Πέμπτη 15.10.2026 ΚΕΡΚΥΡΑ

Καποδίστριας: Όταν η μουσική έγινε υπόθεση του νέου ελληνικού κράτους

Μουσική αφιερωμένη στον πρώτο Κυβερνήτη: έργα εμπνευσμένα από τη ζωή και την προσωπικότητα του Ιωάννη Καποδίστρια, τέσσερα από αυτά σε πρώτη εκτέλεση. ΦΩΤΟ: ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΑΡΤΙΝΗΣ/ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ.
ΕΠΕΤΕΙΑΚΗ ΣΥΝΑΥΛΙΑ
28 Σεπτεμβρίου 2026 / 14:19
ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΑΡΤΙΝΗΣ

Η Ιόνιος Ακαδημία άνοιξε τον κύκλο εκδηλώσεων για τα 250 χρόνια από τη γέννηση του πρώτου Κυβερνήτη – Η άγνωστη μέριμνά του για τη μουσική εκπαίδευση και η πρώτη παιδική χορωδία στην Αίγινα.

ΚΕΡΚΥΡΑ. Παρά την καθυστέρηση που προκλήθηκε από μια κακόγουστη φάρσα, το Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε στην Ιόνιο Ακαδημία η εκδήλωση με τίτλο «Μουσική και Παιδεία για ένα νέο κράτος», με την οποία άνοιξε ο επετειακός κύκλος που διοργανώνει η Κερκυραϊκή Πρωτοβουλία για τη συμπλήρωση 250 χρόνων από τη γέννηση του Ιωάννη Καποδίστρια και ο οποίος θα συνεχιστεί τους επόμενους μήνες με πληθώρα εκδηλώσεων.

Μετά τον χαιρετισμό του αναπληρωτή καθηγητή του Ιονίου Πανεπιστημίου, Μανόλη Δρακάκη, εκ μέρους των διοργανωτών, πραγματοποιήθηκε ομιλία του υπογράφοντος σχετικά με τη μουσική κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Καποδίστρια και τα μέτρα που εκείνος έλαβε για την προώθηση της μουσικής εκπαίδευσης στα πρώτα χρόνια του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Ακολούθησε το κυρίως μέρος της εκδήλωσης, με 18μελές σύνολο χάλκινων πνευστών και κρουστών, υπό τη διεύθυνση και επιμέλεια του Σπύρου Ρουβά, να αποδίδει έργα εμπνευσμένα από τη ζωή και την προσωπικότητα του Ιωάννη Καποδίστρια, τέσσερα εκ των οποίων σε πρώτη εκτέλεση.

Πιο συγκεκριμένα, ακούστηκαν το εμβατήριο Ο πρώτος κυβερνήτης, του Γεωργίου Περούλη, το Dies Fatalis, του Σπύρου Αλαμάνου, το πένθιμο εμβατήριο, Ο θάνατος του Καποδίστρια του Κώστα Σαβανή, το Hommage à Conte Capodistria, του Λεωνίδα Ραφαηλόβιτς, η ελεγεία Ναύπλιον, του Θανάση Βουργίδη, η Marcia Funebre για τον Ιωάννη Καποδίστρια, του Γεώργιου Λαμπίρη, το προγραμματικό έργο Ανεκπλήρωτο χρέος του Σπύρου Κατσούρη (με σολίστ την υψίφωνο Δέσποινα Μουρατίδη και τον βαρύτονο Παντελή Κοντό και αφηγητή τον Σπύρο Βέργη) και, τέλος, η Ωδή στον Ιωάννη Καποδίστρια του Σπύρου Ρουβά, σε στίχους Γιώργου Σκλαβούνου (με σολίστ τον Παντελή Κοντό).

Συμμετείχαν οι μουσικοί Χρήστος Αρμενιάκος, Σπύρος Ελ Τσαμπάν, Δώρα Κεφαλίδου, Μαρία Στιβακτάκη (τρομπέτα), Κώστας Σαΐνης, Έλενα Μιχαλά, Κωνσταντίνος Κοσκινάς (κόρνο), Γιώργος Τσαουσίδης, Θοδωρής Χαλμούκης, Παναγιώτης Γραικός (τρομπόνι), Χρήστος Σαραντίδης (ευφώνιο), Θανάσης Βουργίδης (τούμπα), Σπύρος Κατσούρης, Σπύρος Ασπιώτης, Ανδρέας Καλογιάννης, Κατερίνα Έριτσου, Κωνσταντίνος Ζωχιός και Έκτορας Δελαπόρτας (κρουστά).

Η μουσική κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Καποδίστρια*

Με αφορμή την εκδήλωση του Σαββάτου, αλλά και όσες θα ακολουθήσουν, δίνεται η ευκαιρία να αναφερθούν ορισμένες από τις πρωτοβουλίες που έλαβε ο Καποδίστριας γύρω από τη μουσική εκπαίδευση κατά το διάστημα της διακυβέρνησής του.

Την εποχή της άφιξης του Κυβερνήτη πιθανότατα δεν υπήρχε κανένα ίδρυμα όπου να διδάσκεται η τέχνη της μουσικής. Από τα νεότερα ευρήματα της μουσικολογικής έρευνας συμπεραίνουμε ότι το Σχολείο Εκκλησιαστικής Μουσικής, που είχε αρχίσει να λειτουργεί στην Αίγινα στα τέλη του 1826 με μοναδικό διδάσκοντα τον Γεώργιο Λέσβιο, αποδείχθηκε εξαιρετικά βραχύβιο και πιθανότατα είχε αναστείλει τη λειτουργία του ήδη πριν από την άφιξη του Κυβερνήτη ή λίγο μετά από αυτήν. Παλαιότερες δευτερογενείς βιβλιογραφικές πηγές, που λανθασμένα απέδιδαν, χωρίς τεκμηρίωση, την ίδρυση του εν λόγω Σχολείου στον Καποδίστρια το 1828, διαψεύδονται και από το γεγονός ότι από τη χρονιά εκείνη παύει κάθε σχετική αναφορά στα διοικητικά έγγραφα.

Για την κάλυψη αυτού του κενού ο Καποδίστριας είχε προνοήσει ήδη από το 1827, όταν η Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας τον εξέλεξε Κυβερνήτη με προβλεπόμενη θητεία επτά ετών. Όπως διαβάζουμε στην αλληλογραφία του με Ρώσους αξιωματούχους, το καλοκαίρι του 1827 ο Καποδίστριας φρόντισε για την εγκατάσταση στην Αγία Πετρούπολη ενός Έλληνα, ονόματι Αθανάσιος Αβραμιάδης, και για την εκπαίδευσή του στο εκεί Αυτοκρατορικό Παρεκκλήσι στην τέχνη της μουσικής και, ειδικότερα, της ρωσικής εκκλησιαστικής πολυφωνίας.

Δυστυχώς, δεν έχουμε πολλές πληροφορίες για τον πρότερο βίο του Αβραμιάδη ούτε για το πώς ακριβώς γνωρίστηκε με τον Καποδίστρια. Είναι, όμως, γνωστό ότι δεν γνώριζε μουσική πριν από τη μετάβασή του στη Ρωσία. Παρ’ όλα αυτά, επέδειξε αξιοσημείωτη επιμέλεια και σημείωσε ταχύτατη πρόοδο, όπως επισήμαιναν οι διδάσκοντές του αλλά και ο υπουργός Παιδείας και Πνευματικών Υποθέσεων του Τσάρου, πρίγκιπας Αλεξάντρ Νικολάεβιτς Γκαλίτσιν, σε επιστολή του προς τον Καποδίστρια, με ημερομηνία 1 Οκτωβρίου 1828. Ο τελευταίος, μάλιστα, φρόντισε να εξασφαλίσει ακόμη και τη χορήγηση οικονομικού βοηθήματος προς τον Αβραμιάδη κατά την παραμονή του στη Ρωσία.

Από την αλληλογραφία του Καποδίστρια με στενούς συνεργάτες του γνωρίζουμε επίσης ότι στους σχεδιασμούς του ήταν εξαρχής να αναθέσει στον Αβραμιάδη τη διδασκαλία της μουσικής στα νέα κύρια εκπαιδευτικά ιδρύματα που θα θεμελίωνε στο υπό σύσταση νεοελληνικό κράτος και, συγκεκριμένα, στην Αίγινα. Αυτά ήταν το Ορφανοτροφείο Αιγίνης, που κάλυπτε την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, και το Κεντρικόν Σχολείον, που κάλυπτε τη δευτεροβάθμια και από το εκπαιδευτικό έτος 1834-35 μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα, μετονομαζόμενο σε Βασιλικόν Γυμνάσιον Αθηνών.

Πράγματι, με απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 1830, ο Αβραμιάδης διορίζεται και στα δύο αυτά ιδρύματα, αναλαμβάνοντας τη διδασκαλία της εκκλησιαστικής μουσικής και της ψαλτικής τέχνης, αλλά, παράλληλα, και της ευρωπαϊκής μουσικής.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Αβραμιάδης ανέλαβε να συγκροτήσει και να διευθύνει στους κόλπους του Ορφανοτροφείου και παιδική χορωδία, την πρώτη στην Ελλάδα.

Ο έφορος του Ορφανοτροφείου, Ανδρέας Μουστοξύδης, σε όλες τις αναφορές και αξιολογήσεις του σχολίαζε θετικότατα το έργο και τις διδακτικές επιδόσεις του Αβραμιάδη, αλλά και την ταχεία πρόοδο της χορωδίας. Πολύ σύντομα αυτή είχε αρχίσει να εμφανίζεται σε εορτές και άλλες τελετές, παρά το γεγονός ότι, στη συντριπτική τους πλειονότητα, οι νεαροί χορωδοί επίσης δεν γνώριζαν προηγουμένως μουσική.

Σε επιστολή του Καποδίστρια προς τη Διοίκηση του Ορφανοτροφείου αναφέρεται και η προοπτική αγοράς εγχόρδων. Φαίνεται, λοιπόν, πως υπήρξε τουλάχιστον η πρόθεση από την πλευρά της κεντρικής εξουσίας να αναλάβει ο Αβραμιάδης τη σύσταση και της πρώτης ορχήστρας εγχόρδων. Δυστυχώς, όμως, πέραν αυτών δεν έχουμε κάποια άλλη πληροφορία για τυχόν λειτουργία της, η οποία έτσι παραμένει υποθετική.

Αντιθέτως, αρκετές πληροφορίες διαθέτουμε για τη λειτουργία της χορωδίας κατά τους πρώτους μήνες της ύπαρξής της, αλλά και γενικότερα για το υλικό πάνω στο οποίο διδάσκονταν οι σπουδαστές. Μεταξύ άλλων, στις πηγές της εποχής αναφέρεται πως, παρότι η διδασκαλία της εκκλησιαστικής φωνητικής μουσικής στο Ορφανοτροφείο και το Κεντρικό Σχολείο γινόταν με βάση τα ρωσικά πολυφωνικά πρότυπα, από το ρεπερτόριο δεν έλειπαν έργα ή, γενικότερα, στοιχεία από το ύφος δυτικοευρωπαίων μουσουργών, οι οποίοι είχαν βρεθεί για σημαντικό διάστημα στην Τσαρική Ρωσία, αναπτύσσοντας έντονη καλλιτεχνική δράση και επηρεάζοντας αναλόγως τους Ρώσους συνθέτες, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που ασχολούνταν με την εναρμόνιση εκκλησιαστικών μελών.

Σχετικά με την απόφαση του Καποδίστρια να επιλέξει αυτή τη μουσική σχολή, ώστε να οικοδομήσει μέσω του Αβραμιάδη τη μουσική εκπαίδευση στην Ελλάδα και, κατά προτεραιότητα, την εκκλησιαστική, εύλογα καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι το ρωσικό πολυφωνικό ύφος ήταν απολύτως διακριτό από τις απλούστερες εναρμονίσεις των τυπικών μελωδιών της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας, οι οποίες είχαν επηρεαστεί από το ανατολικό στοιχείο λόγω της Οθωμανικής κυριαρχίας και, συνεπώς, δεν ήταν προτιμητέες στο πλαίσιο της γενικότερης προσπάθειας για «αποβαρβαροποίηση» σε κάθε τομέα, του εκκλησιαστικού μέλους μη εξαιρουμένου. Η επιλογή να δοθεί έμφαση στην εκκλησιαστική μουσική έναντι των αντίστοιχων αναγκών της κοσμικής προφανώς είχε να κάνει και με τον ρόλο που διαδραμάτιζε η Εκκλησία στη συνείδηση του ευσεβούς Καποδίστρια.

Ο πρόωρος και αδόκητος χαμός του Κυβερνήτη έμελλε σύντομα να διαταράξει τις βάσεις του εγχειρήματος αυτού, αν και για το αμέσως επόμενο διάστημα ο Αβραμιάδης συνέχισε τη διδασκαλία, καθώς και την επιμέλεια της χορωδίας. Λίγο αργότερα, όμως, ο μουσικοδιδάσκαλος ήλθε σε σύγκρουση με ορισμένους συναδέλφους του εκπαιδευτικούς στα ιδρύματα της Αίγινας, γεγονός που τον οδήγησε σε παραίτηση. Σχεδόν αμέσως μετεγκαταστάθηκε στη νέα πρωτεύουσα, την Αθήνα, όπου τον συναντάμε να πρωταγωνιστεί στις εξελίξεις γύρω από τη δημόσια μουσική εκπαίδευση και κατά τις επόμενες δεκαετίες.

Έστω και μέσα στο διαφορετικό πλαίσιο που είχε θέσει πλέον για την Εκπαίδευση η οθωνική διακυβέρνηση, η μετέπειτα επιτυχής πορεία του Αβραμιάδη δικαιώνει πλήρως την επιλογή του Καποδίστρια, ο οποίος, με τη διορατικότητα που τον χαρακτήριζε, είχε βρει στο πρόσωπό του έναν άνθρωπο ικανό να υλοποιήσει δύσκολες μεταρρυθμίσεις και να παραγάγει σημαντικό έργο σε έναν τομέα που θεωρούσε κρίσιμο. Αυτό καταδεικνύεται και από τη σχετική φράση του: «Η επιστημονική μουσική είναι μέρος ουσιώδες της ελευθέρας αγωγής, ρυθμίζουσα και ηθοποιούσα τας φυσικάς και ηθικάς δυνάμεις των παίδων».

Βλ. και: Χάρης Ξανθουδάκης, «Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η μουσική του Μεταρρύθμιση», στο συλλογικό έργο Ιστορία της Μουσικής στη Νεώτερη Ελλάδα, τόμ. Α΄.

Εμφανίσεις: 1717
ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΑΡΤΙΝΗΣ

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1988. Είναι υποψήφιος διδάκτορας του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου, στην Ιστορική Μουσικολογία. Ανακοινώσεις του έχουν παρουσιαστεί σε επιστημονικά συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά μουσικολογικού και ιστορικού περιεχομένου. Ως μουσικολόγος έχει συνεργαστεί με φορείς όπως το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών κ.ά. Διδάσκει στο Ωδείο Κερκύρας και είναι υπεύθυνος του Αρχείου της Φιλαρμονικής Εταιρίας «Μάντζαρος».