αν βρίσκεται σε μαρίνα, σε λιμάνι ή αγκυροβολημένο σε φυσικό όρμο. (ΑΑΔΕ)
Κανείς όμως δεν γνωρίζει πόσα από αυτά τα έσοδα προέρχονται από την Κέρκυρα. Κανείς δεν γνωρίζει πόσα σκάφη που γεμίζουν τη Γαρίτσα πληρώνουν ΤΕΠΑΗ, ούτε ποιο ποσό καταλήγει τελικά στον κρατικό προϋπολογισμό. Και, κυρίως, κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί ούτε ένα μέρος αυτών των χρημάτων δεν επιστρέφει θεσμικά στον Δήμο που επωμίζεται την καθημερινή διαχείριση των συνεπειών αυτής της δραστηριότητας.
Έτσι, η αντιπαράθεση ανάμεσα στο «κοινό αγαθό» και το «asset» αποδεικνύεται αδιέξοδη.
Η Γαρίτσα είναι ήδη και τα δύο. Είναι ένας ζωτικός δημόσιος χώρος, στοιχείο της συλλογικής ταυτότητας της πόλης, τόπος περιπάτου και αναψυχής των κατοίκων. Είναι όμως και ένας τόπος που παράγει οικονομική αξία μέσω μιας υπαρκτής τουριστικής δραστηριότητας.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να υπάρχει διαχείριση. Διαχείριση υπάρχει ήδη, απλώς άτυπη, αποσπασματική και χωρίς διαφάνεια. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος αποφασίζει, ποιος ωφελείται και ποιος λογοδοτεί.
Πριν από οποιαδήποτε συζήτηση για ναύδετα, παραχωρήσεις ή νέες χρεώσεις, η Κέρκυρα δικαιούται να γνωρίζει: πόσα σκάφη φιλοξενεί, πόσοι επιβάτες αποβιβάζονται, πόσα εισπράττει το κράτος και ποιο μέρος αυτής της αξίας επιστρέφει στην πόλη.
Γιατί η Γαρίτσα δεν είναι ούτε ιδιωτικό οικόπεδο ούτε αόριστη θαλάσσια έκταση. Είναι δημόσιος τόπος. Και οι αποφάσεις για το μέλλον της δεν μπορούν να λαμβάνονται χωρίς τα στοιχεία, χωρίς διαβούλευση και χωρίς τη συμμετοχή εκείνων που ζουν καθημερινά δίπλα της.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.
