Συνέπειες του ελληνοαλβανικού Μνημονίου στην Ελληνική Εθνική Μειονότητα της Αλβανίας
Μια τέτοια συμφωνία πλήττει δυσανάλογα εκείνους που βρίσκονται πάνω στη γη υψηλής αξίας και ταυτόχρονα διαθέτουν τα πιο αδύναμα νομικά εργαλεία για να την υπερασπιστούν.
ΚΕΡΚΥΡΑ. Η υπογραφή του Μνημονίου Συνεργασίας μεταξύ του Υπερταμείου και του Albanian Investment Corporation παρουσιάστηκε ως μια ακόμη σελίδα «εξωστρέφειας», τεχνογνωσίας και κοινής ανάπτυξης. Στον επίσημο λόγο, πρόκειται για ένα εργαλείο που θα φέρει κεφάλαια, θα οργανώσει την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και θα εντάξει την Αλβανία πιο ομαλά σε ένα ευρωπαϊκό οικονομικό περιβάλλον. Όμως, όπως συχνά συμβαίνει, η πραγματικότητα κρίνεται όχι στις διακηρύξεις αλλά στον τόπο εφαρμογής τους.
Η νοτιοδυτική Αλβανία —η Χειμάρρα, οι Άγιοι Σαράντα, η αλβανική Ριβιέρα— δεν είναι απλώς γεωγραφία υψηλής τουριστικής αξίας. Είναι χώρος ιστορικής παρουσίας της ελληνικής εθνικής μειονότητας. Είναι γη με μνήμη, με οικογενειακές συνέχειες, με περιουσίες που συχνά δεν καταγράφονται με τη γλώσσα των σύγχρονων τίτλων αλλά με εκείνη της βιωμένης ιδιοκτησίας.
Το νεοφιλελεύθερο δόγμα που διαπερνά τέτοιες συμφωνίες δεν βλέπει τη γη ως τόπο, αλλά ως asset· όχι ως φορέα κοινωνικών σχέσεων, αλλά ως μονάδα απόδοσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η δημόσια πολιτική μετατρέπεται σε μηχανισμό παραγωγής επενδυτικών ευκαιριών και η ιδιοκτησία σε αντικείμενο «εξυγίανσης» και «αξιοποίησης».
Στις περιοχές αυτές το ιδιοκτησιακό καθεστώς παραμένει εύθραυστο. Οι τίτλοι είναι συχνά ασαφείς, οι καταγραφές ελλιπείς, οι νομικές εκκρεμότητες πολλές. Ό,τι για έναν επενδυτή εμφανίζεται ως «ευκαιρία ωρίμανσης έργου», για τον τοπικό ιδιοκτήτη μπορεί να μεταφραστεί σε αμφισβήτηση, καθυστέρηση, πίεση ή και απώλεια.
Δεν χρειάζεται απαλλοτρίωση για να χαθεί μια περιουσία. Η άνοδος των αξιών, η φορολογική πίεση, οι πολεοδομικές παρεμβάσεις, η ανάγκη «ενοποίησης εκτάσεων» για μεγάλα projects — όλα αυτά συνθέτουν ένα περιβάλλον όπου ο μικρός ιδιοκτήτης μετατρέπεται από κύριος σε εμπόδιο. Και όταν η ισχύς συγκεντρώνεται σε κράτος και μεγάλα κεφάλαια, η διαπραγμάτευση παύει να είναι ισότιμη.
Το αποτέλεσμα δεν είναι απαραίτητα άμεσος εκπατρισμός. Είναι κάτι πιο ύπουλο: η σταδιακή αποξένωση από τον τόπο. Η γη μπορεί να παραμείνει τυπικά στην κατοχή του ιδιοκτήτη, αλλά η χρήση της, η αξία της, η σχέση μαζί της μεταβάλλονται ριζικά. Από χώρος ζωής γίνεται επενδυτικό προϊόν· από συνέχεια γίνεται ευκαιρία ρευστοποίησης.
Έτσι, ο εκπατρισμός δεν έρχεται πάντα με τη μορφή της εκδίωξης. Έρχεται ως οικονομική συνέπεια, ως «λογική» επιλογή, ως αποτέλεσμα ενός περιβάλλοντος στο οποίο ο ντόπιος δεν μπορεί πλέον να αντέξει να παραμείνει.
Η ειρωνεία είναι ότι όλα αυτά μπορούν να συμβούν χωρίς καμία ρητή στοχοποίηση της μειονότητας. Η διαδικασία είναι τυπικά ουδέτερη. Στην πράξη όμως πλήττει δυσανάλογα εκείνους που βρίσκονται πάνω στη γη υψηλής αξίας και ταυτόχρονα διαθέτουν τα πιο αδύναμα νομικά εργαλεία για να την υπερασπιστούν. Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα της συμφωνίας.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.
