«Έφυγε» η τελευταία επιζήσασα του Άουσβιτς

«Έφυγε» η τελευταία επιζήσασα του Άουσβιτς

Η Ρεβέκκα Ααρών και μια αφήγηση ντοκουμέντο στο εμβληματικό «Εxit» του Π. Περιστέρη

ΚΕΡΚΥΡΑ. Το κλείσιμο της τελευταίας σελίδας ενός εκ των πιο δραματικών κεφαλαίων της νεότερης κερκυραϊκής ιστορίας,

28
Δεκεμβρίου / 2018

έλαβε χώρα, εντός των εορτών… 
Ρεβέκκα Ααρών. Η τελευταία επιζήσασα του ολοκαυτώματος του Β’ Παγκοσμίου, της τραγικής μοίρας της εβραϊκής κοινότητας της Κέρκυρας, στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. «Έφυγε». Πλήρης ημερών - στα 14 ήταν τότε, το μαρτυρικό ‘44. Και πλέον, ετούτο το κεφάλαιο, έμεινε πια, χωρίς ανάσα ζώσα, μονάχα με τις καταγεγραμμένες μνήμες. 
Η μία, δική της. Προ ετών, στο περιοδικό «EXIT» - του Παναγιώτη Περιστέρη (από εκεί και η φωτό, με τον σύζυγό της). «Κάποιος θα πρέπει να βγει να πει τι τραβήξαμε όλοι εμείς οι Κερκυραίοι στο Άουσβιτς», έλεγε. «Τους δικούς μας τους έκαιγαν στο κρεματόριο αριθμ. 9, το οποίο αργότερα ανατίναξε ο Μπαρούχ, που είχε πολεμήσει και στην Αλβανίας». 


 
Και τα πριν; Η αφήγηση, συνέχιζε νερό: «Όλες οι προκηρύξεις που κυκλοφόρησαν οι Γερμανοί και υπέγραψαν οι συνεργάτες τους, τυπώθηκαν στην Κέρκυρα. Στην αρχή είχαν μια πινακίδα που έγραφε “Εβραίοι” και έπρεπε να βάζουν οι Εβραίοι σε όλα τους τα μαγαζιά, για να μην μπαίνει κανένας μέσα. Ο πατέρας μου, ο άχαρος, την είχε πίσω απ’ την πόρτα, κορνιζαρισμένη. Κάποια μέρα ένας άνθρωπος ήρθε με δυο Γερμανούς στρατιώτες και του λέει: “Πού έχεις την προκήρυξη;” “Πίσω από την πόρτα” λέει αυτός. “Όχι”, του απαντά, “πρέπει να τη βάλεις μπροστά, γιατί απαγορεύεται να μπαίνουν οι Γερμανοί σε εβραϊκά μαγαζιά, δεν πρέπει να ψωνίζουν από εσάς”. Εμένα, που ήμουν μπροστά, τόσο πολύ μου στοίχισε, που έκατσα σε μια άκρη, μαζεμένη και καταφοβισμένη. Ύστερα, ο πατέρας μου είπε ότι ο άνθρωπος αυτός με το ξεροκάπελο, ήταν ο Κόλλας, ο Δήμαρχος…». 
Mε τον κερκυραϊκό λαό στην πλειονότητά του να στέργει στο δράμα των Εβραίων, η κ. Ααρών, θυμόταν και την, επί πενταετία φιλοξενία της φαμίλιας της σ’ ένα σπίτι, στους Σιναράδες. «Είχαμε συνεννοηθεί μ’ ένα πολύ καλό παιδί, τον Κώστα τον Χυτήρη και μας έφερνε ένα ψωμί την ημέρα. Όταν ήρθαν οι Γερμανοί, αν μας ανακάλυπταν, θα έκαιγαν το χωριό. Κατεβήκαμε από τους τελευταίους στην πόλη για να παραδοθούμε…». 
Ήταν, πια Ιούνιος του ’44 - μάζεμα στο Φρούριο, η αντίστροφη μέτρηση. «Είχανε ένα τραπέζι, στην κάτω πλατεία, εκεί που είναι οι άμαξες. Ήταν δικοί μας και Γερμανοί, που έγραφαν. Μεταξύ αυτών, ήταν και ο Πατρίκιος (σ.σ. αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας και δεξί χέρι του αστυνομικού διευθυντή, Δεδόπουλου). Όταν από το ΕΑΜ χτύπησαν τον εικονικό συναγερμό, ο Πατρίκιος πήρε από έναν Γερμανό το οπλοποληβόλο και γύρισε προς εμάς: “Μην κουνηθεί κανείς, σας έφαγα. Πυροβολώ!” Εμείς σταθήκαμε εκεί και δεν φύγαμε, ενώ θα μπορούσαν να φύγουν και 50 και 100 και να γλιτώσουν…» 
Eκτιμάται πως, συνολικά, μεταξύ 11 και 15 Ιουνίου, περίπου 1.800 Εβραίοι της Κέρκυρας εκτοπίστηκαν στο Άουσβιτς (κι αλλού), μέσω Λευκάδα, Πάτρας, Αθήνας, Πειραιά. Χοντρικά, το 90% της τότε εβραϊκής κοινότητας. Επέζησαν ελάχιστοι, ούτε καν 200. Κι απ’ αυτούς, ακόμη λιγότεροι επέστρεψαν στην Κέρκυρα. Η Ρεβέκκα Ααρών ήταν μία εξ αυτών. Ήταν… Η τελευταία επιζήσασα…  
 

ΗΛΙΑΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ