ΕΛΔΥΚ 1974: Η τριήμερη μάχη που έγινε σύμβολο αντίστασης
Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, αναδεικνύονται οι μάχες της ΕΛΔΥΚ από την πρώτη ημέρα του «Αττίλα» έως την ηρωική άμυνα του στρατοπέδου και του υψώματος Β. Η αντίσταση απέναντι σε συντριπτικά υπέρτερες δυνάμεις παραμένει ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά κεφάλαια της σύγχρονης ελληνικής στρατιωτικής ιστορίας.

Συμπληρώθηκαν 52 χρόνια από την αιφνιδιαστική τουρκική επίθεση από αέρος και θαλάσσης στη Μεγαλόνησο, το καλοκαίρι του 1974. Από τους πρώτους στόχους της εισβολής, στις 20 Ιουλίου 1974, ήταν τα στρατόπεδα της ΕΛΔΥΚ και της Κυπριακής Εθνοφρουράς.
Η ΕΛΔΥΚ συγκροτήθηκε το 1959, στο πλαίσιο των Συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου, και αποβιβάστηκε στην Αμμόχωστο στις 16 Αυγούστου 1960, ημέρα κατά την οποία άρχισε επισήμως και η λειτουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Έντονα αντίθετος με τη λύση που δόθηκε τότε στο Κυπριακό ήταν ο πρεσβευτής της Ελλάδας στο Λονδίνο και μετέπειτα νομπελίστας ποιητής Γεώργιος Σεφέρης, ο οποίος θεωρούσε ότι η συμφωνία οδηγούσε ουσιαστικά στη διχοτόμηση του νησιού.
Με την έναρξη της τουρκικής εισβολής, η ΕΛΔΥΚ αντέδρασε άμεσα και αποφασιστικά. Στις 20 Ιουλίου εκτέλεσε δύο επιθετικές επιχειρήσεις. Η πρώτη, στις 7 το πρωί, ήταν επιθετική αναγνώριση προς το τουρκοκυπριακό χωριό Κιόνελι, την ώρα που πραγματοποιούνταν ρίψεις Τούρκων αλεξιπτωτιστών και μεταφορά στρατευμάτων με ελικόπτερα στον εκτεταμένο τουρκοκυπριακό θύλακα Λευκωσίας – Αγύρτας. Η δεύτερη, στις 7 το απόγευμα, ήταν κανονική επίθεση εναντίον του ίδιου θύλακα.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, η επίθεση της ΕΛΔΥΚ έφερε τις τουρκικές δυνάμεις σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Αυτό, όπως υποστηρίζεται, παραδέχθηκε και ο τότε αρχηγός της τουρκικής Αεροπορίας, αντιπτέραρχος Εμίν Αλπκαγιά, σε δηλώσεις του τον Ιούνιο του 1976:
«…Κατά την πρώτη ημέρα της επιχείρησης η ΕΛΔΥΚ προσέβαλε τις θέσεις μας. Οι μονάδες πεζικού βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση. Διασπάστηκαν στα δύο. Ζητήθηκε η βοήθεια της αεροπορίας και τη δώσαμε κατά τρόπον λίαν ικανοποιητικό. Έτσι αναχαιτίσαμε την προέλαση των Ελλήνων. Διαφορετικά ερχόταν η καταστροφή».
Για να μη βρεθεί απομονωμένη σε πλήρως εκτεθειμένο έδαφος το επόμενο πρωί, η ΕΛΔΥΚ επέστρεψε στις αρχικές της θέσεις. Με την ανατολή του ηλίου, στις 21 Ιουλίου, η τουρκική αεροπορία εξαπέλυσε σφοδρούς βομβαρδισμούς εναντίον του στρατοπέδου, πληρώνοντας, σύμφωνα με τις ελληνικές πηγές, σημαντικό τίμημα σε αεροσκάφη που καταρρίφθηκαν από τα πυρά της ΕΛΔΥΚ.
Κατά το τριήμερο 20–22 Ιουλίου, οι τουρκικές δυνάμεις δεν πέτυχαν ουσιαστικά αποτελέσματα ούτε στην περιοχή της απόβασης, όπου επίσης υπέστησαν σημαντικές απώλειες, παρά την περιορισμένη αντίδραση της Εθνοφρουράς. Την κατάσταση αυτή περιγράφει και ο Τούρκος δημοσιογράφος Αλί Μπιράντ στο βιβλίο του Απόφαση – Απόβαση, σημειώνοντας τον προβληματισμό που επικρατούσε στην τουρκική πλευρά.
Ακολούθησε κατάπαυση του πυρός, την οποία, σύμφωνα με το κείμενο, η Τουρκία παραβίασε 80 φορές πριν από την έναρξη του «Αττίλα 2», από τις 14 έως τις 16 Αυγούστου. Στο διάστημα αυτό ενίσχυσε ανενόχλητη τις δυνάμεις της στην Κύπρο, μεταφέροντας στρατεύματα ισοδύναμα με δύο Σώματα Στρατού, περίπου 200 άρματα μάχης, 300 τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού και 100 πυροβόλα διαφόρων διαμετρημάτων.
Με τις δυνάμεις αυτές, ενισχυμένες από 20 τάγματα Τουρκοκυπρίων και την ΤΟΥΡΔΥΚ, εξαπολύθηκε ο «Αττίλας 2». Εναντίον του στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ και του υψώματος Β επιτέθηκαν μία μηχανοκίνητη ταξιαρχία και η ενισχυμένη ΤΟΥΡΔΥΚ.
Την άμυνα είχαν αναλάβει δύο λόχοι πεζικού εντός του στρατοπέδου, ο λόχος διοικήσεως (μειωμένης σύνθεσης) στο ύψωμα Β και ο λόχος βαρέων όπλων, που παρείχε υποστήριξη.
Οι επιχειρήσεις ξεκίνησαν το πρωί της 14ης Αυγούστου και ολοκληρώθηκαν το απόγευμα της 16ης Αυγούστου. Καθ' όλη τη διάρκεια του τριημέρου, το στρατόπεδο και το ύψωμα Β βομβαρδίζονταν σχεδόν αδιάκοπα. Τα περισσότερα κτίρια μετατράπηκαν σε ερείπια, ενώ το ύψωμα Β απέκτησε την εικόνα «κρανίου τόπου», κυρίως από τους συνεχείς βομβαρδισμούς με βόμβες Ναπάλμ.
Τους βομβαρδισμούς διαδέχονταν δύο έως τρεις επιθέσεις ημερησίως, κυρίως εναντίον του υψώματος Β. Καθοριστική ήταν, σύμφωνα με την αφήγηση, η συμβολή των δύο Μοιρών Πεδινού Πυροβολικού, της 187 ΜΠΠ και της 190 ΜΠΠ, οι οποίες παρείχαν άμεση και ενισχυτική υποστήριξη αντίστοιχα.
Η κύρια προσπάθεια των τουρκικών δυνάμεων επικεντρώθηκε στο ύψωμα Β. Οι αλλεπάλληλες επιθέσεις αποκρούστηκαν με ηρωισμό και αυταπάρνηση των αμυνομένων.
Από την Ελλάδα δεν έφθασε άλλη ενίσχυση, πέρα από την αποστολή της Α΄ Μοίρας Καταδρομών με τα αεροσκάφη Noratlas.
Στις 16 Αυγούστου εκδηλώθηκαν οι σφοδρότερες επιθέσεις, συνοδευόμενες από συνεχείς αεροπορικές προσβολές. Σύμφωνα με την αφήγηση, η ομάδα επαφής της ΕΛΔΥΚ, περιμένοντας ελληνικά αεροσκάφη, παρενέβη στις τουρκικές συχνότητες και κατηύθυνε τουρκικά αεροσκάφη εναντίον των ίδιων των επιτιθέμενων τουρκικών δυνάμεων. Από υποκλαπείσες συνομιλίες, όπως αναφέρεται, προέκυψε ότι αντικαταστάθηκαν οι διοικήσεις των μονάδων που επιχειρούσαν κατά του στρατοπέδου και του υψώματος Β.
Τα γεγονότα εκείνων των ημερών αποτυπώνονται και σε έγγραφο του Γενικού Επιτελείου Στρατού του 1975, με το οποίο γνωστοποιούνταν στη σύζυγο του λοχαγού Σωτηρίου Σταυριανάκου ότι ο σύζυγός της «έπεσε επί του πεδίου της μάχης την 16η Αυγούστου 1974, μαχόμενος μετά πρωτοφανούς ηρωισμού, θάρρους και αυταπάρνησης εναντίον υπέρτερων δυνάμεων και αφού απέκρουσε λυσσαλέες τουρκικές επιθέσεις από 14 έως 16 Αυγούστου 1974 επί των δυτικών του στρατοπέδου υψωμάτων».
Η ΕΛΔΥΚ κατέγραψε συνολικά 105 νεκρούς και αγνοουμένους, αξιωματικούς και οπλίτες. Η ελληνική πολιτεία τίμησε όλους τους πεσόντες και αγνοουμένους με απονομή έξι τιμητικών βαθμών και άλλες διακρίσεις.
Η προσπάθεια εντοπισμού των αγνοουμένων συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Τα οστά του τελευταίου ταυτοποιημένου αγνοουμένου, του δεκανέα Δημητρίου Λούρπα, μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα με τη συνοδεία του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη, ο οποίος του απένειμε μεταθανάτια το Χρυσό Αριστείο Ανδρείας.
Το 1974 η ΕΛΔΥΚ έδωσε ένα γερό μάθημα στους τούρκους, το οποίο θα θυμούνται για πάντα.
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΔΕΛΛΗΣ, ΥΠΟΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ε.α.

