Συμφωνούν ΗΠΑ, Ισραήλ και Λίβανος, αλλά το κλειδί παραμένει στη Χεζμπολάχ
Η οργάνωση που καλείται να εγκαταλείψει τον έλεγχο της περιοχής δεν συμμετείχε στις συνομιλίες και διατηρεί τον καθοριστικό λόγο για την εφαρμογή της συμφωνίας.
ΑΘΗΝΑ. Η τριμερής συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 2 και 3 Ιουνίου στην Ουάσιγκτον, με τη συμμετοχή εκπροσώπων των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και του Λιβάνου, δεν ήταν μια ακόμη διπλωματική συνάντηση διαχείρισης κρίσης. Το κοινό ανακοινωθέν αποτυπώνει μια πολύ ευρύτερη αμερικανική επιδίωξη: τη μετάβαση από την προσωρινή παύση των εχθροπραξιών σε ένα νέο καθεστώς ασφάλειας στα σύνορα των δύο χωρών.
Το πρώτο απτό αποτέλεσμα είναι η συμφωνία για εφαρμογή κατάπαυσης του πυρός με δύο σαφείς προϋποθέσεις: την πλήρη παύση των επιθέσεων της Χεζμπολάχ και την απομάκρυνση των στελεχών της από την περιοχή νότια του ποταμού Λιτάνι. Παράλληλα, συμφωνήθηκε η δημιουργία πιλοτικών ζωνών στις οποίες αποκλειστική αρμοδιότητα ασφάλειας θα έχει ο λιβανικός στρατός, χωρίς παρουσία άλλων ένοπλων οργανώσεων.
Η σημασία αυτής της πρόβλεψης είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Από τον πόλεμο του 2006 και την υιοθέτηση της Απόφασης 1701 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, η διεθνής κοινότητα επιδιώκει την απομάκρυνση των ένοπλων δυνάμεων της Χεζμπολάχ από τον νότιο Λίβανο. Είκοσι χρόνια αργότερα, η τριμερής φαίνεται να επιχειρεί μια σταδιακή εφαρμογή αυτού ακριβώς του στόχου.
Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι πολιτικό. Για πρώτη φορά μετά από μακρά περίοδο συγκρούσεων, οι δύο πλευρές δεσμεύονται σε συνέχιση άμεσων διαπραγματεύσεων για όλα τα εκκρεμή ζητήματα. Δεν πρόκειται για ειρηνευτική συμφωνία ούτε για αναγνώριση μεταξύ των δύο κρατών. Ωστόσο, η διατύπωση περί «οικοδόμησης εμπιστοσύνης» και «συνολικής συμφωνίας» παραπέμπει σε μια διαδικασία που υπερβαίνει την απλή διαχείριση των συνόρων.
Το τρίτο και ίσως σημαντικότερο στοιχείο αφορά τον ρόλο της Χεζμπολάχ. Το κείμενο της συνάντησης δεν περιορίζεται στην παύση των επιχειρήσεων. Αναφέρεται ρητά στη διάλυση μη κρατικών ένοπλων οργανώσεων και στην αποτροπή της επανεμφάνισής τους. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και η κυβέρνηση του Λιβάνου εμφανίζονται να συγκλίνουν στην ενίσχυση των λιβανικών ενόπλων δυνάμεων ως του μοναδικού νόμιμου φορέα άσκησης στρατιωτικής ισχύος στη χώρα.
Αυτό ακριβώς εξηγεί και τις επανειλημμένες αναφορές στο Ιράν. Για την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ, η Χεζμπολάχ αποτελεί βασικό μοχλό της ιρανικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο. Η αποδυνάμωση ή ο αφοπλισμός της δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως ζήτημα ασφάλειας για το Ισραήλ, αλλά και ως αναδιάταξη των περιφερειακών συσχετισμών δυνάμεων.
Παρά ταύτα, το ανακοινωθέν αφήνει αναπάντητο το βασικό ερώτημα: μπορεί η κυβέρνηση του Λιβάνου να επιβάλει στην πράξη όσα συμφωνήθηκαν; Η Χεζμπολάχ εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρή πολιτική, κοινωνική και στρατιωτική παρουσία. Χωρίς τη δική της αποδοχή ή χωρίς μια ευρύτερη περιφερειακή συμφωνία στην οποία θα εμπλέκεται και η Τεχεράνη, η εφαρμογή των δεσμεύσεων παραμένει αμφίβολης αξίας.
Γι' αυτό η τριμερής πρέπει να ιδωθεί όχι ως το τέλος μιας σύγκρουσης αλλά ως η έναρξη μιας διαδικασίας. Εάν οι πιλοτικές ζώνες λειτουργήσουν και ο λιβανικός στρατός αποκτήσει πραγματικό έλεγχο του νότου, θα πρόκειται για τη σημαντικότερη μεταβολή στην περιοχή μετά τον πόλεμο του 2006. Αν όχι, η συνάντηση θα καταγραφεί ως ακόμη μία φιλόδοξη διπλωματική πρωτοβουλία που προσέκρουσε στους πραγματικούς συσχετισμούς ισχύος της Μέσης Ανατολής.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.
