Κυριακή 14.07.2024 ΚΕΡΚΥΡΑ

Τα έθιμα των κορφιάτικων γιορτάδων

Έθιμα
25 Δεκεμβρίου 2023 / 19:10
ΗΛΙΑΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ

Το «ΕΝ» αναβιώνει τον τρόπο και την ιστορία πίσω τα κυριότερα, πλην καλάντων, λαογραφικά tips των παλαιών, κορφιάτικων γιορτάδων

Η ΠΟΛΗ, με φορεμένα τα καλά της. Στολίδια, λαμπιόνια, ζωγραφιές, δέντρα ψηλά και μουσικές, φωνές παιδιών, τρίγωνα, κάλαντα, φωτεινά αστέρια και βιτρίνες, μια φάτνη, η κάλτσα στο τζάκι, στο σπίτι μοσκοβόλιες, το γέλιο των Αγιοβασίληδων - και στο βάθος λίγο δέος: για την ελπίδα που έχει μόλις γεννηθεί «εν τω Σπηλαίω».

Καθ’ οδόν για την Πρωτοχρονιά, η ώρα των παιδιών. Και των μεγάλων, που ξαναγίνονται παιδιά. Νιώθουν σαν παιδιά. Κάνουν σαν παιδιά. Το πνεύμα της γιορτής. Η αύρα της γιορτής. Κάθε εποχή, ο τρόπος της. Κάθε καιρός, τα ήθη του. Τα έθιμα. Κάποια επιβίωσαν. Αλλά, μεταλλάχτηκαν. Άλλα ξεχάστηκαν στο χρονοντούλαπο του χθες. Ποιος εύχεται σήμερα «καλή αποκοπή»; Ποιος τραγουδά «αυγά, πουλιά», κρεμάει την «ασκέλα» ή απλώνει το χέρι για τη στρίνα; Ήταν, τούτη, η παλαιά Πρωτοχρονιά της Κέρκυρας.

Με τις δικές της ιστορίες, τους δικούς της ήρωες, τα δικά της παραμύθια. Το «ΕΝ» ξετυλίγει τρεις εμβληματικές πτυχές της κόκκινης κλωστής...

«ΑΒΓΑ, ΠΟΥΛΙΑ», ΨΗΛΑ ΒΟΥΝΑ & ΣΤΑΧΤΗ

ΚΑΙ Ο ρολοδείχτης χάιδευε το μεσονύχτιο σημάδι του. Ολόρθος. Ρυθμικός. Ώρα, 12η βραδινή. Μεσάνυχτα κι ένα χνώτο. Το έμπα του καινούργιου χρόνου. Και πέφταν’ οι πρώτες οι ευχές για «καλή αποκοπή» (δηλ. με το καλό να αποχωριστούμε τον χρόνο τον παλιό). Τα πρώτα αγκαλιάσματα - αν και τα «πολλά» αρχινούσαν το πρωί, μετά την εκκλησιά. Με σηκωμό «προτού να φέξει». Οι νοικοκυρές, για να φτιάξουν τηγανίτες για μετά τη λειτουργία. Και κάποτε, στον κερκυραϊκό βορρά…

ΣΥΝΗΘΩΣ, λέει, το ‘πραττε ο γεροντότερος του σπιτικού. Ένιβε το μούτρο, ζύγωνε προς το παράθυρο ή έβγαινε έξω, στην αυλή και κάνοντας αγνάντι στον ορεινό όγκο του Παντοκρατόρου, καλημέριζε πρώτος (αυτός, ο πιο σεβαστικός) τις ψηλότατες κορφές και την καινούργια μέρα / χρόνο. Μ’ ένα -τρις επαναλαμβανόμενο- ψιθύρι. Παλαιό. Εθιμικό…

«Καλημέρα σας βουνά και καλή αρχιχρονιά,

σαν τα βουνά να ‘μια γερός, σαν τη θάλασσα ξυπνός

και σαν τα θαλασσοκύματα, να κάνω τα θελήματα…»

Ή, σε περιοχές (π.χ. στο Όρος ή «τ’ Αγύρου»), που την εθιμοτυπία έπραττε, όχι σπάνια, η κυρά του σπιτικού…

«Καλημέρα σας βουνά και καλή αρχιχρονιά,

σαν κι εσάς να είμαι γερή και σαν τα πουλιά ξυπνή…»

ΚΙ ΕΠΕΙΤΑ (όπου δεν χαιρετούσαν τα βουνά, το συνήθειο άρχιζε κατ’ ευθείαν απ’ εδώ), πήγαινε ευθεία στην «ογνίστρα» (τζάκι). Με «τη στιά» που ζεματούσε «απ’ του Χριστού» (κι όλο το Δωδεκαήμερο, ως τα Φώτα), από «τριώ ειδώνε ξύλα. Εληά, περνάρι, κεπαρίσσι (Λάσκαρι)˙ όχι τυχαία. «Η εληά, βλοημένη και καρπερή θα φέρει στο νέο χρόνο ούλα τα καλά τση γης, τα στάρια και τα γεννήματα του Θεού, ο κεπάρισσος τα σερνικά παιδιά να προβατήσει η αθρωπότη ομπρός και το περνάρι, που είναι ξύλο γερό και ύγιο σν το λιθάρι, την υγεία...».

ΕΠΙΑΝΕ το σίσκλο (δοχείο) με τη στάχτη (κι αν αδυνατούσε, του το σέρναν’ στο κρεβάτι), την ανακάτωνε με τη χούφτα και το δάκτυλο κι έριχν’ ετούτη την ευχή - επίσης τρις…

«Αυγά πολλά σωρούλια / και γάλλικα πολλά,

κόττες και κοτόπουλα / και όλα τα καλά”».

Ή έτσι…

«Αυγά πουλιά, αυγά πουλιά / κι’ οι νοικοκυραίοι καλά,

χίλια μύρια, χίλια μύρια / ευτυχία μπαρμπαρά, στάρια, κρασιά, λάδια”…»

Ή αυτό…

«…χίλια μύρια τα καλά,

στάρια, λάδια και κρασιά και πολλά τα μπαρμπαρά…»

«ΑΥΓΑ… πουλιά…»˙ με νόημα κι αιτία. Γιατί στην «εξοχή» η πτηνοτροφία ήταν, τότες, το κύριο προσόδιο. Το στήριγμα του οικογενειακού ταμείου. Κι εδώ, και στα υπόλοιπα Επτάνησα˙ γι’ αυτό και το έθιμο εντοπίζεται κι εκεί. Κεφαλονιά παράδειγμα, σε ντόπια εκδοχή…

«Αυγά, πουλιά, όλο κιού / και κανένα κλου...»

ΠΟΥ πα’ να πει, να μην βγουν ποτέ τους κλούβια τα αυγά της κλώσας…

Η ΔΙΑΦΟΡΑ; Σύμφωνα με μαρτυρία του Τσιτσέλη (1910), εκεί το… τάμα δεν το ‘λεγαν ξημέρωμα. Αλλά ζητούσαν να το πουν οι ξένοι, που έρχονταν για βίζιτα, μετά την εκκλησιά ή το απόγιομα. Την ώρα που κι εκεί, τα πιτσιρίκια -και η φτωχολογιά-  γύριζαν τη γειτονιά για μποναμά βαστώντας την «ασκέλα» τους («αγιοβασιλίτσα» στην Κεφαλονιά) ή ένα «πιατέλο» με πορτοκάλι, στολισμένο «με πρόκες (μοσχοκάρφια) και γαρούφαλο».

ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ η ευχή («Αυγά, πουλιά…») μαρτυρείται σ’ ακόμη μια περίπτωση: ανήμερα πια, απ’ το στόμα των παιδιών, που έπαιρναν τη ρούγα στο κατόπι, πόρτα με πόρτα, χαλεύοντας τη «στρίνα» τους. Και συνήθως, λέει ο Κούρκουλος, προσκαλούνταν ν’ ανακατέψουν πρώτα τη στάχτη του τζακιού - γιατί η ψυχή των παιδιών ήταν καθαρή κι έτσι θα έπιανε καλύτερα η ευκή. Κι έπειτα, μόνο έπειτα, τους έβαναν στην τσέπη το κέρμα ή το κέρασμα. Αλλά γι’ αυτό τα λέμε αλλού...

Η «ΣΤΡΙΝΑ» (ΣΤΟ ΠΟΥΓΓΙ Ή… ΣΤΟ ΛΕΜΟΝΙ)

BONA MANO (bona mano). «Kαλό χέρι», δηλαδή - και βγήκε απ’ αυτό, ο (εξελληνισμένος) «μποναμάς». Το μαγικό mοmento της... μαρίδας, κορωνίδα των ευχάριστων του εορταστικού τους σύμπαντος, με, παλαιόθεν, ορισμένη τη στιγμή: σαν έπιανε Πρωτοχρονιά - μόνο τότε γίνονταν τα δώρα. Και μόνο τότε, έπεφτε κι ελόγου της: η «στρίνα». Το κέρμα˙ ο μποναμάς για το καινούργιο έτος.

ΓΙΝΟΤΑΝ μετά τον πρωϊνό εκκλησιασμό, πρώτο του χρόνου. Στα σπίτια οι κυράδες είχαν στρωμένο το τραπέζι με κεράσματα (συκομαϊδες και τηγανίτες φτιαγμένες από μπονώρα), ο νοικοκύρης γέμιζε ποτήρια, να τσουγκρίσουν και τα μικρά παίρναν’ τη στράτα, γειτονιά τη γειτονιά και γέμιζαν ευχές τον «κύρη του (κάθε) σπιτιού»...

ΚΙ ΑΥΤΟΣ -με πρώτους πατεράδες, θειούς, παππούδες- για το καλό τα «στρίνιαζε» ή «τους έκανε τη στρίνα»˙ τους έδινε το νόμισμα. Στο χέρι, στο σακούλι ή… στο λεμόνι˙ λέει γι’ αυτό μια παλαιά αφήγηση της κορφιάτικης υπαίθρου: «Το έθιμο κράτησε έως τη δεκαετία του ’60… Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, η μάνα μας έδινε ένα λεμόνι χαρακωμένο κάθετα και μας έλεγε “πήγαινε να σου κάνουν στρίνα”. Βγαίναμε στη γειτονιά και οι μεγάλοι από συνήθειο μας έβαναν κέρμα στο χαραγμένο λεμόνι. Και αν δεν είχαμε λεμόνι, μας έλεγαν “δεν έχεις λεμόνι”; Και το έδιναν στο χέρι...».

ΕΚ ΤΟΥ λατινικού «strena», η ρίζα. Που σήμαινε, αρχικά, «αίσιος οιωνός»- κι έπειτα «δώρο». Πηγή, η ρωμαϊκή «θεά του νέου έτους», Strenia ή Strenua > Strena (δημοφιλής και σε Σαβίνους, Ετρούσκους). Της δύναμης, της ελπίδας, της υγείας, της αντοχής. Kαι την οποία οι Ρωμαίοι «τ’ Αύγουστου» τιμούσαν (επιβεβαιωμένα απ’ το 153 π.Χ.) κατά τις «καλένδες» (αρχιμηνιά) του Ιανουαρίου (Calendae Januarie), με συγκεκριμένο εθιμικό, το οποίο περιελάμβανε, κατ’ αρχήν, την προσφορά «στους μεγιστάνας ως δώρο κλαδιά δάφνης (κι ελιάς) από το ιερό δάσος της θεάς» (Via Sacra), δεμένα με κόκκινες κλωστές κι έπειτα σύκα, μέλι και χουρμάδες, συνοδεία ασμάτων εξευμενισμού της. Μια πρώιμη κορφή καλάντων, με παγανιστικά ίχνη, στο τέλος των οποίων οι «καλαντιστές», απ’ ένα σημείο κι έπειτα, λάμβαναν νομίσματα «βαπτισμένα» -όπως και τα στιχάκια και τα δώρα, το έθιμο εν γένει- απ’ τ’ όνομα της ίδιας της θεάς: «Στρίνες».

ΚΑΤΑ τον Κούρκουλο, επί Τιβερίου το έθιμο καταργήθηκε. Επέστρεψε επί Καλιγούλα. Επί βυζαντινών πλέον καιρών, εμφανίζεται διαδεδομένο, συντηρούμενο και τονωθέν, απ’ το ελληνικό στοιχείο της Μεσημβρινής Ιταλίας / Σικελίας. Με τη «Στρίνα» να προσδιορίζει σταθερά, τόσο τα (ελληνόφωνα) «κάλαντα» π.χ. της περιοχής του Σαλέντο / Καλαβρίας και τα οποία ερμήνευαν «σε μια παραδοσιακή διάλεκτο, την “κουσαντίνα” (A Strina Cusantina), συνοδεία ενός εξαφανισμένου σήμερα οργάνου, στον τύπο του λαούτου, με μακρύ μανίκι, το “κολασκιούνι”»…

«Άρτε που εστά (έφθασα) στην ώρια (ωραία) μασσαρία (αγρόκτημα)

Βλοώ (ευλογώ) την πόρτα με το λιμπιδάρι (κατώφλι)

Βλοώ τη μάνα μ’όλο τα παιδία

Κι απόι (ύστερα) το τσούρη (πατέρας) που ‘ναι o τζενεράλη (αφέντης - ιδιοκτήτης)

Κι απόι το τσούρη που ‘ναι o τζενεράλη…»

… όσο, βεβαίως, και το νόμισμα π’ ακολουθούσε˙ κι όποια παρέα, λέει, τα πρωτόλεγε, τούτη έπαιρνε και το «καλύτερο» το νόμισμα. Γιατί έφερνε «το γούρι»...

ΤΟΥΤΗ η διατήρηση - ακμή κατά τη βυζαντινή περίοδο (όπου το νόμισμα / μποναμάς εμφανίζεται και ως «ευαρχισμός») ήταν που «μοίρασε» το έθιμο στην ευρύτερη επικράτεια. Από την Κέρκυρα, έως τα Δωδεκάνησα (βλ. «στρίνα» Αμοργού ή Κύθνου, «μπουλιστρίνα» Σύμης, «μπουλουστρίνα» Νισύρου κ.λπ.) ή την Κύπρο («πουλουστρίνα»).

ΜΑΣ λέει κάτι ακόμη ενδιαφέρον η παλαιά γραφή του Κούρκουλου : πως μια συνηθισμένη τακτική της κορφιάτικης υπαίθρου ήταν, τα παιδιά που «βγαίνουν με τα πουγγιά κρεμασμένα στο λαιμό, πηγαίνουν στα σπήτια, εύχονται χρόνια πολλά και ζητούν να τους κάμουν “Στρίνα”» (σ.σ. πλην του νομίσματος, εντάσσει στο ίδιο πλαίσιο και τη δωρεά αυγών, σταφίδας, συκομαϊδων κ.λπ.), συχνά προσκαλούνταν, πριν πάρουνε τον μπουναμά, να κάμουν κάτι ακόμα: «…να ανακατέψουν τη στάχτη του τζακιού». Μιλήσαμε...

«ΑΣΚΕΛΑ» ΣΤΟ ΠΟΡΤΟΝΙ

ΦΥΤΟ πολυετές κι ανθεκτικότατο, η «urginea maritima» (ουργινέα), κατά την επιστημονική ονομασία. Μακρύς βλαστός, πλατιά και λεία φύλλα (που αναδύονταν μετά τα μικρά λευκοπράσινα άνθη) και τεράστιο βολβό (ίσαμε 2 κιλά), ενδημικό της παράκτιας Μεσογείου, απ’ τα πρώτα ανθοφόρα του φθινόπωρου κι εύκολο στην εύρεση (σε ελαιώνες, πετρώδεις και χέρσες εκτάσεις).

«ΑΣΚΕΛΕΣ» τις μάθαμε εδώ. Κι επειδή, ως τέκνο μιας μακράς, πανελλήνιας παράδοσης, το χούι τους απλώθηκε από αρχαιοτάτων απ’ άκρου εις άκρον, αλλού τις λέν’ «ασκικονάρες» / «ασκιλλοκάρες» ή «κρεμμύδες» / «αγριοκρεμμύδες» / «σκυλοκρέμμυδα» ή «γυφτοκρέμμυδα» ή «σκύλες» / «σκίλλες» ή «κουβαρόσκιλλα» ή «ασκελετούρες» / «σκελετούρες» ή «αγιοβασιλίτσες» ή «μπότσικες» / «μπόσκες» / «βοτσίκια» ή «κουτσούνες».

ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ της, πολύτροπες, είχαν αναδειχτεί -και τιμηθεί- δεόντως απ’ την αρχαιότητα…

• … ως φυτό θεραπευτικό. Γνωστό και στους Αιγυπτίους (1500 π.Χ.) και στους ημετέρους˙ «το σώμα υγιεινόν και εύχρουν κατασκευάζει», γράφει ο Διοσκουρίδης: χρήση του ελαίου της / «σκιλλιτικού οξέως» / «σκίλλης οίνου» για ζητήματα στομάχου / κοιλίας, έλκους, δυσπεψίας, δυσεντερίας, πυρετού, βήχα, ίκτερου, σπλήνας, άσθματος, υδρωπικίας, ούλων - δοντιών, δερματικών, ουρικού, ακόμα και ‘μέρεψης του νευρικού συστήματος (έως και για τη φυματίωση τη χρησιμοποιούσαν οι παλιοί).

• … ως συμβολιστικό στοιχείο ζωτικής δύναμης, αντοχής και γονιμότητας  - της Γης (εξ ου και στο λατρευτικό εθιμικό του Πάνα). Εντυπωσίαζε ανέκαθεν, προσδίδοντάς της σχεδόν μαγικές ιδιότητες, το «φύσει εύζωον και βλαστικόν του φυτού» και «η έκτακτος, μεγάλη ζωτικότης του βολβού», που, ακόμη, λέει, κι αν τον ξερίζωνες, συνέχισε να πετάει / μεγαλώνει φύλλα και ανθούς.

• … σε συνέχεια αυτής της «μαγικής» της ιδιότητας, έλαβε νωρίς και το… μαντικό χρίσμα. Κι έτσι, π.χ., θεωρούσαν πως, ανάλογα το πότε πέταγε ανθούς, μπορούσαν να «προβλέψουν», αν ο χειμώνας θα ήταν ήπιος / η άνοιξη θα κόπιαζε νωρίς, προς όφελος των καλλιεργειών και της γονιμότητας της Γης.

• … ως ισχυρό αποτρεπτικό των περιττών (λόγω των τοξικών στεροειδών του βολβού, τη χρησιμοποιούσαν, για να διώχνουν έντομα και τρωκτικά) και, κατ’ επέκταση, κάθε κακού.

ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ, αυτή η τελευταία, για την κύρια ιδιότητα και σύνδεση με το καθ’ ημάς ενδιαφέρον: την πρωτοχρονιάτικη παράδοση της «ασκέλας». Ως στοιχείο εξαγνισμού του χώρου, αποτροπής των δυσάρεστων, καλοτυχιάς˙ ο Πυθαγόρας το λέει ήδη απ’ τον 6ο π.Χ.: κρεμασμένη στην εξώπορτα, γίνεται φάρμακο, που διώχνει τις ασθένειες. Και το επαναλαμβάνει, τόσο ο Θεόφραστος [3ος αι. π.Χ. – «λέγεται και αλεξητήριον (αποτρεπτικό), προ των θυρών της εισόδου φυτευθείσαν»], όσο και ο Διοσκουρίδης (1ος αι. μ.Χ. - «… έστι δε και αλεξιφάρμακον όλη προ των θυρών κρεμαμένη»).

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ξέμεινε. Και κάπως έτσι, σε συνέχεια της αρχαίας συνήθειας, στην ύπαιθρο, ξημέρωμα Πρωτοχρονιάς, τις έβλεπες κρεμάμενες (καλυμμένος ο βολβός και αεράτη η φυλλωσιά) στις ‘ξώπορτες από τα σπίτια ή / και στην οροφή απ’ τ’ αργαστήρια και τους στάβλους. Για γούρι. Δύναμη. Ευζωία. Και αποτροπή κάθε δυσάρεστου.

ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ, όταν το έθιμο ήταν ακόμη ισχυρά ακμαίο στο νησί, προφορικές old school διηγήσεις, αναφέρουν πως τις πουλούσαν πλανόδιοι πραματευτάδες «για τη μέρα». Άλλοτε, πουρνό - πουρνό, τις πρόσφεραν οι πιτσιρίκοι στους γειτόνους, με στολισμένο το βολβό, μαζί με φιόρια εποχής. Και, σαν πέρναγαν οι μέρες, κατέβασμα και φύλαξη στο σπίτι. Ίσαμε τον άλλο χρόνο. Το είπαμε, άλλωστε: άντεχαν...

 

Με πληροφορίες από: Αναστάσιος Κούρκουλος, «Ημερολόγιον των Φαιάκων, 1933», Αθήναι, 1932 • Νινέττα Χ. Λάσκαρι, «Κέρκυρα, Μια ματιά μέσα στο χρόνο», εκδ. «Ποταμός», Αθήνα, 2016CorfuStories Mag. (έντυπη έκδοση), τ. 11 (Δεκ. 2018) • autochthonesellhnes.blogspot.com.

 

ΚΙ ΑΥΤΑ...

# ΟΙ ΚΟΛΟΝΙΕΣ... Σε κάποιες περιοχές, βράδυ παραμονής, μαρτυρούνται, ως έθιμο, οι «κολόνιες». Άνθρωποι κάθε ηλικίας, στο δρόμο, κρατώντας μπουκάλια με αρώματα, αφού «ενημέρωναν» κάθε λογής περαστικό πως «ήρθαμε με ρόδα και ανθούς / να σας ειπούμ’ Χρόνους Πολλούς», τους ράντιζαν, για να τους εύρει ο νέος χρόνος μ’ ευωδία. Στην Κεφαλονιά το έθιμο διατηρείται πάντα ακμαίο.

# ΤΟ ΡΟΔΙ... Πανελλαδικό έθιμο, διαχρονικό… Πέραν του κρεμάσματος της «ασκέλας» σ’ εξωπόρτα και σ’ εργαστήρια, πρωί Πρωτοχρονιάς έσπαγαν στην είσοδο του σπιτικού ένα ρόδι, πανάρχαιο σύμβολο ευημερίας, αφθονίας και καλοτυχίας. Και φυσικά, την πρώτη μέρα, φρόντιζαν «το καλό ποδαρικό», να μη δανείσουν / δανειστούν, στενοχωρήσουν / στενοχωρηθούν, μην κλάψουν ή χτυπήσουν.

# ΚΑΝΟΝΙΟΒΟΛΙΣΜΟΙ... Στην πόλη, επί Αγγλοκρατίας, το νέο έτος γιορταζόταν με 21 κανονιοβολισμούς από το Φρούριο και παιανίσματα των μουσικών στους σημαιοστολισμένους δρόμους – «διότι ούτως συνηθίζουν οι Έλληνες όταν είναι Εθνικαί εορταί ή εορτάσιμαι», έγραφε το 1865 ο Σαμαρτζής. Δοξολογία στον Άη Γιώργη, μάζωξη «του Αρμοστού» (Ανάκτορα) κι αργότερα, δεξίωση στο Νομαρχιακό Μέγαρο.

 

ΦΗΜΕΣ (ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΣΜΟΙ)

Εγκώμια που, επί Ενετοκρατίας, εκφωνούνταν στο πλαίσιο των μεγάλων (μικτών) εορτών προς τιμήν της Γαληνοτάτης και των εκπροσώπων της, αλλά, εδώ, και χάριν των ορθόδοξων προκαθημένων. Απ’ το 1211 επιβεβαιώνονται, επί Δόγη, P. Ziani. Ειδικώς δε, οι «φήμες» παραμονής Χριστουγέννων & Φώτων συγκροτούσαν αυθύπαρκτη τελετή, με πρωταγωνιστές του ιερείς του Ι. Τάγματος. Η διαδικασία «έτρεχε» σε τέσσερις, διαδοχικά, χώρους: ορθόδοξο πρωτοπαπαδικό ναό (μάζωξη Ι. Τάγματος & Πρωτοπαπά ή Σακελλάριου Ι.Τ. και πομπή προς τη), Λατινεπισκοπή (υποδοχή απ’ τον Λατινεπίσκοπο, προσφορά γλυκισμάτων & κρασιού, «φήμες» Πάπα & Λατινεπισκόπου), Συμβούλιο πόλης (υποδοχή απ’ τον Πρωτοπαπά ενετικής διοίκησης & Συμβουλίου κι επανάληψη τελετουργικού Λατινεπισκοπής, με εκφώνηση, όμως, «φημών» σύσσωμης της ενετικής αντιπροσωπείας) και ναό εφημερίας Σακελλαρίου («φήμες» Πατριάρχη, Πρωτοπαπά, Σακελλάριου). Απ’ το 1504, με δημόσια έξοδα, «φήμες» μαρτυρούνται και δημοσίως (pubbliche laudi), με προσφορά ζαχαρωμένων φρούτων και μαντολάτου.

Δημοσιεύθηκε στο ΕΝ The Magazine Δεκεμβρίου 2023

 

 

 

ΗΛΙΑΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1978. Πτυχιούχος Φιλολογίας (Φιλοσοφική Σχ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 2001) και δημοσιογραφίας (New York College, 2002), θήτευσε επί 12ετία στην Αθήνα, με κύριες αναφορές τις εφημερίδες Αθλητική Ηχώ (2001-’08) και Εξέδρα / Δ.Ο.Λ. (2008-‘11) συν σειρά συνεργασιών με ιστοσελίδες και περιοδικά. Επιστρέφοντας Κέρκυρα, διετέλεσε υπεύθυνος Γραφείου Τύπου στις ΠΑΕ ΑΟ Κέρκυρα και ΑΟ Κασσιώπης (Super League). Συνδημιουργός και αρχισυντάκτης των ιστοσελίδων Corfusports (2011) και Corfustories (2020), της εφημερίδας Corfupress / Corfusports (2016) και των free press mag. Corfu Magazine (2017) και Corfu Stories (2018), μετά τη συνεργασία του με την Καθημερινή Ενημέρωση (2019-’20), επέστρεψε στον όμιλο Ενημέρωση το ’21, λόγω… ΕΝ-The Magazine. Eίναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και του ΠΣΑΤ (βραβείο «Χρ. Σβολόπουλος», 2010).