Τρίτη 24.02.2026 ΚΕΡΚΥΡΑ

Θάψτε τους πολεμοκάπηλους

AKIRE VARGA/PIXABAY
ΟΛΓΑ ΤΣΙΛΙΜΠΑΡΗ
24 Φεβρουαρίου 2026 / 08:20

Η θεατρική ομάδα του Εργατικού Κέντρου Κέρκυρας «Αγάντα» αναμετρήθηκε επάξια με το φαινομενικά απλό αλλά ουσιαστικά απαιτητικό αυτό έργο.

Το θεατρικό έργο του Αμερικανού συγγραφέα Ίρβιν Σόου «Θάψτε τους νεκρούς», γραμμένο το 1936, είναι ένα από  τα κορυφαία αντιπολεμικά έργα της δραματουργίας του 20ου αιώνα. Έξι στρατιώτες, που πεθαίνουν στη διάρκεια ενός απροσδιόριστου πολέμου, αρνούνται να θαφτούν. Σύσσωμες οι δυνάμεις του κατεστημένου   (στρατιωτική και πολιτική εξουσία, επιστήμη, εκκλησία, εξωνημένη δημοσιογραφία)  τους πιέζουν να αποδεχτούν την ηρωοποίηση-μουμιοποίηση και ταφή τους, ως προϋπόθεση ηθικής νομιμοποίησης του πολέμου και επαναφοράς στην «κανονικότητα». Αποτυγχάνουν, παρότι επιστρατεύουν ακόμα και αγαπημένα  γυναικεία πρόσωπα, προκειμένου να  ασκήσουν συναισθηματικό εκβιασμό στους «ανυπάκουους νεκρούς».

Ο δραματικός χώρος και χρόνος (ηθελημένα απροσδιόριστοι), η πλοκή (σκηνές αντί πράξεων) και οι χαρακτήρες του έργου (περισσότερο συμβολικοί-αρχετυπικοί) ακολουθούν τις αρχές του εξπρεσιονιστικού θεάτρου. Με τη χρήση αφαιρετικών, ειρωνικών αλλά και λυρικών στοιχείων δεν επιδιώκεται η απομάκρυνση του θεατή από την πραγματικότητα, αλλά το ακριβώς αντίθετο: η εστίαση σε συγκεκριμένες όψεις της πραγματικότητας και η (καλλιτεχνική) πρόκληση συναισθηματικής αντίδρασης εκ μέρους του θεατή, ώστε να αφυπνιστεί, να  αναγνωρίσει κριτικά την πραγματικότητα και να πάρει θέση απέναντί της.

Η θεατρική ομάδα του Εργατικού Κέντρου Κέρκυρας «Αγάντα» αναμετρήθηκε επάξια με το φαινομενικά απλό αλλά ουσιαστικά απαιτητικό αυτό έργο. Μεγαλύτερο ατού της παράστασης, ο γνήσιος ενθουσιασμός και η προσήλωση των μελών της πολυμελούς θεατρικής ομάδας, της οποίας η ετερογένεια ως προς τις ηλικίες, τις επαγγελματικές απασχολήσεις και τις θεατρικές καταβολές ενισχύει το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.  Το λιτό και αφαιρετικό σκηνικό, το τραγούδι επί σκηνής, η διακριτική σκηνοθετική προσέγγιση / στήριξη, οι φωτισμοί υπηρετούν την οικονομία του έργου. Το θεατρικό θερμόμετρο κυριολεκτικά ανεβαίνει στις σκηνές επικοινωνίας / αναμέτρησης ανά δύο των στρατιωτών με τις γυναίκες της ζωής τους. Εκεί οι ερμηνείες τείνουν να πάρουν διαστάσεις ακρίβειας και ανταπόκρισης μιας χορογραφίας pasdedeuxτου κλασικού μπαλέτου.

Ακόμα και οι όποιες ελλείψεις ή αστοχίες, που  μπορεί να διαπιστώσει κανείς στην παράσταση, αποτελούν προκλήσεις για την ερασιτεχνική καλλιτεχνική δημιουργία, και μάλιστα όταν αυτή στοχεύει στον κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό. Η απαράδεκτη κατάσταση των καλλιτεχνικών υποδομών, η παντελής έλλειψη ενίσχυσης της τόσο ελπιδοφόρας για την τοπική κοινωνία ερασιτεχνικής θεατρικής δραστηριότητας, η τάση ιδιωτικοποίησης των πάντων, όλα αυτά βοούν.Απαιτούν ενεργή και οργανωμένη διεκδίκηση και παρέμβαση απέναντι στο κεντρικό και τοπικό κράτος. Η μοιρολατρία και η παραίτηση καταλήγουν σε ένα, πολύ βολικό για τους κρατούντες, «άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς».

Στο σήμερα της  όξυνσης των καπιταλιστικών ανταγωνισμών και των ιμπεριαλιστικών αντιπαραθέσεων, του RearmEurope και της προαναγγελίας για υποδοχές φερέτρων νεκρών στρατιωτών, το νόημα του συγκεκριμένου έργου είναι ανατριχιαστικά επίκαιρο. Ακόμη κι όταν οι προβολείς σβήνουν, οι έξι νεκροί στρατιώτες παραμένουν άταφοι, όχι ως βρικόλακες-ζόμπι αλλά ως αψευδείς ζωντανοί μάρτυρες του παραλογισμού. Όσο ισχύει επί γης το αξίωμα «να σκοτώνοντ΄ οι λαοί / για τ΄ αφέντη το φαΐ», ο δακρύβρεχτος πασιφισμός κουκουλώνει και διευκολύνει τους επίδοξους ανθρωποσφαγείς. Η μόνη ελπίδα σωτηρίας βρίσκεται στις χαίνουσες πληγές: να παραμένουν, δηλαδή, ανοιχτές οι πληγές της αδικίας, της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης, υπενθυμίζοντας το χρέος μας: « Η σκέψη μοναχά ν΄ αναζητά / στο έγκλημα να βρούμε την αιτία / κι αυτή χτυπώντας τότε δυνατά / να πνίξουμε την κάθε αδικία».