Βία ανηλίκων στην Κέρκυρα: Η κοινωνία της οθόνης και η εξοικείωση με την επιθετικότητα
Το περιστατικό τραυματισμού μαθητή στην Κέρκυρα ανοίγει ξανά τη συζήτηση για τη βία ανηλίκων, την επιρροή των media και των social media, αλλά και για το κοινωνικό υπόδειγμα που διαμορφώνει μια γενιά μεγαλωμένη μέσα στην ένταση, τον ανταγωνισμό και τη διαρκή έκθεση στην επιθετικότητα, ενώ η οικογένεια βρίσκεται στη δουλειά από το πρωί έως το βράδυ.
Το περιστατικό βίας μεταξύ ανηλίκων μαθητών στην Κέρκυρα, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό και τη νοσηλεία παιδιού, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί απλώς ως ακόμη ένα «μεμονωμένο συμβάν». Κάθε τέτοιο περιστατικό έχει ασφαλώς τη δική του συγκεκριμένη διαδρομή, τις προσωπικές ευθύνες, τις οικογενειακές και σχολικές παραμέτρους. Θα ήταν όμως επικίνδυνο να προσποιούμαστε ότι συμβαίνει μέσα σε κοινωνικό κενό.
Η πρώτη μου επαφή με το φαινόμενο υπήρξε κατά τη μακρά παραμονή μου στη Γερμανία, στα τέλη της δεκαετίας του '70, παρακολουθώντας τηλεόραση με την εντυπωσιακή εμφάνιση της βίας ως καθημερινού θεάματος. Με είχε αιφνιδιάσει και προβληματίσει. Λίγο αργότερα η επιβεβαίωση ήρθε και στην Ιαπωνία, μόνο που εκεί τα βίαια σενάρια υλοποιούνταν από καρτούν και animation. Αυτό που τότε έμοιαζε πολιτισμική υπερβολή ή εξωτικό χαρακτηριστικό μακρινών κοινωνιών, σήμερα έχει καταστεί σχεδόν παγκόσμιο υπόδειγμα ψυχαγωγίας.
Η καθημερινή εκπαίδευση στη βία —συχνά στην πιο διεστραμμένη, ταπεινωτική και απάνθρωπη μορφή της— αποτελεί πλέον κυρίαρχο μοτίβο τόσο στα παραδοσιακά media όσο και στα social media. Η διαφορά είναι ότι η βία δεν παρουσιάζεται μόνο ως αφήγηση αλλά ως διαρκές ερέθισμα, ως θέαμα υψηλής κατανάλωσης, ως περιεχόμενο που ανταμείβεται με προβολές, likes και αλγοριθμική προώθηση.
Ο ανήλικος σήμερα μεγαλώνει μέσα σε μια αδιάκοπη ροή εικόνων επιθετικότητας: εξευτελισμοί, ξυλοδαρμοί, δημόσια διαπόμπευση, «πλάκες» που καταλήγουν σε κακοποίηση, ακόμη και πραγματικοί φόνοι ή πολεμικά στιγμιότυπα, όλα στην ίδια οθόνη με διαφημίσεις, μουσική και καταναλωτικά πρότυπα. Το σοκ γίνεται καθημερινότητα και η ένταση κανονικότητα.
Δεν πρόκειται βεβαίως μόνο για πρόβλημα των media. Η βία δεν γεννιέται αποκλειστικά στην οθόνη. Αναπτύσσεται σε ένα κοινωνικό περιβάλλον όπου οι οικογένειες εξαντλούνται οικονομικά, οι γονείς απουσιάζουν πολλές ώρες από το σπίτι, τα σχολεία συχνά λειτουργούν αμυντικά και η ίδια η κοινωνία μοιάζει να έχει χάσει κοινά σημεία αναφοράς.
Από τη δεκαετία του ’80 και μετά, με την επικράτηση ενός ακραία ανταγωνιστικού οικονομικού και πολιτισμικού μοντέλου και ιδίως μετά την κατάρρευση του σοσιαλιστικού αντίβαρου, η συλλογικότητα υποχώρησε μπροστά στον ατομισμό. Η επιτυχία έγινε προσωπική υπόθεση, η αποτυχία ατομικό στίγμα και η κοινωνία ένας διαρκής αγώνας επιβίωσης και προβολής. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η επιθετικότητα δεν εμφανίζεται πάντα ως παρέκκλιση αλλά συχνά ως εργαλείο επιβολής και ορατότητας.
Τα social media απλώς ολοκλήρωσαν τη διαδικασία. Η οργή, η σύγκρουση και ο εξευτελισμός παράγουν «κίνηση», άρα και οικονομική αξία. Ο αλγόριθμος επιβραβεύει την ένταση πολύ περισσότερο από τη νηφαλιότητα.
Δεν είναι λοιπόν παράδοξο ότι παιδιά μεγαλωμένα μέσα σε αυτή τη διαρκή συναισθηματική πίεση δυσκολεύονται να διαχειριστούν θυμό, ματαίωση ή σύγκρουση. Το ανησυχητικό δεν είναι μόνο η αύξηση τέτοιων περιστατικών αλλά ο κίνδυνος εξοικείωσης της κοινωνίας μαζί τους.
Κι όμως, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η ηθική υστερία ούτε η νοσταλγία αυταρχικών προτύπων του παρελθόντος. Το ζητούμενο δεν είναι να επιστρέψουμε στον φόβο, αλλά να ξαναβρούμε όρια, κοινότητες, ουσιαστική παιδεία και πραγματική παρουσία ενηλίκων στη ζωή των παιδιών.
Γιατί αν η κοινωνία εκπαιδεύει καθημερινά στη βία, κάποιος πρέπει επιτέλους να αναλάβει ξανά την εκπαίδευση στην ανθρώπινη συνύπαρξη.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.
