Οι εξορύξεις υδρογονανθράκων απειλούν τη θαλάσσια ζωή
Νέα επιστημονική μελέτη αποκαλύπτει ότι οι σεισμικές έρευνες και οι εξορύξεις πετρελαίου και αερίου προκαλούν σοβαρές και συχνά μη αναστρέψιμες βλάβες στα θαλάσσια θηλαστικά της Μεσογείου, εγείροντας ερωτήματα για τη νομιμότητα των εγκρίσεων και την επάρκεια της προστασίας των οικοσυστημάτων.
ΑΘΗΝΑ. Η θαλάσσια ζωή της Μεσογείου βρίσκεται αντιμέτωπη με μια αυξανόμενη και, όπως αποδεικνύεται, πολυεπίπεδη απειλή, καθώς νέες επιστημονικές μελέτες φέρνουν στο φως τις επιπτώσεις των σεισμικών ερευνών και των εξορύξεων υδρογονανθράκων. Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσίευση στο επιστημονικό περιοδικό Ethics in Science and Environmental Politics, οι δραστηριότητες αυτές δεν επηρεάζουν απλώς το θαλάσσιο περιβάλλον σε επιφανειακό επίπεδο, αλλά προκαλούν βαθιές και συχνά μη αναστρέψιμες βλάβες στη λεγόμενη «μεγαπανίδα» της θάλασσας, με ιδιαίτερη έμφαση στα κητώδη, όπως φάλαινες και δελφίνια.
Στο επίκεντρο της ανησυχίας βρίσκονται οι σεισμικές έρευνες, οι οποίες αποτελούν το πρώτο στάδιο πριν από την εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η διαδικασία αυτή βασίζεται στη χρήση αεροβόλων που εκπέμπουν εξαιρετικά ισχυρούς ήχους χαμηλής συχνότητας, ικανούς να διανύσουν αποστάσεις έως και 4.000 χιλιομέτρων. Για τα θαλάσσια θηλαστικά, τα οποία εξαρτώνται απόλυτα από τον ήχο για την επικοινωνία, τον προσανατολισμό και την εύρεση τροφής, η ηχητική αυτή ρύπανση συνιστά σοβαρή απειλή για την ίδια τους την επιβίωση. Οι επιστήμονες καταγράφουν σωματικές βλάβες, όπως απώλεια ακοής και ορμονικές διαταραχές, αλλά και σημαντικές αλλαγές στη συμπεριφορά, που οδηγούν ακόμη και σε εκβρασμούς και θανάτους.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η κατάσταση στην περιοχή της Ελληνικής Τάφρου*, μία από τις σημαντικότερες ζώνες βιοποικιλότητας στη Μεσόγειο, όπου ήδη έχουν εγκριθεί ή σχεδιάζονται προγράμματα έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων. Περιβαλλοντικές οργανώσεις, όπως η WWF Ελλάς, η Greenpeace και η ClientEarth, έχουν κινηθεί νομικά, καταθέτοντας καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ήδη από το 2023, υποστηρίζοντας ότι οι εγκρίσεις αυτές παραβιάζουν το ευρωπαϊκό δίκαιο για την προστασία της φύσης.
Οι οργανώσεις τονίζουν ότι οι σχετικές μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων εμφανίζουν σοβαρές ελλείψεις, βασιζόμενες σε παρωχημένα ή ανεπαρκή δεδομένα και υποτιμώντας τους κινδύνους για απειλούμενα είδη, όπως οι πτεροφάλαινες. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι αξιολογήσεις φαίνεται να στηρίζονται σε ατεκμηρίωτες υποθέσεις, όπως ότι τα ζώα θα απομακρυνθούν απλώς από τις περιοχές έντονου θορύβου, αγνοώντας τις μακροπρόθεσμες συνέπειες αυτού του εκτοπισμού.
Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει ευρύτερα ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της περιβαλλοντικής διακυβέρνησης στην Ευρώπη και την τήρηση της νομοθεσίας που έχει θεσπιστεί για την προστασία της θαλάσσιας ζωής. Καθώς η πίεση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή εντείνεται, το διακύβευμα δεν αφορά μόνο την τρέχουσα κατάσταση των οικοσυστημάτων, αλλά και το κατά πόσο θα διασφαλιστεί η επιβίωση ενός από τα πιο πολύτιμα και εύθραυστα φυσικά περιβάλλοντα της Ευρώπης για τις επόμενες γενιές.
* Η Ελληνική Τάφρος βρίσκεται στο Ιόνιο και στη νότια πλευρά της Κρήτης, σχηματίζοντας ένα τόξο που εκτείνεται από τα δυτικά της Πελοποννήσου, περνά νότια της Κρήτης και φτάνει μέχρι την περιοχή της Ρόδου. Η περιοχή αυτή δεν είναι μόνο γεωλογικά ενεργή, αλλά και εξαιρετικά πλούσια σε βιοποικιλότητα, φιλοξενώντας σπάνια είδη θαλάσσιων θηλαστικών, όπως ζιφιούς και φυσητήρες.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.
