Σάββατο 20.06.2026 ΚΕΡΚΥΡΑ

Το 1959 η Κούβα έπαψε να είναι πίσω αυλή. Αυτό δεν της συγχωρέθηκε ποτέ

Ο Φιντέλ Κάστρο μετά την επικράτηση της Κουβανικής Επανάστασης το 1959. Η μορφή του εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς τόσο για τους υποστηρικτές όσο και για τους επικριτές της επανάστασης, σχεδόν επτά δεκαετίες μετά την ανατροπή του καθεστώτος Μπατίστα.
ΚΟΥΒΑ
20 Ιουνίου 2026 / 19:57
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ

Το 1959 δεν ήταν μόνο η χρονιά που ο Φιντέλ Κάστρο μπήκε θριαμβευτής στην Αβάνα. Ήταν η χρονιά που ένα νησί, λίγα μίλια από τις ακτές της Φλόριντα, έπαψε να λειτουργεί ως προέκταση της αμερικανικής επιρροής. Αυτό είναι το τραύμα που δεν έκλεισε ποτέ στην Ουάσιγκτον.

Το 1959 δεν ήταν απλώς μια αλλαγή εξουσίας στην Κούβα. Ήταν η στιγμή που ένα μικρό νησί της Καραϊβικής έπαψε να θεωρείται δεδομένο κομμάτι της αμερικανικής σφαίρας επιρροής. Η νίκη της επανάστασης του Φιντέλ Κάστρο ανέτρεψε το καθεστώς του Φουλχένσιο Μπατίστα, αλλά το πραγματικό της αποτύπωμα ήταν αλλού: δημιούργησε το παράδειγμα ότι μια χώρα της Λατινικής Αμερικής μπορούσε να αμφισβητήσει ανοιχτά την ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών και να επιβιώσει.

Εξήντα επτά χρόνια αργότερα, η σύγκρουση ανάμεσα στην Αβάνα και την Ουάσιγκτον μοιάζει να αφορά λιγότερο την οικονομία και περισσότερο τη μνήμη αυτού του παραδείγματος. Όχι τόσο του σοσιαλισμού όσο της επανάστασης, αν μπορεί κανείς να τα ξεχωρίσει αυτά τα δύο.

Σήμερα, η κουβανική Εθνοσυνέλευση ενέκρινε τον Ιούνιο του 2026 ένα πακέτο εκτεταμένων οικονομικών μεταρρυθμίσεων, το οποίο το Reuters χαρακτήρισε ως το βαθύτερο άνοιγμα της οικονομίας από την εποχή της επανάστασης. Οι αποφάσεις προβλέπουν διεύρυνση του ρόλου του ιδιωτικού τομέα, δυνατότητες δημιουργίας ιδιωτικών χρηματοπιστωτικών σχημάτων, μεγαλύτερη συμμετοχή ιδιωτών σε κρατικές επιχειρήσεις, διευκόλυνση ξένων επενδύσεων και άνοιγμα τομέων που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αποκλειστικό πεδίο του κράτους. Σύμφωνα με την κουβανική κυβέρνηση, οι αλλαγές κρίθηκαν αναγκαίες για να αντιμετωπιστεί η βαθύτερη οικονομική κρίση που έχει γνωρίσει η χώρα μετά το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης.

Θα περίμενε κανείς ότι τέτοιες αποφάσεις θα δημιουργούσαν προϋποθέσεις προσέγγισης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντίθετα, η Ουάσιγκτον επέλεξε την κλιμάκωση.

Τον Μάιο του 2026 ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε νέο εκτελεστικό διάταγμα για την Κούβα. Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, στόχος είναι η αντιμετώπιση όσων «υπονομεύουν την αμερικανική εθνική ασφάλεια και εξωτερική πολιτική». Το νέο πλαίσιο διευρύνει σημαντικά το πεδίο των κυρώσεων και εισάγει αυξημένους κινδύνους για ξένες επιχειρήσεις που συνεργάζονται με κουβανικούς φορείς.

Το στοιχείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία στις διεθνείς αγορές είναι ότι η πίεση δεν περιορίζεται πλέον στην Κούβα. Νομικές αναλύσεις που δημοσιεύθηκαν μετά την ανακοίνωση των μέτρων επισημαίνουν ότι αυξάνεται ο κίνδυνος επιβολής κυρώσεων και σε τρίτους. Ένας ευρωπαϊκός ξενοδοχειακός όμιλος, μια καναδική τράπεζα ή μια λατινοαμερικανική επενδυτική εταιρεία δεν χρειάζεται πλέον να αξιολογούν μόνο την απόδοση μιας επένδυσης στην Κούβα. Πρέπει να συνυπολογίζουν και το ενδεχόμενο να βρεθούν αντιμέτωποι με αμερικανικές κυρώσεις ή περιορισμούς στην πρόσβασή τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ.

Αυτό δημιουργεί ένα εμφανές παράδοξο. Η Αβάνα επιχειρεί να προσελκύσει κεφάλαια και τεχνογνωσία από το εξωτερικό, ενώ η Ουάσιγκτον αυξάνει το κόστος και τον κίνδυνο για όσους θα ήθελαν να ανταποκριθούν σε αυτό το κάλεσμα.

Οι αμερικανικές εξηγήσεις επικεντρώνονται στα ανθρώπινα δικαιώματα, στη δημοκρατία και στις διεθνείς σχέσεις της Κούβας με τη Ρωσία, το Ιράν και άλλους αντιπάλους των ΗΠΑ. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία δίνει τροφή σε μια ευρύτερη ερμηνεία.

Οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα, όπου η απαγωγή Μαδούρο θεωρείται από πολλούς στην Ουάσιγκτον στρατηγική επιτυχία, φαίνεται να ενισχύουν την πεποίθηση ότι η Κούβα αποτελεί τον επόμενο στόχο πολιτικής πίεσης στην Καραϊβική. Δεν είναι τυχαίο ότι αμερικανικοί πολιτικοί κύκλοι και μέσα ενημέρωσης συνδέουν όλο και συχνότερα τις δύο χώρες στο ίδιο γεωπολιτικό πλαίσιο.

Υπό αυτό το πρίσμα, το ζητούμενο δεν μοιάζει να είναι απλώς η μεταρρύθμιση της κουβανικής οικονομίας. Αν ήταν έτσι, οι πρόσφατες αποφάσεις της Αβάνας θα αντιμετωπίζονταν ως βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Αντίθετα, η αμερικανική πολιτική δίνει την εντύπωση ότι επιδιώκει κάτι βαθύτερο: να πάρει τη ρεβάνς από το 1959.

Η διαφορά δεν είναι ακαδημαϊκή. Άλλο πράγμα είναι να αλλάξει μια οικονομία και άλλο να ακυρωθεί το ιστορικό νόημα μιας επανάστασης. Η σημερινή Κούβα μπορεί να μετασχηματίζεται, να ιδιωτικοποιεί τμήματα της οικονομίας της και να αναζητεί νέες ισορροπίες. Όμως για πολλούς στην Ουάσιγκτον το ζήτημα παραμένει συμβολικό: να πάψει να υπάρχει το παράδειγμα ότι μια μικρή χώρα αμφισβήτησε την αμερικανική ηγεμονία και άντεξε επί δεκαετίες.

Η ιστορία, βέβαια, δεν διαγράφεται. Δεν είναι ψηφιακό αρχείο να κάνεις delete. Τα συστήματα αλλάζουν, οι πολιτικές εξελίσσονται και οι οικονομίες προσαρμόζονται. Τα ιστορικά παραδείγματα όμως παραμένουν. Και ίσως γι’ αυτό η διαμάχη ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Αβάνα εξακολουθεί να μοιάζει, έπειτα από σχεδόν επτά δεκαετίες, περισσότερο με σύγκρουση για το παρελθόν ή μήπως για το μέλλον;

Εμφανίσεις: 291
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ

Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.