Κυριακή 25.10.2026 ΚΕΡΚΥΡΑ

Όταν η νεολαία δεν βλέπει μέλλον

EDITORIAL
25 Οκτωβρίου 2026 / 09:28
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ

Από την κυβερνητική δυσαρέσκεια στην αμφισβήτηση του οικονομικού υποδείγματος και των ορίων της πολιτικής εκπροσώπησης.

Οι λαϊκές κινητοποιήσεις στην Ευρώπη και την Αλβανία, παρά τις διαφορετικές αφορμές τους, έχουν ένα ενδιαφέρον κοινό χαρακτηριστικό: την παρουσία νέων ανθρώπων, συχνά έξω από τους παραδοσιακούς κομματικούς μηχανισμούς. Τα συνθήματα για την ακρίβεια, την παιδεία, τη στέγη, τη διαφθορά και το μέλλον τους δεν περιορίζονται στην απαίτηση αλλαγής κυβέρνησης. Αμφισβητούν τις συνθήκες ζωής που διαμορφώνονται ανεξάρτητα από την κυβερνητική εναλλαγή.

Ιδιαίτερα στην Αλβανία, όπου η καταγγελία στρέφεται τόσο εναντίον του Ράμα όσο και του Μπερίσα, διακρίνεται η δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό προσωπικό συνολικά. Δεν πρόκειται ασφαλώς για ενιαίο ευρωπαϊκό κίνημα ούτε για συγκροτημένη εναλλακτική πρόταση. Η σύμπτωση όμως των αντιδράσεων αξίζει να εξεταστεί πέρα από την επικαιρότητα.

Η βαθύτερη αιτία μπορεί να αναζητηθεί στην οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 και ουσιαστικά δεν ξεπεράστηκε ως προς τις κοινωνικές και πολιτικές συνέπειές της. Η συσσώρευση κεφαλαίων που αναζητούσαν αποδόσεις, η χρηματοπιστωτική επέκταση ως απάντηση και η υπερχρέωση οδήγησαν σε μια κρίση που αντιμετωπίστηκε με την απαιτούμενη νομισματική παρέμβαση. Το σύστημα διασώθηκε, χωρίς να μεταβληθούν ουσιαστικά οι σχέσεις οικονομικής ισχύος που το χαρακτηρίζουν.

Η διοχέτευση τεράστιας ρευστότητας στήριξε τις χρηματοπιστωτικές αγορές και τις περιουσιακές αξίες. Ο μεταγενέστερος πληθωρισμός, με τις πρόσθετες πιέσεις της πανδημίας, της ενέργειας και των πολέμων, επιβάρυνε τα πραγματικά εισοδήματα. Οι ανισότητες απέκτησαν έτσι και νέα πολιτική διάσταση.

Στο μεταξύ, επί δεκαετίες, σημαντικοί πόροι και οικονομικές αποφάσεις είχαν μεταφερθεί από τον άμεσο δημόσιο έλεγχο στην ιδιωτική και χρηματοοικονομική σφαίρα. Οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να λογοδοτούν για την απασχόληση, τις κοινωνικές υπηρεσίες και το βιοτικό επίπεδο, ενώ η δυνατότητά τους να καθορίζουν την κατανομή των πόρων περιορίζεται από τις αγορές, τους πιστωτές και τον διεθνή ανταγωνισμό.

Εδώ βρίσκεται η αντίφαση της πολιτικής εκπροσώπησης. Οι πολίτες μπορούν να αλλάζουν κυβερνήσεις, χωρίς να αλλάζουν αναγκαστικά οι οικονομικές προτεραιότητες που καθορίζουν τη ζωή τους. 

Αυτή η δυσπιστία δημιουργεί χώρο και για τις δήθεν αντισυστημικές απαντήσεις. Η καταγγελία του πολιτικού προσωπικού, η επίκληση της λαϊκής οργής ή η ανάδειξη προσώπων με συναισθηματικούς όρους δεν αποτελούν πολιτική διέξοδο. Το κρίσιμο δεν είναι πόσο πειστικά καταγγέλλει κάποιος το σύστημα, αλλά τι προτείνει για την παραγωγή, τη χρηματοδότηση και τη διοίκηση της οικονομίας.

Ακόμη όμως κι αν οι κινητοποιήσεις αποκτήσουν πολιτική συγκρότηση και αναδείξουν μια διαφορετική κυβέρνηση, το αποφασιστικό ερώτημα παραμένει: με ποιους πόρους θα κυβερνήσει;

Πώς θα χρηματοδοτήσει τις αλλαγές; Πώς θα αντιμετωπίσει την αντίδραση όσων ελέγχουν την πίστωση, τις επενδύσεις και μεγάλο μέρος της παραγωγής; Η ελληνική εμπειρία του 2015 υπενθυμίζει ότι η εκλογική εντολή δεν εξασφαλίζει αυτομάτως τα οικονομικά μέσα για την εφαρμογή της.

Γι' αυτό άλλωστε και οι «εξυπνάδες» είναι καλές για το τικ τοκ αλλά δεν απαντούν στο ζητούμενο. Η διέξοδος δύσκολα μπορεί να περιοριστεί σε καλύτερη φορολογία, αποτελεσματικότερη διοίκηση και περισσότερες δημόσιες επενδύσεις. Πρόκειται για αναγκαία εργαλεία, όχι όμως για επαρκή απάντηση όσο παραμένουν αμετάβλητες οι βασικές σχέσεις οικονομικής εξουσίας.

Το ζήτημα φτάνει μέχρι το ίδιο το υπόδειγμα ζωής: τη διαρκή αύξηση της κατανάλωσης ως μέτρο ευημερίας, τη μεγέθυνση των χρηματικών μεγεθών ως αποκλειστικό κριτήριο ανάπτυξης, τη συσσώρευση ιδιωτικού πλούτου ως υπέρτατη οικονομική επιδίωξη. Η αλλαγή του δεν σημαίνει λιγότερα για εκείνους που ήδη στερούνται τα αναγκαία. Σημαίνει διαφορετικές προτεραιότητες στην παραγωγή και στην κατανομή: εργασία, κατοικία, υγεία, παιδεία, ελεύθερο χρόνο, περιβάλλον.

Μια τέτοια μεταβολή απαιτεί κοινωνική οργάνωση, παραγωγική ανασυγκρότηση, δημοκρατικό έλεγχο οικονομικών αποφάσεων και συνεργασίες πέρα από τα εθνικά σύνορα. Δεν εξασφαλίζεται με συνθήματα ούτε με την εμφάνιση νέων σωτήρων. Προϋποθέτει επίσης κοινωνικές συγκρούσεις, συμβιβασμούς και συγκεκριμένο σχέδιο μετάβασης.

Οι νέοι που κατεβαίνουν στους δρόμους δεν έχουν κατ' ανάγκην διατυπώσει αυτή την απάντηση. Με την αμφισβήτησή τους, όμως, επαναφέρουν το ερώτημα που η συμβατική πολιτική συζήτηση αποφεύγει.

Δεν αρκεί να αλλάξει εκείνος που κυβερνά. Πρέπει να μπορεί να αλλάξει και όσα κυβερνά. Διαφορετικά, η λαϊκή οργή θα ανακυκλώνει κυβερνήσεις, χωρίς να μεταβάλλει τις αιτίες που τη γεννούν.

Εμφανίσεις: 681
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ

Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.