Τετάρτη 07.01.2026 ΚΕΡΚΥΡΑ

Πώς αισθάνονται οι επαγγελματίες υγείας;

ΣΤΗΛΗ/TΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΙ ΕΙΝΑΙ
02 Ιανουαρίου 2026 / 14:48
ΚΩΣΤΑΣ ΣΠΙΓΓΟΣ

«... Η ιδέα ότι η ενασχόληση με τα βαριά ανθρώπινα είναι κάτι το επώδυνο εύκολα μπορεί να αντανακλά μια πολιτισμικά επηρεαζόμενη παρεξήγηση τόσο του πόνου όσο και του νοήματος».

… Και πώς αισθάνονται, γενικότερα, οι συστηματικά ασχολούμενοι με την βαριά πλευρά της ύπαρξης, οι φιλόσοφοι, οι ποιητές, οι δικαστές, οι ιερείς, οι εργαζόμενοι στα νεκροταφεία ή στις φυλακές;

Ας επικεντρωθούμε στα επαγγέλματα υγείας. Μια συχνή –και ίσως η κυρίαρχη– άποψη γύρω από την Ιατρική, αλλά και γενικότερα γύρω από τα θεραπευτικά επαγγέλματα, τονίζει το συναισθηματικό φορτίο της: συνεχής έκθεση στον ανθρώπινο πόνο, εγγύτητα στον θάνατο, συσσώρευση ανθρώπινων ιστοριών που αφορούν μη αναστρέψιμες απώλειες και βαριά συναισθήματα ασθενών και των οικείων τους. Θεωρείται αυτονόητο ότι αυτό το βάρος διαβρώνει αναπόφευκτα την εσωτερική ισορροπία μας και μπορεί να μας οδηγεί σχεδόν φυσιολογικά σε υπαρξιακή απόγνωση ή κατάθλιψη.

Αυτή η πεποίθηση αξίζει μια πιο προσεκτική εξέταση, διότι η ιδέα ότι η ενασχόληση με τα βαριά ανθρώπινα είναι κάτι το επώδυνο εύκολα μπορεί να αντανακλά μια πολιτισμικά επηρεαζόμενη παρεξήγηση τόσο του πόνου όσο και του νοήματος.

Όντως, το να ασκεί κανείς ένα κλινικό επάγγελμα υγείας σημαίνει ότι παρεμβαίνει ακριβώς στις στιγμές όπου η ανθρώπινη ευαλωτότητα εκδηλώνεται στο μέγιστο δυνατό βαθμό της. Ωστόσο, ως προς το να γίνεται κανείς μάρτυρας του ανθρώπινου πόνου, υπάρχει μια βαθιά διαφορά ανάμεσα στο να μπορεί ή όχι να κάνει κάτι γι’ αυτόν. Η αρρώστια και ο θάνατος δεν προκαλούνται από τους κλινικούς· είναι εγγενή στοιχεία της ανθρώπινης κατάστασης που έρχεται να τους συναντήσει. Ο γιατρός δεν είναι εκείνος που εισάγει τη νοσηρότητα και τη θνητότητα στον κόσμο· όχι μόνο τη συναντά εκεί όπου ήδη υπάρχει, αλλά ο ρόλος του είναι να προσπαθήσει να κάνει κάτι για να τη μετριάσει. Έτσι, η ιατρική, στον πυρήνα της, δεν είναι παθητική παρατήρηση τραγωδιών, αλλά ενεργή αντιπαράθεση μαζί τους.

Το να συγχέει κανείς την μαρτυρία μιας κατάστασης με τη μάχη εναντίον της αποτελεί αναλυτικό σφάλμα. Αν το κάνουμε και οι ίδιοι εμείς, παρασυρόμενοι από την κοινή εκδοχή περί συμπόνοιας και ξεχνώντας τον ξεχωριστό ρόλο που μπορούμε να παίξουμε, εύκολα οδηγούμαστε τελικά σε συναισθηματική παράλυση, σαν να ξεχνάμε την εκπαίδευση και το ρόλο μας και να επιστρέφουμε στην παιδική μας ηλικία.

Αναλόγως του πόσο βαριά, τελική ή σύνθετη είναι μια περίπτωση της αρρώστιας, η παρέμβαση και δράση μπορεί να εστιαστεί στην αποκατάσταση ή βελτίωση της λειτουργικότητας, στην παράταση της ζωής, στην ανακούφιση του πόνου ή κάποτε έστω στην προσφορά διαύγειας και παρουσίας. Η δράση μετασχηματίζει την απόγνωση σε νόημα και αυτό είναι που θετικοποιεί τα συναισθήματα. Ακόμη κι όταν η ίαση είναι αδύνατη, η φροντίδα δεν είναι – κι η φροντίδα, από μόνη της, είναι μια βαθιά καταφατική προς τη ζωή πράξη.

Με την παραπάνω έννοια, η τάση αποφυγής, θλίψης ή υπαρξιακής καταπίεσης όχι μόνο δεν είναι εγγενής των επαγγελμάτων υγείας, αλλά σκεδάζεται και υπερνικάται ακριβώς εξαιτίας της φυσης τους.

Προεκτείνοντας, μπορούμε να πούμε πως η ιατρική και το υπαρξιακό κενό είναι θεμελιωδώς ασύμβατα. Ο γιατρός στέκεται καθημερινά στο σημείο τομής της ευθραυστότητας και της ελπίδας, του ορίου και της προσπάθειας. Κάθε συνάντηση με ασθενή, όσο δυσοίωνη κι αν είναι η πρόγνωσή του, επικυρώνει ότι κάτι μπορεί να γίνει, έστω και αν αυτό το «κάτι» είναι μικρό. Η συμμετοχή σε αυτή τη διαδικασία δεν είναι τότε κατάρα, αλλά μια σπάνια μορφή προνομίου.

Ας σημειωθεί ότι η συμπόνοια δεν κοστίζει ως προς το νόημα και μάλλον το αποκαλύπτει, αρκεί όμως να υπάρχει έστω και σε κάποιο βαθμό, αλλιώς πράγματι, η ρομποτικού τύπου άσκηση μιας εντελώς άπονης ιατρικής μπορεί να αγγίξει τα όρια του ναρκισσισμού ή ακόμη και του σαδισμού. Η ιατρική δεν ωφελείται ούτε από την συναισθηματική αναισθησία ή την άρνηση, αλλά μας προσκαλεί συνεχώς σε μια στάση πειθαρχημένης συμπόνοιας, θεμελιωμένης στην αποδοχή της πραγματικότητας όπως είναι — σκληρής, πεπερασμένης, αλλά πάντοτε ανοιχτής σε κάποια μορφή βελτίωσης.

Σε αυτή την υπαρξιακή στάση βρίσκουμε την κατά το δυνατόν εντιμότερη απέναντι στη ζωή δικαίωσή μας, τόσο οι γιατροί όσο και ευρύτερα όμως, όλοι όσοι βιώνουμε μια δύσκολη κατάσταση ανθρώπων γύρω μας.

ΚΩΣΤΑΣ ΣΠΙΓΓΟΣ

Ο Κωνσταντίνος Χρ. Σπίγγος γεννήθηκε το 1971 στον Πειραιά, μεγάλωσε στο Χαϊδάρι και ζει στην Κέρκυρα. Είναι νευρολόγος, απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, ενώ ειδικεύτηκε στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Γεώργιος Γεννηματάς» και στο Ινστιτούτο Νευρολογίας του Λονδίνου. Έχει δεκάδες διεθνείς και ελληνικές επιστημονικές δημοσιεύσεις.Συμμετέχει στο καθημερινό κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι με διαλέξεις, άρθρα γνώμης και δημόσιες παρεμβάσεις. Εκτός από την παρούσα εβδομαδιαία στήλη, είναι παραγωγός του ραδιοφωνικού ενθέτου «Επισυνάψεις» στον Κύμα FM 90,3 και συγγραφέας του δοκίμιου εκλαϊκευμένης νευροεπιστήμης «Γνωστικός και ψυχικός εγκέφαλος» (ιδιοέκδοση 2014), της συλλογής έμμετρου και πεζού λόγου «Χρήζεις προστασίας» (εκδόσεις ΑΛΔΕ 2018), της συλλογής δοκιμίων φιλοσοφικού χαρακτήρα «Επισυνάψεις» (ιδιοέκδοση 2019), της ποιητικής συλλογής «Καλούπια αναπνοών» (ιδιοέκδοση 2021), της ποιητικής συλλογής «Οδηγός ισοβιτών του φθινοπώρου» (εκδόσεις Carpe Librum 2023) και του μυθιστορήματος «Εορταστικό Πρόγραμμα» (εκδόσεις Carpe Librum 2025). Επικοινωνία: [email protected]