Ποιος ο ρόλος της Κέρκυρας και ποιος της Ηγουμενίτσας στο «κυνήγι» των υδρογονανθράκων
Ποιο λιμάνι θα αναλάβει την απαραίτητη υποστήριξη αυτής της διαδικασίας στο βορειοδυτικό άκρο της χώρας;
ΚΕΡΚΥΡΑ. Η τύχη της περιοχής σε σχέση με την εξόρυξη υδρογονανθράκων μπορεί να μην βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα, ωστόσο υπάρχει, τουλάχιστον για τους ντόπιους, στο πίσω μέρος του μυαλού. Οι σκέψεις αυτές γίνονται ολοένα και πιο πραγματικές και λιγότερο προϊόν ευαίσθητης φαντασίας, λόγω της προόδου της υπόθεσης. Μόλις πρόσφατα υπογράφηκαν οι συμβάσεις μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Κοινοπραξίας Chevron–HELLENiQ Energy για την έναρξη ερευνών στα θαλάσσια blocks «Νότια Πελοπόννησος», «Α2», «Νότια της Κρήτης Ι» και «Νότια της Κρήτης ΙΙ». Αναπόφευκτα, επικαιροποιήθηκε η συζήτηση για τον κομβικό ρόλο της χώρας και του συγκεκριμένου θαλάσσιου δρόμου, ο οποίος άλλωστε περιλαμβανόταν στις γεωπολιτικές αναλύσεις των τελευταίων τριών δεκαετιών.
Ο λόγος γίνεται για τον κάθετο διάδρομο φυσικού αερίου, που αποτελείται από τις υποδομές υποδοχής και επαναεριοποίησης υγροποιημένου φυσικού αερίου (ΥΦΑ) στη χώρα και τους διασυνδετήριους αγωγούς προς τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Πρόκειται για μια στρατηγική που προβάλλεται ως βασική επιλογή υποκατάστασης του ρωσικού φυσικού αερίου, το οποίο, σύμφωνα με το ισχύον ευρωπαϊκό πλαίσιο, θα πάψει να εισάγεται στην ΕΕ έως το τέλος του 2027.
Την ίδια περίοδο αναμένεται και το επόμενο βήμα, αυτό της ερευνητικής γεώτρησης στο «Οικόπεδο 2» στο Ιόνιο από την Κοινοπραξία ExxonMobil–Energean–HELLENiQ Energy.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο αναδύεται το ερώτημα για την αλλαγή στη φυσιογνωμία της περιοχής: ποιο λιμάνι θα αναλάβει την απαραίτητη υποστήριξη αυτής της διαδικασίας στο βορειοδυτικό άκρο της χώρας; Ένα ερώτημα που δεν είναι ρητορικό και συνοδεύεται από ένα δεύτερο, σχεδόν «υπαρξιακό»: κατά πόσο μπορούν να συνυπάρξουν τα πρότυπα της υψηλής τουριστικής εκμετάλλευσης με εκείνα των βιομηχανικών και ενεργειακών υπηρεσιών.
Και καθώς ο ιδιωτικός τουριστικός τομέας έχει στραμμένο το ενδιαφέρον του σε ολόκληρη την παραλιακή ζώνη της Κέρκυρας, από τα Μουράγια έως το Ποτάμι, ενώ ο παραχωρησιούχος στην Ηγουμενίτσα παρουσιάζει ένα master plan που δύσκολα χαρακτηρίζεται τουριστικών προτεραιοτήτων, εύλογα δημιουργούνται ανησυχίες στους τοπικούς και γειτονικούς θεσμούς, οι οποίοι αντιδρούν στην αποδοχή του.
Αν ξεκινήσουν εξορύξεις υδρογονανθράκων (όπως φυσικού αερίου) δυτικά της Κέρκυρας, στην περιοχή του Block 2 περίπου 30 χιλιόμετρα από το νησί, για την υποστήριξη των πλοίων εξοπλισμού, ανεφοδιασμού και γεωτρήσεων δεν υπάρχει σήμερα στην Κέρκυρα τεκμηριωμένη και επαρκής υποδομή ειδικά σχεδιασμένη για offshore δραστηριότητες. Το λιμάνι της Κέρκυρας παραμένει κυρίως επιβατικό, τουριστικό και εμπορικό, με έμφαση στην ακτοπλοΐα και την κρουαζιέρα, χωρίς εξειδικευμένες εγκαταστάσεις μεγάλης κλίμακας για την υποστήριξη εξορύξεων.
Αντίθετα, το λιμάνι της Ηγουμενίτσας συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα εμπορικά και μεταφορικά λιμάνια της χώρας, με δυνατότητα εξυπηρέτησης φορτηγών, γενικού φορτίου, δεξαμενόπλοιων και υποστηρικτικών σκαφών. Στο Δελτίο Τύπου του ΟΛΗΓ για το Νέο Master Plan 2025 καταγράφονται συγκεκριμένα στοιχεία που ενισχύουν ή εξειδικεύουν την υποστηρικτική του ικανότητα, ώστε να μπορεί να λειτουργήσει ως βάση εφοδιασμού και logistics hub για δραστηριότητες στο Ιόνιο, πέραν της ακτοπλοΐας.
Ωστόσο, το κείμενο του ΟΛΗΓ δεν αναφέρει ρητά ότι η Ηγουμενίτσα προορίζεται ως βάση ανεφοδιασμού γεωτρήσεων. Το master plan, όπως παρουσιάζεται, ενισχύει γενικά τις υποδομές —σε τομείς όπως τα logistics, τα καύσιμα, η ηλεκτροδότηση και οι χώροι αποθήκευσης— που αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για έναν υποστηρικτικό ρόλο, χωρίς όμως να τεκμηριώνει από μόνο του ότι η πόλη «ορίζεται» ως βασικό offshore supply base.
Ο σύγχρονος «ενεργειακός διάδρομος» —αγωγοί, λιμάνια, κάθετοι άξονες και δίκτυα logistics— μπορεί να ιδωθεί ως γεωοικονομική αναβίωση, σε νέα μορφή, του παλαιού εμπορικού άξονα Τεργέστη–Κέρκυρα–Πάτρα–Σύρα του 18ου και 19ου αιώνα. Όχι ως απλή αντιγραφή, αλλά ως επανάχρηση του ίδιου γεωγραφικού «σκελετού» ισχύος. Όταν αλλάζει το παγκόσμιο σύστημα, αναβιώνουν και οι παλιοί διάδρομοι. Σήμερα, η Κέρκυρα βρίσκεται περισσότερο «δίπλα» στον νέο ενεργειακό άξονα παρά «πάνω» σε αυτόν. Τείνει να λειτουργεί περισσότερο ως «Νίκαια της Αδριατικής» παρά ως «Τεργέστη του 21ου αιώνα».
Τον 18ο και 19ο αιώνα, η Κέρκυρα και η Ηγουμενίτσα είχαν εντελώς διαφορετική φυσιογνωμία: η Κέρκυρα λειτουργούσε ως κομβικό εμπορικό, ναυτιλιακό και διοικητικό κέντρο της Δυτικής Μεσογείου, ενταγμένο στους μεγάλους θαλάσσιους δρόμους που συνέδεαν την Αδριατική με την Ανατολή, ενώ η Ηγουμενίτσα ήταν μια μικρή παράκτια κοινότητα χωρίς ιδιαίτερη οικονομική βαρύτητα. Σήμερα, οι ρόλοι τείνουν να αντιστραφούν. Η Κέρκυρα έχει παγιωθεί ως διεθνής τουριστικός και πολιτιστικός προορισμός με περιορισμένη βιομηχανική και διαμετακομιστική λειτουργία, ενώ η Ηγουμενίτσα, χάρη στις οδικές της συνδέσεις, στη λιμενική αναβάθμιση και στη γεωστρατηγική της θέση, διαθέτει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να εξελιχθεί σε βασικό κόμβο μεταφορών και ενέργειας στη Δυτική Ελλάδα, αναλαμβάνοντας τον ρόλο που άλλοτε είχε η Κέρκυρα στον χώρο του Ιονίου.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.
