Δευτέρα 15.06.2026 ΚΕΡΚΥΡΑ

Μια καθημερινή βόλτα στο Σύνταγμα

Στην Ερμού και το Σύνταγμα διασταυρώνονται καθημερινά οι διαφορετικές όψεις της σύγχρονης Αθήνας: τουρισμός, κατανάλωση, επισφάλεια και οι μικρές προσωπικές ιστορίες όσων παλεύουν να κρατηθούν όρθιοι μέσα στη διαδοχή των κρίσεων. ATHENSGUIDE.
AΡΘΡΟ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ
15 Ιουνίου 2026 / 09:49

Μια τυχαία συνάντηση με έναν 39χρονο διανομέα φυλλαδίων στην Ερμού γίνεται αφορμή για έναν οδυνηρό απολογισμό: η γενιά που ενηλικιώθηκε μέσα στις διαδοχικές κρίσεις παλεύει ανάμεσα στην εργασιακή ανασφάλεια, τη στεγαστική ασφυξία και τη διάψευση των προσδοκιών της, ενώ οι μεγαλύτεροι καλούνται να αναμετρηθούν με το βάρος της συλλογικής ευθύνης.

Μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας γεννά έναν έντονο προβληματισμό και μετατρέπεται σε συνάντηση με τη συλλογική μας ενοχή. Μέσα από μια τυχαία συνομιλία με έναν σαραντάρη διανομέα φυλλαδίων στην οδό Ερμού ξεδιπλώνεται η ωμή πραγματικότητα μιας γενιάς που φορτώθηκε τα σπασμένα των αλλεπάλληλων κρίσεων: η εργασιακή απορρύθμιση, ο στεγαστικός διωγμός του υπερτουρισμού και το βάρος της ευθύνης για τον κόσμο που διαμορφώνεται.

Κατέβηκα στο κέντρο της Αθήνας για μια απλή βόλτα, από εκείνες που κάποτε με αποφόρτιζαν. Όμως, μη μπορώντας να αποβάλω τις παλιές καταναλωτικές συνήθειες που μας κληρονόμησε η εποχή της επίπλαστης ευημερίας, έπιασα τον εαυτό μου να ψάχνει στις βιτρίνες τη γνώριμη «δόση» της καταναλωτικής εξάρτησης. Ήθελα απλώς να χαθώ στο πλήθος. Η πόλη, όμως, είχε άλλη γνώμη.

Στον σταθμό του Μετρό στο Σύνταγμα, εκεί όπου κάποτε γράφονταν οι μεγάλες πολιτικές ανατροπές, η κοινωνική πραγματικότητα εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια μου. Νέοι και μεσήλικες με κόκκινα γιλέκα προσπαθούσαν να πουλήσουν τη «Σχεδία», το περιοδικό του δρόμου, ένα ζωντανό μνημείο των ορίων του κοινωνικού κράτους. Δίπλα τους, άλλοι νέοι προωθούσαν ψηφιακά πακέτα 5G μέσω QR codes, ενώ φοιτητές μοίραζαν φυλλάδια ενάντια στην ιδιωτικοποίηση και στο αβάσταχτο κόστος ζωής.

Λίγο πιο πέρα, ένας νεαρός με ακουστικά και ένα κυκλικό φωτιστικό (ring light) έκανε ζωντανή μετάδοση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μιλώντας για το «vibe» της Αθήνας, την ώρα που δίπλα του ένας ηλικιωμένος συνταξιούχος μετρούσε κέρματα για να αγοράσει ένα κουλούρι. Η τεχνολογία προχωρούσε, αλλά η ανθρωπιά έμοιαζε να έχει κολλήσει σε ένα βαθύ τέλμα.

Σκέφτηκα πως ίσως αυτή να είναι η «ανάπτυξη» για την οποία ακούμε καθημερινά στα δελτία ειδήσεων: τεχνολογικός εκσυγχρονισμός και ψηφιακό κράτος πάνω στα ερείπια της αγοραστικής δύναμης του πολίτη.

Λαχειοπώλες με τις ξύλινες στήλες τους, διανομείς που ελίσσονται επικίνδυνα στους δρόμους, άστεγοι στις εισόδους των κτιρίων, ψηφιακοί νομάδες με laptops στα καφέ και ορδές τουριστών που σέρνουν βαλίτσες προς κάποιο Airbnb συνθέτουν το σημερινό μωσαϊκό της πλατείας Συντάγματος. Της πλατείας που οφείλει το όνομά της στην εξέγερση των εξαθλιωμένων Ελλήνων, οι οποίοι, με μπροστάρη τον Μακρυγιάννη, απαίτησαν από τον Βαυαρό μονάρχη Σύνταγμα για τον λαό.

Το Σύνταγμα το κατακτήσαμε και οικοδομήσαμε σταδιακά ένα κράτος με θεσμούς και δομές. Από τη φουστανέλα και τα τσαρούχια περάσαμε στα επώνυμα brands, στα πανάκριβα κινητά και στις ανέπαφες πληρωμές. Κι όμως, ύστερα από τη μεγάλη οικονομική κρίση, την πανδημία και το σημερινό κύμα ακρίβειας, συνειδητοποιούμε ότι η ευρωπαϊκή μας ταυτότητα, αναγκαία μεν, πληρώθηκε και εξακολουθεί να πληρώνεται με βαρύ τίμημα.

Στρίβοντας στην Ερμού, βρέθηκα μέσα σε μια πολύβουη ανθρωποθάλασσα. Φωτεινές βιτρίνες πολυεθνικών, πλανόδιοι μουσικοί, τουρίστες που φωτογράφιζαν την Καπνικαρέα, η μυρωδιά από τα ψητά καλαμπόκια και το μαλλί της γριάς ανακατεμένη με ακριβά αρώματα. Η οικονομική γεωγραφία της πόλης είχε αλλάξει βίαια. Το κέντρο εκχωρήθηκε στο real estate, στον υπερτουρισμό και σε μια αγορά που απευθύνεται όλο και περισσότερο σε υψηλά εισοδήματα, αφήνοντας στο περιθώριο τις ανάγκες των μεσαίων στρωμάτων.

Πίσω από τη λάμψη, όμως, η καθημερινή επιβίωση ήταν παντού ορατή. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας στέκονταν όρθιοι κρατώντας διαφημιστικά ταμπλό ή μοιράζοντας εκπτωτικά κουπόνια, υποταγμένοι στους κανόνες μιας αγοράς εργασίας που συχνά ευνοεί τον ισχυρότερο. Ο υπερτουρισμός, πηγή σημαντικών εισοδημάτων για πολλούς, επιβαρύνει ταυτόχρονα όσους δεν συμμετέχουν σε αυτή την οικονομική δραστηριότητα, συμβάλλοντας στην άνοδο του κόστους ζωής.

Σταμάτησα να πιάσω κουβέντα με έναν από αυτούς τους ανθρώπους. Μοίραζε φυλλάδια για μια αλυσίδα ένδυσης. Δεν ήταν πια παιδί. Ήταν ένας άντρας γύρω στα σαράντα, με βλέμμα κουρασμένο αλλά αξιοπρεπές.

Τον ρώτησα για τη ζωή του, τις σπουδές του, τις αποδοχές και τα όνειρά του.

Με κοίταξε ξαφνιασμένος, σαν να απορούσε που κάποιος τον αντιμετώπισε ως πολίτη με φωνή και όχι ως αναλώσιμο εξάρτημα της αγοράς.

«Είμαι 39 χρονών», μου είπε. «Έχω πτυχίο Οικονομικών και μεταπτυχιακό στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Όταν ξέσπασε η πρώτη κρίση, το 2010, ήμουν 23. Ήταν η ηλικία που έπρεπε να ξεκινήσω τη ζωή μου. Αντί γι' αυτό, ζούσα με την ψευδαίσθηση των πολιτικών υποσχέσεων. Πέρασαν δεκαέξι χρόνια. Αλλάξαμε κυβερνήσεις και αφηγήματα, αλλά η απαξίωση της εργασίας και των πτυχίων μας έμεινε ίδια. Περιμέναμε μια κανονικότητα που τελικά δεν σχεδιάστηκε ποτέ για εμάς».

Τα λόγια του με χτύπησαν σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Συνειδητοποίησα ότι αυτός ο άνθρωπος δεν γνώρισε ποτέ μια φυσιολογική ενήλικη ζωή. Η δική μου γενιά πρόλαβε να δημιουργήσει και να γευτεί τις εποχές της ανόδου. Η δική του μάζευε τα σπασμένα ενός συστήματος που κατέρρευσε χωρίς να ευθύνεται γι' αυτό.

Τον ρώτησα πώς είναι η καθημερινότητά του.

Χαμογέλασε ειρωνικά.

«Εδώ βγάζω περίπου 500 ευρώ τον μήνα. Στα χαρτιά η δουλειά είναι τετράωρη, στην πράξη είσαι εδώ όλη μέρα, με ήλιο και κρύο. Υπογράφουμε για "ευέλικτη" απασχόληση, αλλά η εργάσιμη ημέρα δεν έχει τέλος. Οι απλήρωτες υπερωρίες, η ανασφάλεια και η διαρκής απειλή της αντικατάστασης είναι η πραγματικότητα. Αν διαμαρτυρηθείς, υπάρχουν άλλοι δέκα στην ουρά. Πώς να ζήσεις έτσι;»

Και το σπίτι;

«Εκεί είναι η πραγματική βία», απάντησε. «Το στεγαστικό δεν είναι απλώς πρόβλημα, είναι διωγμός. Τα ενοίκια καθορίζονται από τις πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης και τα ξένα funds. Οι μισθοί μας είναι ελληνικοί, αλλά το κόστος στέγασης καθορίζεται από το real estate. Συγκατοικώ ακόμη στα 40 μου και τρέμω τη στιγμή που ο ιδιοκτήτης θα μας διώξει για να κάνει το σπίτι Airbnb. Το δικαίωμα στη στέγη μετατράπηκε σε χρηματιστηριακό προϊόν».

Στη λέξη «όνειρα», η φωνή του σχεδόν έσβησε.

«Η γενιά μου δεν έχει πια την πολυτέλεια να ονειρεύεται όπως οι προηγούμενες. Ονειρευόμαστε τα αυτονόητα: μια σταθερή δουλειά, μια στέγη χωρίς τον φόβο της έξωσης, ένα σούπερ μάρκετ χωρίς επιδόματα επιβίωσης, ένα σύστημα υγείας για όλους. Οι περισσότεροι φίλοι μου δεν έκαναν οικογένεια. Πολλοί έφυγαν στο εξωτερικό. Το brain drain δεν ήταν μόδα· ήταν εκδίωξη. Κι εμείς που μείναμε απλώς παρακολουθούμε τη ζωή μας να περνά».

Με κοίταξε με μια βαθιά, ώριμη απογοήτευση. Στη σιωπή που ακολούθησε αισθάνθηκα ένοχη, όχι μόνο ως μέλος μιας γενιάς αλλά και ως πολίτης. Το βάρος μιας συλλογικής ευθύνης με πλάκωσε, μαζί με τη συνειδητοποίηση της αδυναμίας μας απέναντι σε ένα σύστημα που συχνά μετρά την επιτυχία αποκλειστικά με όρους κερδοφορίας.

Στα χείλη μου ήρθαν οι στίχοι του Σαββόπουλου, λίγο παραλλαγμένοι: «Δεν ξέρω τι να πω στα παιδιά στην αγορά... είμαι μεγάλη με γυαλιά και όμως φοβάμαι το αύριο». Όχι μόνο το δικό μου, αλλά και το αύριο των ανθρώπων αυτού του τόπου που ξέμειναν από ελπίδα.

Με σκυμμένο το κεφάλι γύρισα την πλάτη και έφυγα. Μπήκα στον σταθμό του Μετρό χωρίς τραγούδια στα αυτιά μου. Μόνο η εκκωφαντική σιωπή των ανθρώπων στις αποβάθρες, χαμένων στις φωτεινές οθόνες των κινητών τους. Επιβιβάστηκα στο τρένο νιώθοντας ότι η βόλτα μου είχε μετατραπεί σε μια οδυνηρή συνειδητοποίηση των χαμένων ονείρων· όχι μόνο του συγκεκριμένου διανομέα φυλλαδίων, αλλά μιας ολόκληρης γενιάς που ενηλικιώθηκε μέσα στη διαδοχή των κρίσεων και εξακολουθεί να αναζητά μια θέση σε έναν κόσμο που μοιάζει να προχωρά χωρίς αυτήν.

ΛΕΝΑ ΤΣΑΓΓΑΡΑΚΗ

Εμφανίσεις: 213