Κώστας Πανάρετος: Ετσι φτιάχνεται ο Μπότης
Επίσκεψη σε μια από τις τελευταίες εστίες παραδοσιακής αγγειοπλαστικής της Κέρκυρας

ΠΑΛΑΙΟ λιμάνι, παραλιακό «φτερό». Στο βάθος, πίσω απ’ τη γυάλινη προθήκη, η τακτοποιημένη αταξία και η διακριτική, αργιλική οσμή, προδίδει ό,τι οι γνωστικοί αποκαλούν δημιουργία. «Καλώς τους...» Ο Κώστας Πανάρετος σηκώνεται απ’ τον ξύλινο τροχό. Μαζί, αφήνοντας στην άκρη του πάγκου το πινέλο, η σύζυγός του, η Kλειώ˙ Ελβετίδα - μα, χρόνια πια στην Κέρκυρα, «για την αγάπη και την τέχνη». Μεσημεράκι, σε μια απ’ τις τελευταίες εστίες παραδοσιακής αγγειοπλαστικής στον τόπο. Το μεράκι. Οι ιστορίες. Η εποχή. Και μια «κανονικότητα» (ο μπότης όπως... είναι), πέρα απ’ τις τουριστικές εκδοχές, του (έντονου, κόκκινου) χρώματος, των συνθημάτων, των κάθε τύπου new age παρεμβάσεων...

• Έχει, αλήθεια, διάκοσμο ο αυθεντικός, πατροπαράδοτος μπότης;
Κ.Π.: «Αναλόγως της αισθητικής του “μάστορα”. Υπάρχουν, παράδειγμα, παλαιά σώσματα διχρωμίας: ωχρός από τη μέση και κάτω, πιο κοκκινωπός απ’ τις λαβές και πάνω. Γενικά, πάντως, ο παραδοσιακός μπότης, ως κατ’ εξοχήν χρηστικός (κουβάλημα νερού), στερείται διακόσμου. Ζωγραφικού (όπως, π.χ., τα αγγεία Ρόδου, Χίου, Αίγινας) ή εγχάρακτου. Άντε, κάποιες λεπτές, επάλληλες γραμμές, έως την απόληξη των λαβών, οι οποίες, όμως, εμφανίζονται συχνότερα σε άλλους τύπους κερκυραϊκών σταμνών». Το «καραμποτό» και το «μισόμπολο»˙ μιλήσαμε...
ΜΙΛΑ με γνώση ο Πανάρετος. Και μία θέρμη, που, πέρα απ’ τα μάτια, καθρεπτίζεται στις σκόρπιες λέξεις του. «Ο πηλός», λέει, «έχει μνήμη και θυμάται». Κι έπειτα, «τον σέβεσαι». Κι αλλού, «αυτός κάνει κουμάντο». Προσκυνητάρι μικρού θεού, που λες κι απέχει απ’ τη φθηνή υπόσταση της ύλης...
ΔΙΑΠΙΣΤΩΘΗΚΕ και τότε, μεσούσης της επιτόπιας παραγωγής («ένας μπότης για το “EN”»). Στάδιο - στάδιο, ανάμεσα σε τεχνικές επισημάνσεις, καθισμένος στον τροχό με τον ενσωματωμένο σημαδοδείκτη («για το ύψος») - και δίπλα, λεκανίτσα και σφουγγάρι, «για το μαλάκωμα».
ΠΙΑΝΕΙ ένα κομμάτι. Το πλάθει. Δεύτερο ζύμωμα˙ «το κεφάλι του βοδιού». Βάζει τη μάζα στον τροχό. Το «κέντρωμα»˙ στάδιο 1. Στροφάρει με το πόδι. Πρώτη γύρα, δεύτερη... Τρυπάει με το δάκτυλο, στο κέντρο. Σηκώνει τον πηλό˙ το ‘να χέρι πιέζει εξωτερικά, τ’ άλλο «κρατάει» από μέσα.
ΣΤΑΔΙΟ 4: το φτιάξιμο του κύλινδρου˙ τ’ αγγείο παίρνει σχήμα. Κάθε στροφή, λίγο ακόμα. Μόνα εργαλεία, μία σπάτουλα «για το ίσιωμα» και τα χέρια.
Σ’ ΟΛΗ αυτήν τη φάμπρικα, το κεφάλι κινείται ρυθμικά, στο τέμπο του τροχού (μια αρμονία, που ουδείς δικαιούται να ταράξει), ανοιγοκλείνοντας ανεπαίσθητα τα χείλη. Συνομιλία, λες, απόκρυφη. Στ’ αναμετάξυ τους. «Δες τα δάκτυλα, τα χέρια...» Δεν αγγίζουνε. Χαϊδεύουν...
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ του τροχού βαστάει ήδη δεκάλεπτο. «Χωρίς τροχό; Ναι, σε κάποιες περιοχές γίνεται κι έτσι. Εδώ, δε γνωρίζω να ίσχυε...»
• H τεχνική; Βλέπω δουλεύεις «μία κι έξω»...
«Ναι. Ως 4 κιλά, οι στάμνες δουλεύονται μονοκόμματα, κτιστά. Σε μέρη, με επάλληλους δακτυλίους, δουλεύονται οι μεγάλες. Και τα πιθάρια, των 1,5-2 μ., με “μακαρόνια” (λωρίδες): το πρώτο πάνω στη λεκανίδα (βάση) και οι υπόλοιπες, η μία πάνω απ’ την άλλη. Πρόσεξε τώρα... Θα δώσουμε το σχήμα...»
ΠΡΩΤΑ, η «κοιλιά». Μετά, οι «ώμοι», με «το “μεσοδαχτύλιασμα” (ανέβασμα της μάζας, κρατώντας τον δείκτη και το μέσο κάθετα στο τοίχωμα). Έπειτα, “λαιμός” και στόμιο. Και τέλος, τα χερούλια (λαβές):
ξεχωριστό πλάσιμο, απ’ το υπόλειμμα του πηλού, λύγισμα και κόλλημα με τη “γλίτσα”, που έχει περισσέψει. Προσοχή: αφού το αγγείο έχει στεγνώσει επαρκώς, ώστε ν’ “αντέξει” τις πιέσεις της τοποθέτησης.
Παλιά, το στέγνωμα γινόταν στον ήλιο. Εδώ, για οικονομία, ας πάρουμε το φλόγιστρο...»
• Το πιο δύσκολο στάδιο;
«Το δύσκολο είναι να μάθεις να πλάθεις συνολικά. Η μέθοδος. Η γνώση του υλικού. Το στέγνωμα, που χρειάζεται πριν χτίσεις. Πόσο λεπτό ή μαλακό πρέπει να είναι, για ν’ αντέξει στο χτίσιμο, η ταχύτητα του τροχού, όλα αυτά. Και φυσικά, οι θερμοκρασίες ψησίματος». Το τελικό στάδιο της φτιάξης, «αφού οι στάμνες έχουν, πρώτα, στεγνώσει τελείως - αλλιώς, ραγίζουν».
ΠΑΛΑΙΑ, το ψήσιμο γινόταν σε μεγάλα, υπαίθρια καμίνια (κλίβανος), από πέτρα και τούβλα - έψηναν το κεραμίδι / τερακότα για 6-10 ώρες (αναλόγως το καμίνι), στους 900-1000 βαθμούς. «Πλέον, σε ηλεκτρικούς φούρνους, με σταδιακά αυξανόμενη προθέρμανση. Για τον μπότη αρκεί ένα ψήσιμο, μια κι έξω - “μπισκουί”, που λέμε (> μπισκότο)».
• Χωρίς «γυάλωμα»* στο τέλος;
«Στους χρηστικούς μπότηδες, προς αποθήκευση νερού, όχι. Ή, έστω, σπάνια - για αισθητικούς λόγους. Ξέρεις γιατί; Επειδή η “εφίδρωση” των πόρων τους, όταν έβαζαν το νερό, το κρατούσε δροσερό - κι αυτό ήταν (το) ζητούμενο. Το “γυάλωμα”, εσωτερικό ή/και εξωτερικό, το επέλεγαν για στάμνες, που φύλασσαν κρασί ή λάδι, προκειμένου, με τη στεγανοποίηση, να μην κρατήσει το κεραμίδι τις οσμές...»
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ τέλος... Μοναδική «εκκρεμότητα», δυο κουβέντες που έχωσε, ανύποπτα, στο σκληρό της δίσκο, η δημοσιογραφική περιέργεια: λαβές «απ’ το υπόλειμμα του πηλού», κόλλα «απ’ τη “γλίτσα”, που περίσσεψε»...
• Σα να λέμε, δεν πετιέται τίποτα...
(Παύση. Κοιτάει στο αόριστο και γράφει τον επίλογο. Με λόγο καταιγιστικό, καταρρακτώδη)
«Όλα είναι χρήσιμα. Και το πιο ευτελές. Το παίρνεις και του δίνεις νέα ζωή. Από το “τίποτα”, τη λάσπη, γεννάς συνεχώς νέους μικρόκοσμους, μέσα στον, έτσι ή αλλιώς, μαγικό μικρόκοσμό μας. Τον δίχως όρια. Γνώση στη γνώση, δοκιμή στη δοκιμή (σε θερμοκρασίες, τρόπους ψησίματος, πρώτες ύλες, παντού - η τέχνη συναντά την επιστήμη, τη χημεία), πρόκληση στην πρόκληση. Με σεβασμό. Και μέθοδο. Χάνεσαι σ’ ένα σύμπαν ατελείωτο. Ξεκουράζεις το μυαλό, απεγκλωβίζεις τη φαντασία. Της δίνεις σχήμα, πρόσωπο, μορφή. Δραπετεύοντας, μιας και απαιτεί απόλυτη συγκέντρωση, από σκοτούρες κι από βάσανα, σαν ψυχοθεραπεία. Γι’ αυτό, το λέω πάντα: πέρα απ’ το βιοποριστικό: η τέχνη μου, μου χάρισε ένα παραμύθι, για να ζω. Με κόπο, κλάμα, συγκίνηση, χαρές, δημιουργία - τα πάντα. Κι αυτό το παραμύθι, αυτόν τον κόσμο, το δικό μου κόσμο, δεν θα τον άλλαζα με τίποτα...».
(*) Γυάλωμα ή εφυάλωση = πέρασμα της ψημένης στάμνας με πολύ ρευστή, αραιωμένη σε νερό, λεπτόκοκκη κόλλα γυαλιού (μολυβδούχο υάλωμα, συνηθέστερα). Οι κόκκοι τραβιούνται απ’ τους κεραμικούς πόρους και κατόπιν, για να στερεωθούν, ακολουθεί δεύτερο ψήσιμο (1000 βαθμοί), δίνοντας μια όμορφη γυαλάδα.
PHOTO CREDITS: ΙΩΑΝΝΑ ΣΑΡΛΗ

ΗΛΙΑΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ
Γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1978. Πτυχιούχος Φιλολογίας (Φιλοσοφική Σχ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 2001) και δημοσιογραφίας (New York College, 2002), θήτευσε επί 12ετία στην Αθήνα, με κύριες αναφορές τις εφημερίδες Αθλητική Ηχώ (2001-’08) και Εξέδρα / Δ.Ο.Λ. (2008-‘11) συν σειρά συνεργασιών με ιστοσελίδες και περιοδικά. Επιστρέφοντας Κέρκυρα, διετέλεσε υπεύθυνος Γραφείου Τύπου στις ΠΑΕ ΑΟ Κέρκυρα και ΑΟ Κασσιώπης (Super League). Συνδημιουργός και αρχισυντάκτης των ιστοσελίδων Corfusports (2011) και Corfustories (2020), της εφημερίδας Corfupress / Corfusports (2016) και των free press mag. Corfu Magazine (2017) και Corfu Stories (2018), μετά τη συνεργασία του με την Καθημερινή Ενημέρωση (2019-’20), επέστρεψε στον όμιλο Ενημέρωση το ’21, λόγω… ΕΝ-The Magazine. Eίναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και του ΠΣΑΤ (βραβείο «Χρ. Σβολόπουλος», 2010).



