Μεταφορική Διασύνδεση Νησιών – Προκλήσεις, Προτάσεις και μια χαμένη ευκαιρία

Μεταφορική Διασύνδεση Νησιών – Προκλήσεις, Προτάσεις και μια χαμένη ευκαιρία

Άρθρο του Δημήτρη Μπιάγκη, βουλευτή Κέρκυρας του Κινήματος Αλλαγής

28
Σεπτεμβρίου / 2020

Μεταφορική Διασύνδεση Νησιών – Προκλήσεις, Προτάσεις και μια χαμένη ευκαιρία
 
Ο μεγάλος αριθμός των νησιών της χώρας μας, σε συνδυασμό με την ευρεία διασπορά τους, καθιστούν αναγκαία την εξασφάλιση και διατήρηση της ικανοποιητικής μεταφορικής διασύνδεσης της νησιωτικής με την ηπειρωτική Ελλάδα αλλά και των νησιών μεταξύ τους, όπως επίσης και απαραίτητη για τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής, για την προώθηση των ίσων ευκαιριών στην απασχόληση αλλά και για Εθνικούς λόγους.

Είναι γενικά αποδεκτό και πρόδηλο ότι το σύστημα της μεταφορικής σύνδεσης της ενδοχώρας με τα νησιά αλλά και μεταξύ των νησιών, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, τόσο κατά την περίοδο της τουριστικής αιχμής όσο και κατά το χρονικό διάστημα που η ζήτηση περιορίζεται. Πέραν του εγγενούς ζητήματος της «εποχικότητας», υφίσταται κυρίως το πρόβλημα της έλλειψης ενός ολοκληρωμένου και ενιαίου συστήματος μεταφορών με κοινό σχεδιασμό, συντονισμό και παρακολούθηση (πλοία, αεροπλάνα, υδροπλάνα κλπ.).

Δεν υπάρχει τεκμηριωμένο και θεσμοθετημένο σύστημα καταγραφής αναγκών σύνδεσης (με ενεργή συμμετοχή και της τοπικής αυτοδιοίκησης) καθώς και μέτρησης της αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας των υφισταμένων υπηρεσιών, ενώ η χρήση των διαθέσιμων πόρων («χρηματοδότηση άγονων γραμμών») γίνεται με τρόπο μάλλον συγκυριακό, διαισθητικό και εν τέλει μη αποδοτικό.

Αξίζει επίσης να υπογραμμιστεί ότι η σχέση κόστους-ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών μεταφοράς επιβατών και αγαθών από και προς τα νησιά, παρά της σημαντικής βελτίωσης μετά την εφαρμογή του μέτρου του Μεταφορικού Ισοδυνάμου είναι ετεροβαρής υπέρ του κόστους (κυρίως σε ότι αφορά στο μεταφορικό κόστος των αγαθών), γεγονός που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο καθεστώς ολιγοπωλιακού χαρακτήρα και λόγω της μη υιοθέτησης μέτρων για τη δημιουργία συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού.

Σε ότι αφορά το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο για την ακτοπλοΐα (Ν.2932/2001 ως ισχύει), παρότι όταν τέθηκε σε εφαρμογή ήταν αρκετά καινοτόμο και λειτούργησε για αρκετά χρόνια ικανοποιητικά, πλέον δεν εξασφαλίζει αποτελεσματική αντιμετώπιση των προαναφερομένων προβλημάτων και χρήζει εκσυγχρονισμού, ανανέωσης και επικαιροποίησης, με τη θέσπιση τεκμηριωμένων και αναλογικών κανόνων και προδιαγραφών, κατόπιν ευρείας διαβούλευσης και επιστημονικής τεκμηρίωσης, με τη χρήση μεθόδων λήψης απόφασης βάσει μετρήσιμων δεδομένων και στοιχείων.

Επιπροσθέτως, σημαντικό ρόλο στην εφαρμογή ενός νέου ολοκληρωμένου συστήματος νησιωτικών μεταφορών πρέπει να έχει ένας ανεξάρτητος ερευνητικός και συμβουλευτικός φορέας που θα παρακολουθεί, θα καταγράφει και θα επεξεργάζεται συστηματικά τα αντίστοιχα στοιχεία και δεδομένα που αφορούν τις υπηρεσίες νησιωτικών μεταφορών και θα εκπονεί σε τακτικά χρονικά διαστήματα αναφορές με αποτελέσματα και προτάσεις προς το ανώτατο δυνατό επίπεδο λήψης αποφάσεων, με βασικό κριτήριο την εξασφάλιση του δικαιώματος του νησιώτη Έλληνα Ευρωπαίου πολίτη για την απρόσκοπτη μετακίνηση από και προς το νησί του καθώς και για ίσες ευκαιρίες για ευημερία και ανάπτυξη της νησιωτικής περιφέρειας, προασπίζοντας παράλληλα το δημόσιο συμφέρον και το Κοινοτικό κεκτημένο.

Ένα τέτοιο έργο θα μπορούσε να αναληφθεί από το Ερευνητικό Ινστιτούτο Νησιωτικής Πολιτικής, όπως συστάθηκε με το Νόμο 3852/2010 και τροποποιήθηκε με τον Ν. 4150/2013 και το οποίο προβλεπόταν  να ενεργεί ως σύμβουλος της Πολιτείας, για θέματα χάραξης και άσκησης πολιτικών ως προς τις νησιωτικές περιοχές και να συνεργάζεται με ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα και ερευνητικά ινστιτούτα της ημεδαπής και της αλλοδαπής, συντάσσοντας και υποβάλλοντας ετησίως έκθεση απολογισμού της δράσης του στον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων.

Δυστυχώς, προσφάτως το εν λόγω Ινστιτούτο καταργήθηκε με το Νόμο 4676/2020 και αντικαταστάθηκε από το Συμβούλιο Νησιωτικής Πολιτικής, το οποίο επί της ουσίας είναι μία επιτελική γνωμοδοτική επιτροπή που υποστηρίζεται διοικητικά και τεχνικά από Υπηρεσία του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής μειωμένης κατά τεκμήριο δυναμικής υπό όρους ανεξαρτησίας, αξιοπιστίας και αμεροληψίας σε σχέση με έναν φορέα όπως τουλάχιστον είχε προβλεφθεί να λειτουργεί το Ινστιτούτο.

Εν κατακλείδι, με καταργήσεις, συγχωνεύσεις και διοικητικές «ανασυνθέσεις» δεν επιτυγχάνεται Νησιωτική Πολιτική. Επιβάλλεται, λοιπόν, η υιοθέτηση ενός ολοκληρωμένου Στρατηγικού σχεδίου Νησιωτικής πολιτικής, το οποίο θα βελτιώνει, θα απλοποιεί τη ζωή των νησιωτών και θα είναι αποτέλεσμα μιας διαρκούς και αέναης διαβούλευσης (χρήστες, πάροχοι υπηρεσιών, κεντρική και περιφερειακή διοίκηση, εμπειρογνώμονες) και ταυτόχρονα προϊόν επιστημονικής επεξεργασίας και τεκμηρίωσης με ποιοτικά χαρακτηριστικά από έναν Ανεξάρτητο Φορέα, ο οποίος θα λειτουργεί με μοναδικό γνώμονα το «αύριο των νησιών μας».

Δημήτρης Μπιάγκης
Βουλευτής Κέρκυρας
Κίνημα Αλλαγής