Γιατί η Κέρκυρα δεν πήρε ποτέ πολεμικές αποζημιώσεις, αν και καταστράφηκε;
Οι ζημιές του νησιού αποτυπώθηκαν επίσημα, αλλά ενσωματώθηκαν στη συνολική ελληνική απαίτηση – Τι αποφασίστηκε για Γερμανία και Ιταλία και γιατί δεν προκύπτει τι από τις επανορθώσεις αντιστοιχούσε τελικά στην Κέρκυρα.

ΚΕΡΚΥΡΑ. Η μεταπολεμική περιπέτεια των πολεμικών επανορθώσεων αποκαλύπτει ένα παράδοξο για την Κέρκυρα: η καταστροφή της καταγράφηκε λεπτομερώς από το ελληνικό κράτος και ενσωματώθηκε στον γενικό λογαριασμό των πολεμικών απωλειών, αλλά στη συνέχεια χάνεται η δυνατότητα να παρακολουθήσει κανείς τι ακριβώς διεκδικήθηκε γι’ αυτήν και τι τελικά επέστρεψε στους πληγέντες.
Η επίσημη απογραφή του Υφυπουργείου Ανοικοδομήσεως είναι αποκαλυπτική. Στους μεταπολεμικούς πίνακες του Κωνσταντίνου Δοξιάδη η Κέρκυρα εμφανίζεται με 5.044 οικίες. Από αυτές, 1.260 είχαν καταστραφεί ολοσχερώς και άλλες 2.500 είχαν υποστεί ζημιές. Συνολικά είχαν πληγεί 3.760, δηλαδή περίπου το 75% του οικιστικού αποθέματος. Στον λογαριασμό προστίθενται δημόσια κτίρια, επιχειρήσεις, υποδομές, μνημεία και πολιτιστικά αγαθά που χάθηκαν στους βομβαρδισμούς.
Η καταγραφή αυτή αποτέλεσε μέρος της συνολικής ελληνικής αποτίμησης των πολεμικών καταστροφών. Οι επανορθώσεις, όμως, δεν οργανώθηκαν διεθνώς με βάση την αρχή «κάθε πόλη παίρνει πίσω όσα έχασε».

Για τη Γερμανία, η Ελλάδα παρουσίασε απαιτήσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η Συμφωνία των Παρισίων της 14ης Ιανουαρίου 1946 δεν της επιδίκασε αντίστοιχο χρηματικό ποσό. Της αναγνώρισε μερίδιο 2,70% στην Κατηγορία Α και 4,35% στην Κατηγορία Β των διαθέσιμων γερμανικών επανορθώσεων. Αυτές αποδίδονταν, μέσω της Διασυμμαχικής Υπηρεσίας Επανορθώσεων, κυρίως σε περιουσιακά στοιχεία, βιομηχανικό εξοπλισμό, μηχανήματα και εμπορικά πλοία.
Από την έως τώρα έρευνα δεν προκύπτει ότι η Κέρκυρα έλαβε ειδική χρηματοδότηση από την εκποίηση των γερμανικών πλοίων που περιήλθαν στην Ελλάδα ως πολεμικές επανορθώσεις. Τα περιουσιακά αυτά στοιχεία πέρασαν στο ελληνικό Δημόσιο και σημαντικό μέρος τους εκποιήθηκε σε ιδιώτες, χωρίς να προκύπτει αντιστοίχιση ανάμεσα στις περιοχές που είχαν υποστεί τις πολεμικές καταστροφές και στη διάθεση του προϊόντος των εκποιήσεων.
Για την Ιταλία, αντιθέτως, υπήρξε συγκεκριμένη επιδίκαση. Η Ελλάδα είχε καταθέσει χωριστούς πίνακες ζημιών από την ιταλική επίθεση και κατοχή και η Συνθήκη Ειρήνης του 1947 καθόρισε επανορθώσεις ύψους 105 εκατ. δολαρίων, σε τιμές του 1938, καταβαλλόμενες κυρίως σε είδος.
Και εδώ βρίσκεται το κενό της Κέρκυρας. Δεν έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα δημόσια διαθέσιμος πίνακας που να απομονώνει την κερκυραϊκή απαίτηση: πόσες ζημιές καταλογίστηκαν στην Ιταλία, πόσες στη Γερμανία, πόσοι νεκροί και δικαιούχοι καταγράφηκαν και ποια αποζημίωση αντιστοιχούσε σε αυτούς.
Δικαιούχος των διεθνών επανορθώσεων ήταν το ελληνικό κράτος. Έτσι χάθηκε η αντιστοίχιση ανάμεσα στον τόπο που υπέστη την καταστροφή και σε όσα τελικά παραλήφθηκαν ως επανορθώσεις.
Για την κρίσιμη περίοδο 1945–1950, εξάλλου, δεν έχει εντοπιστεί, στην έως τώρα έρευνα, τεκμήριο ότι η τότε τοπική πολιτική ηγεσία της Κέρκυρας —Δήμος, Νομαρχία, βουλευτές ή άλλος θεσμικός φορέας— διατύπωσε αυτοτελή απαίτηση να αποδοθεί στην Κέρκυρα συγκεκριμένο μέρος των πολεμικών επανορθώσεων που περιήλθαν στο ελληνικό κράτος.
Η μεταπολεμική Κέρκυρα δεν φαίνεται να μετέτρεψε την επίσημα καταγεγραμμένη καταστροφή της σε αυτοτελή διεκδίκηση επί των πολεμικών επανορθώσεων. Ενώ το ελληνικό κράτος αξιοποίησε τις ζημιές ολόκληρης της χώρας για να θεμελιώσει τις απαιτήσεις του και παρέλαβε περιουσιακά στοιχεία ως επανορθώσεις, δεν έχει εντοπιστεί αντίστοιχη κερκυραϊκή απαίτηση, ώστε μέρος αυτών να επιστρέψει στην αποκατάσταση του τόπου και των πληγέντων του.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.

