Παρασκευή 30.10.2026 ΚΕΡΚΥΡΑ

Εκλογική συμπαράταξη ή κοινωνική συμμαχία;

ΦΩΤΟ@ΑΛΕΞΙΟΣ ΛΕΥΘΕΡΙΩΤΗΣ
ΑΡΘΡΟ
30 Οκτωβρίου 2026 / 12:03

Αρκεί μια απλή, μικρή ‘‘ενδεικτική’’ καταγραφή των πολιτικών της κυβερνητικής δεξιάς κατά την επταετή διακυβέρνησή της για να διαπιστώσει κανείς ότι αυτή η διακυβέρνησή της παρήγαγε συρρίκνωση δικαιωμάτων και εισοδημάτων για τα λαϊκά στρώματα και προνομιακές διευθετήσεις για την οικονομική και πολιτική ελίτ.

Η προσπάθεια της  κυβέρνησης να εξωραΐζει πολύ συχνά τη  δυσχερή οικονομική κατάσταση, στην οποία έχει περιέλθει εδώ και πολλά χρόνια ένα ευρύτατο τμήμα  (πάνω από το 80%) της ελληνικής κοινωνίας με επιδοματικά φτιασίδια και με διάφορα επικοινωνιακά τρυκ και όχι με ουσιαστικά οικονομικά μέτρα ανακούφισής του, με καταφανή ψηφοθηρικό σκοπό και όχι  από λόγους κοινωνικής ευαισθησίας, λειτουργεί εντελώς αντίθετα από αυτό που επιδιώκει.

Πράγματι το εγχείρημά της, που εκδηλώθηκε πρόσφατα για μια ακόμα φορά – κυρίως στη Διεθνή Έκθεση Θες/νίκης –  με τα οικονομικά μέτρα που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός, με στόχο να εκμαυλίσει και να παγιδεύσει ξανά επικοινωνιακά στην αποδοχή της κυβερνητικής πολιτικής τα πλατιά λαϊκά κοινωνικά στρώματα, ώστε να ωφεληθεί εκλογικά από αυτά στις προσεχείς εθνικές εκλογές, τα αφήνει κατά τα δημοσκοπικά τουλάχιστον φαινόμενα παγερά αδιάφορα, αν δεν τα εξαγριώνει κιόλας με τον προφανή εμπαιγμό τους.

Καθημερινότητα και άσκηση εξουσίας

Είναι τα πιο αδύναμα οικονομικά κοινωνικά στρώματα – το πιο κρίσιμο ίσως εκλογικό μέγεθος –  τα οποία επιδιώκει να προσεταιριστεί εκλογικά,  τα καθημερινά προβλήματα, ωστόσο,  των οποίων ουδέποτε αντιμετώπισε με κοινωνική ευαισθησία ή για να ακριβολογούμε, ουδέποτε ενδιαφέρθηκε σοβαρά η κυβέρνηση της δεξιάς γι’ αυτά κατά τη  διάρκεια της επτάχρονης και πλέον διακυβέρνησής της. Στην πραγματικότητα τα έχει εγκαταλείψει στο έλεος της αδυσώπητης αγοράς της ακρίβειας και της αισχροκέρδειας στους πιο αναγκαίους τομείς της καθημερινότητάς τους για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους  όπως είναι τα διατροφικά αγαθά, η ενέργεια, τα καύσιμα, η υγεία, η παιδεία, η ουσιαστική στεγαστική κοινωνική πολιτική, η κοινωνική πρόνοια κ.λπ.).

Αντίθετα η ίδια αυτή κυβέρνηση προώθησε με φανατική προσήλωση – δείγμα της ακραίας νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας της – τα συμφέροντα και τις οικονομικές επιδιώξεις των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων και εν γένει της οικονομικής ελίτ και ειδικότερα αυτών στους τομείς της ενέργειας , των καυσίμων, της διατροφής, των κατασκευών, στις δομές ιδιωτικής υγείας, της ιδιωτικής παιδείας, των προμηθειών κ.λπ.

Το ίδιο χρονικό διάστημα η κυβέρνηση της δεξιάς εκτός από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που εφαρμόζει στο πεδίο της οικονομίας εφαρμόζει απροκάλυπτα και ακραίες αυταρχικές  πολιτικές στο πεδίο των θεσμών (κράτος δικαίου – δικαστικό σύστημα, ανεξάρτητες αρχές, κοινοβουλευτικές διαδικασίες κ.λπ.) και ιδίως πολιτικές ασφυκτικής χειραγώγησής τους, στο πεδίο της δημόσιας διοίκησης (υγεία, παιδεία) αλλά και  πολιτικές εκφοβισμού και πειθάρχησης κοινωνικών στρωμάτων και ομάδων (φοιτητών, γιατρών, νοσηλευτών, καθηγητών , δημοσίων υπαλλήλων εν γένει),  Έτσι  καθιστά  συνειδητά  κι αυτήν την ίδια την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία ολοένα και περισσότερο άδειο κέλυφος από τους όποιους μηχανισμούς διαθέτει  αναφορικά με τον δημοκρατικό έλεγχο και τη λογοδοσία των πολιτικών επιλογών της, έχοντας με τον τρόπο αυτό μετατρέψει σε εκτεταμένο βαθμό το κράτος σε κομματικό φέουδο της Νέας Δημοκρατίας.

Αρκεί μια απλή, μικρή ‘‘ενδεικτική’’ καταγραφή των πολιτικών της κυβερνητικής δεξιάς κατά την επταετή διακυβέρνησή της για  να διαπιστώσει κανείς ότι αυτή η διακυβέρνησή της παρήγαγε συρρίκνωση δικαιωμάτων και εισοδημάτων για τα λαϊκά στρώματα  και  προνομιακές διευθετήσεις  για την οικονομική και πολιτική ελίτ. Είναι μία συνεχιζόμενη ακραιφνής νεοφιλελεύθερη επέλαση διαποτισμένη με ανεξέλεγκτη αυταρχικότητα και πολιτική έπαρση και αλαζονεία.

Η σύμφυτη με ιδεολογικούς λόγους άρνησή της  για ουσιαστική αντιμετώπιση της ακρίβειας, το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών - παρακολουθήσεων, η συγκάλυψη των κυβερνητικών ευθυνών στο έγκλημα των ΤΕΜΠΩΝ και στο ναυάγιο της Πύλου, η συγκάλυψη ευθυνών πληθώρας κυβερνητικών στελεχών στο  σκάνδάλο των αγροτικών επιδοτήσεων του ΟΠΕΚΕΠΕ, η απορύθμιση της αγοράς εργασίας (αποδυνάμωση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, η θεσμοθέτηση  13ώρου εργασίας κ.λπ.), οι απευθείας αναθέσεις δημοσίων έργων και προμηθειών, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια,  αλλά και πολλά άλλα ‘‘ων ουκ έστι αριθμός’’ , πιστοποιούν το μέγεθος της κοινωνικής ‘‘ευαισθησίας’’ της και του βαθμού της πολιτικής ευθύνης που την διατρέχουν.  Και τα δύο  είναι μηδαμινά.

Προϋποθέσεις και προοπτική κυβερνητικής αλλαγής Αν και αυτές οι νεοφιλελεύθερες και αυταρχικές πολιτικές απετέλεσαν ένα σημαντικό μέρος του  πυρήνα διακυβέρνησής της  εν τούτοις το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας εξακολουθεί να έχει την μεγαλύτερη ποσοστιαία αποδοχή του εκλογικού σώματος.

Στη βάση του ερωτήματος γιατί συμβαίνει αυτό  η απάντηση είναι ότι υπάρχει  ζήτημα πολιτικής αποδοχής του αντιπολιτευτικού λόγου και κυρίως του αριστερού. Είναι η αδυναμία των επί μέρους κομμάτων της αριστερής κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης να εκφράσουν έναν συνεκτικό εναλλακτικό αξιόπιστο πολιτικό προγραμματικό κυβερνητικό λόγο και πολύ περισσότερο να δράσουν συλλογικά, συγκροτημένα και με συνεχείς κινητοποιήσεις απέναντι στις νεοφιλελεύθερες και αυταρχικές πολιτικές της κυβερνητικής δεξιάς.

Χαρακτηριστικό δείγμα της αδυναμίας τους αυτής είναι το γεγονός ότι ως κόμματα δεν συγκάλεσαν καμία λαϊκή – κοινωνική κινητοποίηση για την ακρίβεια , αλλά κρύφτηκαν πίσω από τις προσχηματικές κινητοποιήσεις της οιονεί φιλοκυβερνητικής ΓΣΕΕ. Εξαίρεση σ’ αυτόν τον πολιτικό ξεπεσμό αποτέλεσαν οι  ανεμικές κινητοποιήσεις του ΠΑΜΕ και του πολιτικού του φορέα (του Κ.Κ.Ε) και κάποιων εξωκοινοβουλευτικών αριστερών πολιτικών οργανώσεων, οι οποίες κινητοποιήσεις περισσότερο λειτούργησαν στα μάτια των πολιτών ως επιφάσεις δημοκρατικότητας παρά ως αντίθεση – απάντηση πολιτικής προοπτικής  στις κυβερνητικές νεοφιλελεύθερες και αυταρχικές πολιτικές.

Η ανυπαρξία αξιόπιστων αντιπαραθετικών προγραμματικών πολιτικών στις ασκούμενες νεοφιλελεύθερες κυβερνητικές πολιτικές αποφάσεις έχουν καθηλώσει την δημοκρατική αντιπολίτευση συλλήβδην σε εκλογικά ποσοστά, τα οποία υπό τις παρούσες πολιτικές επιλογές της δύσκολα θα διαμορφώσουν εναλλακτική κυβερνητική πρόταση διακυβέρνησης, ακόμη και αν αθροισθούν πρόσκαιρα εκλογικά, ακόμη και μετά σχεδόν από οκταετή άσκηση νεοφιλελεύθερων σκληρών δεξιών ταξικών πολιτικών, που καταδικάζουν ευρύτατα κοινωνικά στρώματα στην οικονομική δυσπραγία.

Επομένως το ερώτημα που τίθεται κατ’ αρχάς ενόψει της επικείμενης εκλογικής αναμέτρησης είναι ποιο πολιτικό υποκείμενο και με ποιους πολιτικούς όρους θα μπορέσει να αντιπαρατεθεί στην κυβερνητική δεξιά παράταξη  εκλογικά με αξιώσεις ανατροπής της από την διακυβέρνηση της χώρας και στη συνέχεια να προβεί στην ακύρωση δεκάδων νεοφιλελεύθερων οικονομικών μέτρων , αλλά και αυταρχικών νόμων σε όλο το θεσμικό εποικοδόμημα όπως στην υγεία, στην παιδεία , στις εργασιακές σχέσεις, στην κοινωνική ασφάλιση, στη δικαιοσύνη, στην ενέργεια, στις συγκοινωνίες, τα οποία μέτρα έχουν μεταβάλει τη χώρα σε βάλτο ασύδοτου νεοφιλελευθερισμού, διαφθοράς και πολιτικού αυταρχισμού.

Το εγχείρημα φαντάζει και είναι δύσκολο, ωστόσο η πλήρωση μιας βασικής πολιτικής προϋπόθεσης του δίνει σημαντικές προοπτικές επιτυχίας. Κι αυτή είναι η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ στη βάση των οικονομικοκοινωνικών αιτημάτων της πλειονότητας των επί μέρους κοινωνικών στρωμάτων των υποτελών τάξεων.

Όποιο πολιτικό υποκείμενο καταφέρει να εκφράσει πολιτικά αυτό το κοινωνικοπολιτικό ζητούμενο δηλαδή να διατυπώσει μία ουσιαστική εναλλακτική προγραμματική πρόταση διακυβέρνησης θα μπορέσει να συγκροτήσει έναν πολιτικό πόλο ευθέως ανταγωνιστικό στη δεξιά παράταξη.

Στην σημερινή πολιτική συγκυρία τέτοιος πόλος δεν έχει προκύψει κι αυτό είναι το στοιχείο που εξακολουθεί να δίνει πολιτικό πλεονέκτημα στην κυβερνώσα παράταξη , αν και μέσα στα επτά και πλέον χρόνια της διακυβέρνησής της έχει διαπράξει σωρεία συνειδητών πολιτικών πράξεων και παραλείψεων με τις οποίες έχει διαμορφώσει μια σκληρή και δύσκολη καθημερινότητα  σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο για τουλάχιστον τα δύο τρίτα της ελληνική κοινωνίας.

Μπορούν οι πολιτικές δυνάμεις της αριστερής δημοκρατικής αντιπολίτευσης να αλλάξουν αυτήν την σχεδόν δυστοπική πολιτική κατάστασή και να διαμορφώσουν τις προϋποθέσεις ανατροπής της;  Η απάντηση είναι ΝΑΙ και ο τρόπος έχει ιστορικά αποδειχθεί ότι είναι ένας και μοναδικός κι αυτός είναι η ένωση  δυνάμεων των συγγενών πολιτικών χώρων. Έτσι μπορεί να προκύψει  ένας αξιόπιστος εναλλακτικός πολιτικός πόλος διακυβέρνησης , όχι όμως ως εκλογική συμπαράταξη , δηλαδή ως συγκόλληση εκλογικών ποσοστών, αλλά ως πολιτικό υποκείμενο με συνεκτικό  προγραμματικό λόγο , ο οποίος θα εκφράζει τα οικονομικά και κοινωνικά αιτήματα των εργατολαϊκών και μικρομεσαίων στρωμάτων. Η κοινωνία είναι έτοιμη για κάτι τέτοιο, ωστόσο για τις  πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς εξακολουθεί ακόμη να είναι ζητούμενο το αν το θέλουν και αν το μπορούν.

Αν παρ’ όλα αυτά  η αριστερά δεν διαμορφώσει αξιόπιστο προγραμματικό λόγο για έξοδο από  την πολυμορφική  κρίση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα την τελευταία δεκαπενταετία η λαϊκή οργή που είναι διάχυτη στην κοινωνία θα συνεχίσει να διοχετεύεται στον ακροδεξιό εθνικιστικό λαϊκισμό, ο οποίος είναι πιθανόν με κάποιον τρόπο να εδραιωθεί μεσοβραχυπρόθεσμα και στη χώρα μας  ως πολιτικό κυβερνητικό υποκείμενο.                                                                   

Αλέξης Λευθεριώτης

 

Εμφανίσεις: 508