Το Δημοτικό Θέατρο ως εικόνισμα: Τι πραγματικά νοσταλγεί η Κέρκυρα
Δεν ήταν απλώς ένα αντίγραφο της Σκάλας του Μιλάνου ούτε μόνο ένα θύμα των βομβαρδισμών. Το παλιό Δημοτικό Θέατρο υπήρξε η αριστοκρατική κληρονομιά που οικειοποιήθηκε ο λαουτζίκος και η απώλειά του εξακολουθεί να στοιχειώνει την κερκυραϊκή αυτοεικόνα.

Το παλιό Δημοτικό Θέατρο της Κέρκυρας δεν είναι απλώς ένα χαμένο κτήριο. Είναι ένας τρόπος με τον οποίο η πόλη αφηγείται τον εαυτό της.
Το θέατρο δεν υπήρξε δημιούργημα της αστικής τάξης, όπως συνέβη σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις. Υπήρξε η ύστατη πολιτισμική χειρονομία της κερκυραϊκής αριστοκρατίας, κληρονόμου της βενετσιάνικης παράδοσης, η οποία θεωρούσε ότι η εξουσία όφειλε να περιβάλλεται από μεγαλοπρέπεια και υψηλή αισθητική. Το αντίγραφο της Σκάλας του Μιλάνου δεν κατασκευάστηκε για τον λαουτζίκο. Κι όμως, με το τέλος της μοναρχίας και τις κοινωνικές ανακατατάξεις του Μεσοπολέμου, ήταν ο λαουτζίκος που το οικειοποιήθηκε.
Μπορεί το επίπεδο του ρεπερτορίου να υποχώρησε σύμφωνα με τα κριτήρια των παλαιών ελίτ. Όμως οι απλοί Κερκυραίοι ένιωσαν ότι κληρονόμησαν μια πολιτισμική υποδομή ανώτερη από τις κοινωνικές και οικονομικές τους δυνατότητες. Δεν απαίτησαν ένα «λαϊκό» θέατρο προσαρμοσμένο στα μέτρα τους. Διεκδίκησαν το δικαίωμα να κατοικήσουν μέσα σε μια αισθητική που είχε σχεδιαστεί για τους λίγους και να τη μετατρέψουν σε κοινό αγαθό.
Ίσως γι' αυτό ακόμη και σήμερα φωτογραφίες του παλιού Θεάτρου συναντώνται σε κουρεία, μηχανουργεία και χασάπικα της Παλιάς Πόλης. Όχι στα σαλόνια των απογόνων των αρχόντων, αλλά στους χώρους της καθημερινής εργασίας. Σαν εικόνισμα. Όχι μιας χαμένης αριστοκρατίας, αλλά μιας συλλογικής αυτοεκτίμησης.
Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι το Θέατρο δεν χάθηκε αποκλειστικά από τον πόλεμο. Το κέλυφός του είχε διασωθεί σε βαθμό που επέτρεπε διαφορετικές επιλογές. Η μεταπολεμική Κέρκυρα επέλεξε να μην το αποκαταστήσει. Ο Σακελλάριος εμφανίστηκε αργότερα, εκφράζοντας έναν εκσυγχρονισμό που είχε ήδη αποφασίσει να διακόψει τη μορφολογική συνέχεια της πόλης. Δεν υπήρξε ο δήμιος, αλλά ο αρχιτέκτονας μιας ήδη ειλημμένης απόφασης.
Σήμερα, η συζήτηση για το New European Bauhaus αποκτά απρόσμενη επικαιρότητα. Η Ευρώπη αναρωτιέται πώς οι πόλεις μπορούν να παραμείνουν βιώσιμες χωρίς να χάσουν τη μνήμη τους. Η Κέρκυρα θέτει το ίδιο ερώτημα με διαφορετικούς όρους: μπορεί μια κοινωνία να διατηρήσει ζωντανή την αισθητική συνέχεια που τη συγκροτεί χωρίς να την παγώσει σε μουσείο;
Ίσως τελικά αυτό να θρηνούν οι Κερκυραίοι. Όχι μόνο ένα κτήριο, αλλά μια χαμένη δυνατότητα: να συνεχίσουν να γίνονται κληρονόμοι μιας ομορφιάς που θεωρούσαν ότι τους ανήκει.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.


