Σάββατο 30.05.2026 ΚΕΡΚΥΡΑ

Σύντομη Ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος

Βαβυλωνία του Βυζάντιου, η ταινία.
AΡΘΡΟ
26 Μαΐου 2026 / 14:47
ΚΩΣΤΑΣ ΒΕΡΓΟΣ

Από τη «Βαβυλωνία» και τα Ευαγγελικά έως τη νομιμοποίηση της δημοτικής το 1976, το ελληνικό γλωσσικό ζήτημα υπήρξε σύγκρουση για κάτι περισσότερο από λέξεις: για την εξουσία, την ταυτότητα και την ίδια την ιδέα του ελληνισμού. Πενήντα χρόνια μετά, μένει ανοιχτό το ερώτημα αν η γλώσσα μας χρειάζεται ξανά τόλμη και μέτρο.

Η «Βαβυλωνία» του Δημήτριου Βυζάντιου είναι ένα σατιρικό θεατρικό έργο του 1836. Η υπόθεση διαδραματίζεται στο Ναύπλιο, το 1827,  λίγο μετά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Σε ένα πανδοχείο συγκεντρώνονται Έλληνες από διάφορα μέρη του Ελληνικού κόσμου – Πελοπόννησο, Κρήτη, Ήπειρο, Κύπρο, Χίο, Πόντο, Επτάνησα – για να γιορτάσουν τις επιτυχίες του Αγώνα. Σύντομα προκύπτουν κωμικές παρεξηγήσεις. Ο καθένας μιλάει διαφορετικό ιδίωμα. Η αδυναμία συνεννόησης θυμίζει την βιβλική Βαβέλ. Στην ταινία του 1970, τον κεντρικό ρόλο του αξιωματικού Νιόνιου από την Ζάκυνθο υποδύεται ο Ηλίας Λογοθέτης, που εξετάζει αν ο τραυματισμός ενός θαμώνα έγινε εκ προμελέτης ή τυχαία. Μόνο που δανείζεται λέξεις του τόπου του, κάζο πενσάτο και κάζο ατσιντέντε, που κανείς δεν καταλαβαίνει.

Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, το 1830, η καθαρεύουσα καθιερώθηκε ως η επίσημη γλώσσα της διοίκησης, της νομοθεσίας και της εκπαίδευσης. Με τον καιρό, η γλώσσα αυτή απέκτησε πιο αυστηρή και αρχαιοπρεπή μορφή από εκείνη που αρχικά είχε οραματισθεί ο Αδαμάντιος Κοραής. Έτσι δημιουργήθηκε ένα γλωσσικό σχίσμα. Ο λαός χρησιμοποιούσε την δημοτική, ενώ το κράτος και οι επίσημοι θεσμοί χρησιμοποιούσαν την καθαρεύουσα. Η αντίθεση οδήγησε στο λεγόμενο «γλωσσικό ζήτημα», που θα προκαλούσε κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις.

Το φθινόπωρο του 1901, η εφημερίδα «Ακρόπολις» άρχισε να δημοσιεύει μετάφραση του Ευαγγελίου στην δημοτική γλώσσα. Αυτό προκάλεσε τεράστιες αντιδράσεις από συντηρητικούς κύκλους, πανεπιστημιακούς, φοιτητές και την Εκκλησία, που θεωρούσαν ότι η δημοτική ήταν «κατώτερη» γλώσσα και ότι η μετάφραση απειλούσε την εθνική και θρησκευτική ενότητα. Τον Νοέμβριο του 1901 έγιναν μεγάλες διαδηλώσεις στην Αθήνα. Οι συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και στρατού-αστυνομίας εξελίχθηκαν βίαια και υπήρξαν νεκροί και τραυματίες. Τα γεγονότα έμειναν γνωστά ως «Ευαγγελικά». Τα Ευαγγελικά θεωρούνται κορυφαία στιγμή του γλωσσικού μας ζητήματος. Δείχνουν πόσο βαθιά συνδεόταν τότε η γλώσσα με την εθνική ταυτότητα, την θρησκεία και την πολιτική εξουσία. Θα ακολουθούσαν τα «Ορεστειακά», το 1903, με παρόμοιες συγκρούσεις γύρω από την μετάφραση της Ορέστειας στην δημοτική.

Το 1911, ο σπουδαίος επτανήσιος (Ιθακήσιος και Κερκυραίος) ποιητής Λορέντσος Μαβίλης (που θα έπεφτε ηρωικά στον Δρίσκο της Ηπείρου την επόμενη χρονιά), είπε υπερασπιζόμενος την δημοτική γλώσσα μέσα στην Ελληνική Βουλή και απευθυνόμενος στους καθαρευουσιάνους: «Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει. Υπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι, και υπάρχουσι πολλοί χυδαίοι άνθρωποι ομιλούντες την καθαρεύουσαν.»

Το 1976, επί κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Καραμανλή, με υπουργό Παιδείας τον Γεώργιο Ράλλη, η Βουλή ψήφισε νόμο με τον οποίο η δημοτική καθιερωνόταν ως η επίσημη γλώσσα της εκπαίδευσης και άρα και της δημόσιας διοίκησης. Το περίφημο ζήτημα, που δίχασε την ελληνική κοινωνία επί δεκαετίες, γινόταν πλέον ένα πικρό κεφάλαιο ιστορίας. Τον νόμο εισηγήθηκε η παράταξη που είχε δώσει μάχες περί του αντιθέτου. Ίσως έπαιξε και εδώ ρόλο η όλως γελοία χρήση μιας ακραίας καθαρεύουσας από τους ημιμαθείς χουντικούς και τους αμαθέστερους συνεργάτες τους στις κακόγουστες γιορτές τους.

50 χρόνια μετά, ας μιλήσουμε για την σημερινή κατάσταση της γλώσσας μας. Μήπως κάποιοι τύποι της καθαρεύουσας, όπως πχ το απαρέμφατο, πρέπει να επανέλθουν στον καθημερινό μας λόγο, χωρίς αρχαϊκές ενοχές; (Μόνη ευρωπαϊκή γλώσσα η σημερινή ελληνική που ουσιαστικά στερείται απαρεμφάτου.) Κι επίσης, μήπως πρέπει να επιδειχθεί περισσότερο θάρρος στην ανάκληση λογίων εκφράσεων του πλούσιου παρελθόντος; Και μήπως πρέπει να δούμε επιτέλους την γλώσσα μας ως μοναδικό μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, οργανώνοντας εμείς πια πρότυπες εκδόσεις της αρχαίας μας γραμματείας με τους πιο ενημερωμένους σχολιασμούς του αιώνα μας;

ΥΓ.1: Κατά το παρελθόν, η γλώσσα μας, από τον Μιστριώτη μέχρι τον Ψυχάρη, γνώρισε πολλά άκρα και ελάχιστη (κοραϊκή) μεσότητα. Θυμάμαι συνάδελφο, επιμελή φιλόλογο, να μπαίνει μια μέρα στο σχολείο θυμωμένος για ένα λάθος σε διδακτικό βιβλίο: «Παν μέτρον άριστον.» Δεν γνώριζα ότι η σωστή έκφραση είναι «Μέτρον άριστον.» Εκείνο το «παν» χαλάει το μέτρο, σκέφθηκα. Η σωστή γλώσσα είναι θέμα μέτρου.

ΥΓ.2: Το 1182, ο Μιχαήλ Χωνιάτης έφτανε στην Αθήνα ως νέος Μητροπολίτης. Όταν  ανέβηκε στο βήμα, μπροστά στον Παρθενώνα – ναό της Παναγίας τότε – για τον πρώτο του λόγο, απευθύνθηκε στους κατοίκους της Αθήνας με τα ελληνικά που ήξερε. Οι Αθηναίοι της εποχής δεν κατάλαβαν απολύτως τίποτα. Κοιτούσαν τον νέο τους ποιμενάρχη με απορία. Σε μεταγενέστερο κείμενό του, ο Χωνιάτης έγραψε: «...εις Αθήνας ελθών και αυτοίς αττικίσας, εδόκουν αλλόγλωσσος και ασύνετος, και ταύτα ουκ εκ Σκυθών αλλ' εξ Αθηναίων.»

Εμφανίσεις: 105
ΚΩΣΤΑΣ ΒΕΡΓΟΣ

Οικονομολόγος, διεθνολόγος, PhD. Δίδαξε στην τεχνική εκπαίδευση επί 30 χρόνια και υπηρέτησε ως διευθυντής επαγγελματικού λυκείου επί 13 χρόνια. Είναι συγγραφέας, μεταξύ άλλων, των βιβλίων Γεωπολιτική των Εθνών, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Παπαζήση στην Αθήνα, και Το Εθνικό Κίνημα των Ιονίων Νήσων στο Πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Εθνικών Κινημάτων, που εκδόθηκε από τον Δήμο Κερκυραίων. Έχει αρθρογραφήσει με εκατοντάδες άρθρα και δοκίμια στον ημερήσιο και ειδικό Τύπο της Αθήνας και της Κέρκυρας. Ραδιοφωνικός και τηλεοπτικός παραγωγός, με την μουσική εκπομπή Οι Απαρχές της Τζαζ στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ και την πολιτικο-πολιτιστική εκπομπή Περιγράμματα στο Start TV, στο Corfu Channel και στο enimerosi.com. Αυτοπροσδιορίζεται ως Αλεξανδρινός, Κερκυραίος, Έλληνας και πολίτης του κόσμου. Αγαπημένος του συγγραφέας ο Ντοστογιέφσκι και αγαπημένη του φιλόσοφος η Χάνα Άρεντ. Το μότο του: «Να ζεις σαν να πρόκειται να πεθάνεις αύριο και να μελετάς σαν να πρόκειται να ζήσεις για πάντα», μια φράση του Γκάντι.