Εγκλήματα και τιμωρίες ως στυλοβάτες κοινωνίας
Είναι εύκολο να υποθέσουμε ότι ακραίες πράξεις –ιδίως εκείνες που περιλαμβάνουν σκληρότητα ή αδιαφορία– αντανακλούν κάτι θεμελιωδώς «λανθασμένο» στον εγκέφαλο.
Πώς ορίζουμε τη δυσλειτουργία στον άνθρωπο; Παραδοσιακά, η ασθένεια υποδηλώνει μια βιολογική αποτυχία – κάτι το παρατηρήσιμο στο σώμα, μετρήσιμο και δυνητικά θεραπεύσιμο. Ωστόσο, κάποιες από τις αποτυχίες ατομικής προσαρμογής και ιδίως οι ψυχιατρικές, δεν εμφανίζονται ως σαφείς φυσιολογικές βλάβες, αλλά ως στρεβλώσεις στην κατανόηση, στην αντίληψη ή στη σχέση με τους άλλους. Αν είναι έτσι, εδώ ταιριάζει απόλυτα το σωκρατικό, ότι οι άνθρωποι είναι κακοί μόνο εξαιτίας της άγνοιάς τους για το καλό και στο βάθος, θα μπορούσαν ακόμη και η έλλειψη ατομικής γνώσης ή ενσυναίσθησης να υπαχθούν στην έννοια της εγκεφαλικής «ασθένειας» και να αντιμετωπιστούν αναλόγως.
Η ένταση που δημιουργεί η παραπάνω θεώρηση μεγαλώνει όταν εξετάζουμε την εγκληματική συμπεριφορά. Είναι εύκολο, ιδίως σήμερα, να υποθέσουμε ότι ακραίες πράξεις –ιδίως εκείνες που περιλαμβάνουν σκληρότητα ή αδιαφορία– αντανακλούν κάτι θεμελιωδώς «λανθασμένο» στον εγκέφαλο. Η σύγχρονη νευροεπιστήμη αποκαλύπτει μοτίβα: αλλοιώσεις στην επεξεργασία των συναισθημάτων, μειωμένο έλεγχο των παρορμήσεων, ή άτυπες αντιδράσεις στην απειλή.
Αυτά δείχνουν αν μη τι άλλο ότι η συμπεριφορά δεν είναι αποκομμένη από τη βιολογία. Ωστόσο, δεν συνθέτουν αυτό που στη νομική ορολογία αποκαλείται αιτιώδης εξήγηση.
Μια διαφορά στον εγκέφαλο δεν ταυτίζεται με βλάβη, ενώ ακόμη και σαφείς αποκλίσεις δεν οδηγούν αναπόφευκτα σε εγκληματικές πράξεις. Παρόμοιες βιολογικές προδιαθέσεις μπορεί να υπάρχουν σε πολλούς ανθρώπους, αλλά να εκδηλώνονται μόνο υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Ένα άτομο μπορεί να φέρει λανθάνουσες τάσεις που παραμένουν αόρατες μέχρι να ενεργοποιηθούν από συγκεκριμένα κοινωνικά συμφραζόμενα, εκτός της απλής ευκαιρίας που είναι καθαρά τιμωρητεο. Τέτοια συμφραζόμενα είναι η κλιμάκωση μιας σύγκρουσης, ο φόβος, ή η ψυχική συμπίεση. Αν είναι έτσι, η συμπεριφορά παύει να ταυτίζεται με τον χαρακτήρα ή μάλλον οι χαρακτήρες καταργούνται˙ τα άτομα δεν έχουν πια σταθερές ιδιότητες, αλλά οι πράξεις τους είναι αναδυόμενα φαινόμενα, διαμορφωμένα από τη συνάντηση της εσωτερικής δομής με τις εξωτερικές συνθήκες και οι διαφορές είναι μόνο ποσοτικές.
Αν κάθε πράξη μπορούσε να αναχθεί κατ’ αρχήν σε εγκεφαλικές καταστάσεις και περιβαλλοντικά ερεθίσματα, τότε το έγκλημα θα άρχιζε να μοιάζει περισσότερο με σύμπτωμα παρά με ηθικό έλλειμμα. Η πλήρης αποδοχή μιας τέτοια θέσης θα διέλυε τη βάση της απόδοσης ευθύνης.
Όσοι υποστηρίζουν εμφατικά το τελευταίο, θα έπρεπε κανονικά να υποστηρίζουν με την ίδια έμφαση και τη μετακίνηση της βαριάς ευθύνης της μοίρας των ανθρώπων αποκλειστικά και οριστικά στην πολιτεία, όταν ο ατομικός έλεγχος και το στενό διαπροσωπικό πλαίσιο των σοβαρά πασχόντων έχει χρονίως αποτύχει να προσδώσει στη ζωή τους οποιοδήποτε ικανό νόημα, ώστε να μην επιθυμούν κάτι περισσότερο από τον θάνατο, τον δικό τους ή άλλων. Δεν αρκεί να σώσεις κάποιον π.χ. από μια αυτοκτονική ή ανθρωποκτόνο πρόθεση, αλλά θα πρέπει μετά να έχεις και ένα πλαίσιο για να τον σώσεις και από την ζωή του! Αυτό είναι μια σοβαρότατη σύγχρονη αντίφαση, που έξω από τους κύκλους υποψιασμένων επιστημόνων παραβλέπεται πλήρως.
Ακόμη πάντως και η προσέγγιση που συμπεριλαμβάνει έναν καθοριστικό ρόλο του περιβάλλοντος έχει τα εμπειρικά όριά της. Δύο άτομα μπορεί να έχουν παρόμοια προδιάθεση και να βρεθούν επίσης στην ίδια κατάσταση, αλλά να καταλήξουν σε εντελώς διαφορετικές πράξεις. Υπάρχει ένας σημαντικός βαθμός μεταβλητότητας της ανθρώπινης συμπεριφοράς που αντιστέκεται στην ανάλυσή της ως εξίσωση με διακριτούς όρους – αυτό είναι άλλωστε και το βασικό εμπόδιο μιας θεώρησης του ανθρώπου ως μηχανής από τους ακραία υλιστές οικονομολόγους.
Εκτός πολιτισμού, μάλιστα, και από βιολογική εξελικτική σκοπιά, το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο. Χαρακτηριστικά που συνδέονται με επιβλαβείς συμπεριφορές –όπως η χαμηλή ενσυναίσθηση ή η τάση αψήφισης του κινδύνου – δεν είναι αποκλειστικά αρνητικά. Σε ένα άλλο πλαίσιο, μπορεί να προσφέρουν πλεονεκτήματα, όπως η αποφασιστικότητα υπό απειλή. Η εξέλιξη δεν έχει εξαλείψει αυτά τα χαρακτηριστικά, επειδή δεν είναι καθολικά δυσπροσαρμοστικά. Αντίθετα, η αρχιτεκτονική της διατηρεί την ποικιλότητα. Η βιολογία ως αναπαραγωγική αποδοτικότητα δεν έχει άλλωστε κανένα πρόβλημα με το να είσαι… παλιοχαρακτήρας.
Δεδομένου ότι εξακολουθούμε να μιλάμε για ένα ζωικό είδος, η φαινομενικά ωφέλιμη πλήρης εξάλειψη των άκρων ενδέχεται και να περιόριζε τη βιολογική ικανότητα επιβίωσής μας σε κάθε περιβάλλον. Αν πάμε στον άλλο πόλο, μιας πλήρως κυνικής θεώρησης, ο κύκλος του ανθρώπινου «εγκλήματος και τιμωρίας» μπορεί έτσι να ειδωθεί –χωρίς να τον θαυμάζω στο ελάχιστο, βεβαίως– και ως τίμημα διατήρησης της ανθεκτικότητας της ανθρώπινης ζωής. Η διαπίστωση αυτή προφανώς δεν ανήκει στην αρμοδιότητα κανενός δικαστηρίου.
ΦΩΤΟ@PIXABAY
ΚΩΣΤΑΣ ΣΠΙΓΓΟΣ
Ο Κωνσταντίνος Χρ. Σπίγγος γεννήθηκε το 1971 στον Πειραιά, μεγάλωσε στο Χαϊδάρι και ζει στην Κέρκυρα. Είναι νευρολόγος, απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, ενώ ειδικεύτηκε στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Γεώργιος Γεννηματάς» και στο Ινστιτούτο Νευρολογίας του Λονδίνου. Έχει δεκάδες διεθνείς και ελληνικές επιστημονικές δημοσιεύσεις.Συμμετέχει στο καθημερινό κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι με διαλέξεις, άρθρα γνώμης και δημόσιες παρεμβάσεις. Εκτός από την παρούσα εβδομαδιαία στήλη, είναι παραγωγός του ραδιοφωνικού ενθέτου «Επισυνάψεις» στον Κύμα FM 90,3 και συγγραφέας του δοκίμιου εκλαϊκευμένης νευροεπιστήμης «Γνωστικός και ψυχικός εγκέφαλος» (ιδιοέκδοση 2014), της συλλογής έμμετρου και πεζού λόγου «Χρήζεις προστασίας» (εκδόσεις ΑΛΔΕ 2018), της συλλογής δοκιμίων φιλοσοφικού χαρακτήρα «Επισυνάψεις» (ιδιοέκδοση 2019), της ποιητικής συλλογής «Καλούπια αναπνοών» (ιδιοέκδοση 2021), της ποιητικής συλλογής «Οδηγός ισοβιτών του φθινοπώρου» (εκδόσεις Carpe Librum 2023) και του μυθιστορήματος «Εορταστικό Πρόγραμμα» (εκδόσεις Carpe Librum 2025). Επικοινωνία: [email protected]
