Πρωτοκύριακο του Νοεμβρίου 1941: Ένας Αγωνιστής θυμάται

Πρωτοκύριακο του Νοεμβρίου 1941: Ένας Αγωνιστής θυμάται

Γράφει η Λένα Τσαγκαράκη

29
Οκτωβρίου / 2020

Για να έχει κανείς την πραγματική εικόνα της μαθητικής εκδήλωσης της 3ης Νοεμβρίου 1941 ενάντια στον Ιταλό Φασίστα κατακτητή θα έπρεπε να την είχε ζήσει για να δώσει τις πραγματικές της διαστάσεις και να τονίσει τη σημασία της.
Παράλληλα πρέπει να τη συνδυάσει με τις συνθήκες της εποχής εκείνης.

Με αυτό μου το κείμενο θα προσπαθήσω να μεταφέρω τα γεγονότα εκείνης της περιόδου όπως μου τα διηγήθηκε ένας τότε έφηβος ελπίζοντας πως με αυτό τον τρόπο θα συμβάλλω έστω και στο ελάχιστο ώστε οι νεότεροι να μάθουν και οι μεγαλύτεροι να θυμηθούν ένα κομμάτι της ιστορίας του τόπο μας.

Ο Ιταλός κατακτητής δεν πάτησε το πόδι του στην Κέρκυρα με το ψεύτικο προσωπείο του προσωρινού κατακτητή, που χρησιμοποίησε για να δικαιολογήσει την εισβολή του στην υπόλοιπη Ελλάδα, πως δήθεν δηλαδή την εισβολή την επέβαλαν στρατηγικοί λόγοι πολέμου, αλλά ήρθε στην Κέρκυρα με το στυγνό αληθινό του πρόσωπο, δηλαδή εκείνο του οριστικού κατακτητή.

Το φασιστικό καθεστώς από τις πρώτες μέρες της επιβολής του στην Ιταλία δεν έκρυψε τις βλέψεις του για την Κέρκυρα, αλλά τη βομβάρδισε άνανδρα το 1923. Υποχρεώθηκε όμως να την εγκαταλείψει κάτω από τη διεθνή πίεση χωρίς όμως να παραιτηθεί από τις επιδιώξεις του. Ίδρυσε στο νησί την Ιταλική Σχολή με δημοτικό και Γυμνάσιο που έγινε κέντρο της ιταλικής προπαγάνδας και οργάνωσε ιταλική παροικία με προκλητικό τρόπο για να δοθεί έτσι η αφορμή μιας νέας επέμβασης. 

Οι Ιταλοί εισέβαλαν στην Αλβανία το 1939 έχοντας παράλληλα σχέδια να καταλάβουν την Κέρκυρα. Την τελευταία στιγμή όμως ανέβαλαν αυτή την εισβολή υπολογίζοντας το κόστος όταν πληροφορήθηκαν την κινητοποίηση του στρατού και του λαού της Κέρκυρας. Με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου η Ιταλία σχεδίασε ταυτόχρονη εισβολή στην Κέρκυρα, αλλά και πάλι λογάριασε το κόστος.

Έτσι προσπάθησε να κάμψει την αντίσταση και το ηθικό του κερκυραϊκού λαού με καθημερινές αεροπορικές επιδρομές που είχαν στόχο τον άμαχο πληθυσμό.
Με την εισβολή της Ναζιστικής Γερμανίας στην Ελλάδα μοιραία ήρθε και η κατάληψη της Κέρκυρας από τη φασιστική Ιταλία. Οι Ιταλοί έκαναν την Κέρκυρα έδρα μιας μεραρχίας και ενός συντάγματος Καραμπινιέρων, εγκατέστησαν δική τους Ιταλική πολιτική διοίκηση, τοποθέτησαν στις υπηρεσίες Ιταλούς προϊσταμένους, διόρισαν στο Γυμνάσιο Ιταλό ελληνομαθή Γυμνασιάρχη και ύψωσαν στο Φρούριο και σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες την ιταλική σημαία. Ακόμα και στα κουτιά από τα σπίρτα έγραψαν στα ιταλικά ότι το «Ιόνιο ενώνεται με το πεπρωμένο της Ρώμης».

Η μαθητική νεολαία, που εκείνη την εποχή ζούσε αυτά τα γεγονότα, δεν έτρεφε αυταπάτες σχετικά με τη σκληρότητα που οι κατακτητές θα αντιμετώπιζαν κάθε πατριωτική εκδήλωση αντίστασης και ήξερε ότι είχαν πόλεμο και πως ο κατακτητής είχε τη δυνατότητα να καταπνίξει κάθε εκδήλωση αντίστασης και διαμαρτυρίας. Η ψυχή όμως της μαθητικής νεολαίας του νησιού δεν κάμφθηκε, δεν πτοήθηκε από τη σκληρή πραγματικότητα , δεν υπολόγισε το κόστος και αυτό αποδεικνύεται με τη μεγαλειώδη εκδήλωση διαμαρτυρίας που οργάνωσαν οι μαθητές του νησιού το Πρωτοκύριακο του Νοεμβρίου του 1941. 

Την ημέρα εκείνη οι μαθητές απάντησαν στη φασιστική πρόκληση. Ήταν τότε που για πρώτη και τελευταία φορά η φασιστική νεολαία της ιταλικής παροικίας έκανε την παρουσία της στη λιτανεία του Αγίου. Η αγανάκτηση που κυρίευσε ολόκληρο τον κερκυραϊκό λαό από αυτή την προκλητική παρουσία ήταν μεγάλη. Η μαθητική νεολαία της Κέρκυρας την εξέφρασε διαδηλώνοντας “ΜΕ ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΤΟΛΜΗ”. Μετά τη λιτανεία μαθητές από τα Γυμνάσια της πόλης ξεκίνησαν από την πλατεία της Ιονικής Τράπεζας (Πλακάδα του Αγίου) κατά ομάδες οι οποίες συναντήθηκαν και ενώθηκαν στο Πεντοφάναρο. Έτσι χωρίς καμία προετοιμασία και αυθόρμητα σχηματίστηκε μια τεράστια διαδήλωση της μαθητικής νεολαίας που με ενθουσιασμό ανηφόρισε την οδό Καποδιστρίου. Το τραγούδι “ πάπια που κορφολούζεσαι” με την επωδό του “κι αδέλφια έχεις Κέρκυρα δεν θα καταδεχθούνε την όμορφή τους αδελφή οι Φράγκοι να χαρούνε” δονούσε την ατμόσφαιρα σκορπίζοντας ρίγη συγκίνησης στους Κερκυραίους.

Τα σκυμμένα από εθνικό πόνο κεφάλια των Κερκυραίων πολιτών σηκώθηκαν περήφανα. Οι Ιταλοί κατακτητές ξαφνιάστηκαν. Ήταν κάτι που δεν μπορούσαν να προβλέψουν γιατί υπολόγιζαν στη στρατιωτική και υλική τους δύναμη. Για αυτούς μια τέτοια εκδήλωση ήταν αδιανόητη. Έτρεχαν σαν κυνηγημένοι προς όλες τις κατευθύνσεις σαν να τους χτυπούσαν με σφαίρες. Οι μαθητές όμως όχι μόνο ήταν άοπλοι, αλλά δεν κρατούσαν ούτε ξύλα ούτε πέτρες. Είχαν αποφασίσει να αντιμετωπίσουν τη βίαιη αντίδραση των Ιταλών με γυμνά τα χέρια και απροστάτευτα τα στήθη. Όταν η διαδήλωση έστριψε στην οδό Μουστοξύδη, για μας τους Κερκυραίους “Πλατύ Καντούνι”, άρχισε να βρέχει δυνατά. Η πορεία προς το σημερινό Δεύτερο Γυμνάσιο όμως συνεχίστηκε με μεγάλο ενθουσιασμό. Η Ιταλική διοίκηση θορυβημένη από τη απρόσμενη αυτή εκδήλωση διαμαρτυρίας στέλνει τις δυνάμεις των καραμπινιέρων μαζί με στρατιωτικά τμήματα τα οποία με πλήρη πολεμική εξάρτηση παρατάχθηκαν έξω από το Γυμνάσιο και όταν πλησίασαν οι διαδηλωτές πρόταξαν τα όπλα τους. Οι μαθητές όμως απτόητοι κατευθύνθηκαν προς το μέρος τους με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μεγάλη ένταση. Τότε κάποιοι μαθητές ανέβηκαν στο κτίριο και κατέβασαν την ιταλική σημαία υπό τον ήχο των χειροκροτημάτων των υπολοίπων μαθητών. Την έριξαν στο δρόμο και την καταπάτησαν σαν μια εκδήλωση χλευασμού και εξευτελισμού, όχι του εθνικού συμβόλου της Ιταλίας, αλλά του συμβόλου του Ιταλού Φασίστα Κατακτητή.

Για λίγο οι Ιταλοί έμειναν κατάπληκτοι από το θάρρος και την αποφασιστικότητα των μαθητών. Όταν όμως συνήλθαν προσπάθησαν να απομακρύνουν τους μαθητές με την απειλή χρήσης χειροβομβίδων. Οι μαθητές όμως δεν πτοούνται, αλλά τρέχοντας κατά πάνω τους κολλούν τα κορμιά τους στα κορμιά των Ιταλών, έτσι που να μη μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις χειροβομβίδες επειδή κάτω από αυτές τις συνθήκες και με το ενδεχόμενο η χρήση τους να σήμαινε και το δικό τους θάνατο οι Ιταλοί δεν τόλμησαν την απασφάλιση τους. Οι μαθητές με σύμμαχο τη ραγδαία βροχή βρίσκουν την ευκαιρία να σκορπιστούν και να ξεφύγουν από τα γύρω στενά.

Η εκδήλωσή τους είχε απόλυτα πετύχει. Πολλοί από τους Ιταλούς Καραμπινιέρους ανεβαίνουν στο Γυμνάσιο για να συλλάβουν τους μαθητές που βρίσκονται εκεί. Ο καθηγητής - γυμναστής, Νίκος Καστάνιας, μέλος του ΕΑΜ τους φράζει με το σώμα του την είσοδο. Οι Ιταλοί τον κακοποιούν και οι μαθητές βρίσκουν την ευκαιρία να ξεφύγουν. Τις επόμενες μέρες συνεχίστηκαν και άλλες πιο οργανωμένες εκδηλώσεις στους δρόμους και στα καντούνια της πόλης. Ρίχτηκαν προκηρύξεις που στρέφονταν ενάντια στην ιταλική κατοχή, κυκλοφόρησε παράνομη εφημερίδα και γράφτηκαν συνθήματα σε κοινόχρηστους χώρους και στους τοίχους καταγγέλθηκαν με τα ονοματεπώνυμα τους οι λίγοι δωσίλογοι που συνεργάστηκαν με τους Ιταλούς. Στις 27 Νοέμβρη του 1941 άρχισαν συλλήψεις κυρίως μαθητών και ακολούθησαν φυλακές και εξορίες. Το σύνθημα όμως είχε πια δοθεί. Ο κρυφός αγώνας ενάντια στον κατακτητή είχε πάρει σάρκα και οστά. Πέρασε στο στάδιο του οργανωμένου αγώνα, της οργανωμένης αντίστασης που οδηγούσε στην απελευθέρωση.

Σε ανάμνηση αυτής της θαρραλέας αντιστασιακής εκδήλωσης χρόνια μετά τοποθετήθηκε στον τοίχο του σημερινού Δεύτερου Γυμνασίου μια αναθηματική πλάκα που μετά από δεκαετίες σκοπό έχει να αποδώσει φόρο τιμής σ’ αυτούς τους μαθητές, που με τη μεγαλειώδη πατριωτική τους ενέργεια και την αυταπάρνησή τους άναψαν τη φλόγα της αντίστασης στο νησί μας. 

Οι μαθητές αυτοί, πολλοί από τους οποίους δεν βρίσκονται πια ανάμεσά μας, θα παραμείνουν ανώνυμοι γιατί αυτή ήταν και η θέλησή τους. Η ιστορική μνήμη συγκράτησε από τις εκατοντάδες που συμμετείχαν τα ονόματα μόνο μερικών που συλλάβανε οι Ιταλοί. Αυτοί όμως θεωρούν ότι το γεγονός αυτό δεν τους δίνει το δικαίωμα να έχουν καμία ιδιαίτερη διάκριση απέναντι στους άλλους συμμαθητές τους. Σωστή και σεβαστή η άποψή τους. Η πρώτη αυτή μαζική εκδήλωση ενάντια στους Ιταλούς Κατακτητές αποτελεί ορόσημο όχι μόνο για την Ελληνική Εθνική Αντίσταση, αλλά ευρύτερα για την αντίσταση των κατεχόμενων χωρών της Ευρώπης γιατί καταγράφτηκε σαν η πρώτη μαζική αντιφασιστική πράξη, που εκδηλώθηκε σε κατεχόμενο έδαφος.
 
Το παραπάνω κείμενο είναι πιστή απόδοση των λόγων και του πνεύματος της διήγησης ενός σεμνού και συνεπούς αγωνιστή, του κυρίου Φίλη Κορωνάκη.

Λένα Τσαγκαράκη