2ο κύμα ante portas

2ο κύμα ante portas

Γράφει ο Δρ. Σπύρος Κουτάγιας*

03
Aυγούστου / 2020

Η αυξητική τάση των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων του κορονοϊού στην πατρίδα μας είναι πλέον πέραν κάθε αμφιβολίας. Είναι κοινή διαπίστωση ότι βρισκόμαστε στο ξεκίνημα ενός 2ου επιδημικού κύματος, που άλλωστε αναμένονταν και για την ώρα έχει ως κύρια χαρακτηριστικά την ήπια κλινική εικόνα και το χαμηλό αριθμό διασωληνωμένων ασθενών.

Ο αυξημένος αριθμός κρουσμάτων είναι ευθέως ανάλογος των χιλιάδων εργαστηριακών ελέγχων που διενεργούνται καθημερινά είτε στις πύλες εισόδου στη χώρα είτε σε μονάδες υγείας. Τα εισαγόμενα, όμως, κρούσματα ήταν αυτά που πυροδότησαν την νέα αυτή κατάσταση και άλλαξαν προς το χειρότερο τα επιδημιολογικά δεδομένα. Στη χώρα μας δεν καταφέραμε να καταγράψουμε την οριζόντια κινητικότητα των τουριστών, να ιχνηλατήσουμε ως δυνητικά κρούσματα αυτούς και τις στενές επαφές τους και κατ’ επέκταση να ελέγξουμε προβλέψιμα την αναμενόμενη διασπορά.

Η ανάγκη για οικονομική ανάκαμψη μέσω του τουρισμού αποδείχθηκε ισχυρή πλην όμως κοντόφθαλμη. Συνδυάστηκε με μια μάλλον στείρα, ανισόρροπη και μη προβλέψιμη εφαρμογή μιας σειράς υγειονομικών πρωτοκόλλων δίχως εκπαιδευτική επάρκεια ή κάποια άλλη προηγμένη επιτήρηση που θα περιόριζε τη διασπορά στην πηγή ή τέλος πάντων θα έκανε πλήρως αντιληπτή την πραγματική εικόνα του προβλήματος και όχι μόνο αυτή που καλλιεργήθηκε ώστε να μην θιγεί η υγειονομική διασφάλιση και το prestige κάθε προορισμού ξεχωριστά.

Είναι γεγονός ότι μέσω των πολλαπλών tests η πρόσφατη καταγραφή ασυμπτωματικών (ή με ήπια κλινική εικόνα)ατόμων, διαφέρει αντιδιαμετρικά από την  πολιτική των δειγματοληπτικών ελέγχων κατά το 1ο κύμα, όπου οι ασθενείς πρώτα εμφάνιζαν κάποια συμπτώματα όπως βήχα ή πυρετό, και αφού διέσπειραν, θορυβούνταν και ενίοτε αργοπορημένα οδηγούνταν, σε ένα νοσοκομείο για τον σχετικό έλεγχο. Σήμερα αυτό έχει ως αποτέλεσμα να ανακοινώνονται περίπου τα ίδια κρούσματα και νοσηλείες αλλά ο αριθμός των εισαχθέντων σε ΜΕΘ ή οι θάνατοι να παραμένουν σταθερά χαμηλοί. Με άλλα λόγια, τα εγχώρια κρούσματα κυριαρχούν και είναι αυτά που δίνουν τον παλμό ακολουθώντας μια παράλληλη πορεία με την καμπύλη των συνολικών κρουσμάτων. Είναι πλέον θέμα χρόνου και αποτελεσματικότητας της εφαρμογής περιοριστικών μέτρων αν τελικά μια ασυμπτωματική κρίσιμη μάζα οδηγήσει άτομα μεγάλης ηλικίας με υποκείμενα νοσήματα στην ίδια προδιαγεγραμμένη πορεία όπως τον περασμένο Μάρτη.

H θέση περί εξασθένισης του ιού δεν τεκμηριώνεται από ερευνητικής πλευράς καθώς τα ποσοστά με τα οποία κάποιος εκδηλώνει ή όχι συμπτώματα ή εισάγεται σε ΜΕΘ ή καταλήγει είναι παγκοσμίως σταθερά. Ο περιορισμός της εξάπλωσης του ιού επιτεύχθηκε με τον επίπονο εγκλεισμό μας και διατηρήθηκε εξαιτίας μιας σειράς εποχικών παραγόντων που αναστέλλουν την ανάπτυξή του όπως, η κοινωνική και μάλλον αποστασιοποιημένη συναναστροφή σε ανοιχτό εξωτερικό περιβάλλον, η ύπαρξη υψηλότερων θερμοκρασιών και μειωμένης υγρασίας στην ατμόσφαιρά και η επίδραση της υπεριώδους ακτινοβολίας του ήλιου στις επιφάνειες. Και όλα αυτά τη στιγμή που δύο ακόμα πραγματικότητες μας δίνουν μια επιπλέον αίσθηση ασφάλειας ότι δηλαδή, οι ευπαθείς ομάδες προστατεύονται περισσότερο συνειδητά και ενεργητικά και ότι είμαστε περισσότερο ευαισθητοποιημένοι στην εφαρμογή των μέτρων ατομικής προστασίας.

Σε αυτή τη συγκυρία και πάλι όλοι οι θεσμικοί φορείς μιλάνε για την ατομική ευθύνη και συμμόρφωση που πρέπει να επιδεικνύουν οι πολίτες στα μέτρα ατομικής προστασίας. Από την άλλη πλευρά ο απλός πολίτης γίνεται μάρτυρας μιας σειράς από πολιτικές παλινωδίες σχετικά με τις κατά καιρούς ανακοινώσεις π.χ. για την επικινδυνότητα της χρήσης της μάσκας για την οποία ειδικά τώρα, που τη χρειαζόμαστε ως ένα αποδεδειγμένα αποτελεσματικό όπλο, να δημιουργείται μια λανθασμένη εικόνα. Επιπρόσθετα, η εφαρμογή μέτρων δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, δηλαδή άλλα να ισχύουν μετά προστίμου για Έλληνες και άλλα για τουρίστες μετά συστάσεων τύπου αστικής ευγένειας ή άλλα να ισχύουν αν θα πάει κάποιος σε ένα κατάστημα και άλλα στις αερομεταφορές, σε χώρους θρησκευτικής λατρείας ή σε πολιτικές συναθροίσεις. Τέλος, το προσωπικό παράδειγμα των πολιτικών είναι κυρίαρχο σε αυτές τις περιπτώσεις με αποτέλεσμα αν είναι, που είναι, λανθασμένο να μην επικρατεί η αίσθηση του δικαίου και οι πολίτες να αντιδρούν.

Έτσι ένα κράτος που αδυνατεί να επιβάλει τα μέτρα που θεσπίζει, οφείλει να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στρέφοντας το βλέμμα του σε επιστημονικές και περισσότερο τεχνοκρατικές προσεγγίσεις και λιγότερο σε διοικητικά μέτρα που προκαλούν ένα ήδη οικονομικά ταλαιπωρημένο λαό. Προς την ίδια κατεύθυνση οφείλει να ενισχύσει, κατ’ ουσία και όχι στα λόγια, το δημόσιο Σύστημα Υγείας σε έμψυχο δυναμικό με βάσει τα υφιστάμενα οργανογράμματα των Νοσοκομείων και να εξασφαλίσει τον κατάλληλο εξοπλισμό σε πλήρη λειτουργία.

Είναι για παράδειγμα ακατανόητη η εξασφάλιση συσκευών μοριακού ελέγχου για τον κορωνοϊό όταν για λειτουργήσουν θα πρέπει ως επαίτες να αναζητήσουμε αντιδραστήρια από δωρητές και που μέχρι να έρθουν οι πολίτες θα έχουν πληρώσει βαρύ οικονομικό τίμημα στις υφιστάμενες ιδιωτικές δομές δίχως καν την αρωγή του ασφαλιστικού τους φορέα. Τέλος, η προάσπιση του κοινωνικού κράτους, το οποίο θα παίξει καθοριστικό ρόλο το βαρύ χειμώνα που έρχεται, αποτελεί επίσης ένα μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης το οποίο δεν έγινε αντιληπτό μέσα από μεταθέσεις τις οφειλών και το πενιχρό επίδομα ειδικού σκοπού, όταν την ίδια ώρα στα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη η κοινωνική μέριμνα εξακολουθεί να γίνεται αντιληπτή μέσω γενναίων οικονομικών ενισχύσεων σε επιχειρήσεις και εργαζόμενους.

Πολύς ντόρος γίνεται για την υποχρεωτική χρήση της μάσκας σε εσωτερικούς χώρους. Εδώ το πρόβλημα είναι και πάλι κεντρικό καθώς οι κεντρικές πολιτικές επιλογές ήταν περισσότερο επικοινωνιακές και λιγότερο εκπαιδευτικές κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού και μετά. Είναι γεγονός ότι ενώ δαπανήθηκαν μεγάλα κονδύλια στα ΜΜΕ, χάθηκε πολύτιμος χρόνος για την εκπαίδευση των πλατιών λαϊκών μαζών και των επαγγελματικών ομάδων στην ορθή χρήση του προστατευτικού εξοπλισμού. Παράλληλα, υπήρξε και υπάρχει εμφανής και μεγάλη αισχροκέρδεια στα διάφορα είδη προστατευτικού εξοπλισμού όπως για παράδειγμα στις ιατρικές μάσκες όπου η τιμή τους έχει αυξηθεί από 600 έως 1.200% ανά τεμάχιο. Εδώ θεσμικοί φορείς όπως το Τμήμα Παρατηρητηρίων Τιμών της Διεύθυνσης Ελέγχων και Παρατηρητηρίων (Δ.Ι.Ε.Π.Π.Υ.) και η Επιτροπή Ανταγωνισμού (Ομάδα Κρούσης κατά ανταγωνιστικών πρακτικών λόγω Covid-19) θα έπρεπε ήδη να έχουν επέμβει για την προάσπιση της δημόσιας υγείας και των επαγγελμάτων υγείας.

Αναφορικά με τη χρήση μάσκας είναι καλό να γνωρίζουμε τις Οδηγίες των Κέντρων Ελέγχου Λοιμώξεων και Πρόληψης των Ηνωμένων Πολιτειών σύμφωνα με τις οποίες η χρήση της μάσκας μπορεί να μην είναι δυνατή για ορισμένα άτομα και σε ορισμένες περιπτώσεις να επιδεινώσει μια κατάσταση σωματικής ή ψυχικής υγείας, να οδηγήσει σε ιατρική κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή να προκαλέσει σημαντικά προβλήματα ασφάλειας. Μάσκες δεν πρέπει να φέρουν παιδιά κάτω των 2 ετών, άτομα με αναπνευστικά προβλήματα, αναίσθητα άτομα ή άτομα που έχουν αδυναμία αφαίρεσης της μάσκας χωρίς βοήθεια, άτομα με προβλήματα ακοής ή που βασίζονται στο χειρισμό με τα χείλη για να επικοινωνήσουν, με διανοητική και αναπτυξιακή αναπηρία, με ψυχικές νόσους ή άλλες αισθητηριακές ευαισθησίες καθώς και όσοι κάνουν σπορ.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις είναι σημαντική η τήρηση φυσικής απόστασης μεγαλύτερης των δύο μέτρων. Για τους εργαζόμενους σε περιβάλλον όπου οι μάσκες μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο μιας ασθένειας που σχετίζεται με τη θερμότητα ή να προκαλέσουν ανησυχίες για την ασφάλεια λόγω της εισαγωγής κινδύνου, χρειάζονται εργασιακές προσαρμογές και εναλλακτικές λύσεις ώστε στους χώρους εργασίας να υπάρχει καλός εξαερισμός, ανταλλαγή με νωπό αέρα και σωστή χωροθέτηση για την τήρηση αποστάσεων. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις η χρήση της μάσκας είναι ασφαλής αρκεί η χρήση της να είναι λελογισμένη στο βαθμό ανοχής του φέροντα.

Αναλογιζόμενοι την «τσιόδρια» ρήση στις αρχές του 1ου κύματος θα λέγαμε ότι και σήμερα «χρειαζόμαστε περισσότερο χρόνο και περισσότερα επιστημονικά δεδομένα…» ώστε περί τα μέσα του Αυγούστου να έχουμε μια περισσότερο ασφαλή εκτίμηση για αυτό το εξελισσόμενο και προ των πυλών 2ο επιδημικό κύμα του κορωνοϊού. Ένα κύμα που μας βρίσκει περισσότερο έτοιμους να αντιμετωπίσουμε την ιατρική του φύση αλλά ακόμα ανέτοιμους για να διαχειριστούμε ψυχολογικά το κοινωνικοοικονομικό περιτύλιγμά του. Και εδώ είναι μια παραπάνω δυσκολία γιατί αν για το πρώτο χρειάζεται ατομική ευθύνη, για το δεύτερο χρειάζεται συλλογική η οποία απαιτεί σύνθεση και αλληλεγγύη.

 
* Ο Σπύρος Κουτάγιας είναι Οδοντίατρος-Προσθετολόγος, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Freiburg Γερμανίας