Ελληνική πρεμιέρα του Réquiem του Nicolas Charles Bochsa στην Κέρκυρα
Η ΦΕ Καποδίστριας παρουσιάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα ένα μνημειώδες έργο του 19ου αιώνα την Κυριακή των Βαΐων, 5 Απριλίου
Την Κυριακή των Βαΐων, 5 Απριλίου, ο επιβλητικός Ναός του Αγίου Γεωργίου στο Παλαιό Φρούριο θα φιλοξενήσει ένα εξαιρετικό μουσικό γεγονός: την ελληνική πρεμιέρα του Réquiem pour Louis XVI et Marie Antoinette του Nicolas Charles Bochsa. Η Φιλαρμονική Καποδίστριας, με χορωδία και φωνητικούς σολίστ, θα ερμηνεύσει για πρώτη φορά στη χώρα μας ένα έργο που παρέμεινε για δύο αιώνες σχεδόν άγνωστο, παρά τη μνημειώδη σημασία του στην ιστορία της μουσικής για σύνολα πνευστών. Ως μαέστρος αυτής της πρεμιέρας, αισθάνομαι βαθιά συγκίνηση που αυτό το αριστούργημα θα ακουστεί επιτέλους στην Ελλάδα — και μάλιστα στο νησί με τη μακρύτερη φιλαρμονική παράδοση της χώρας.
Το Réquiem συντέθηκε το 1815, με αφορμή ένα από τα πιο συμβολικά γεγονότα της μεταναπολεόντειας Γαλλίας. Μετά την πρώτη ήττα του Ναπολέοντα και την Παλινόρθωση των Βουρβόνων, η νέα κυβέρνηση αποφάσισε να αποδώσει τιμές στα θύματα της Επανάστασης. Στις 21 Ιανουαρίου 1815 — ακριβώς στην επέτειο του αποκεφαλισμού του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ — διοργανώθηκε στο Παρίσι μεγαλειώδης τελετή για την επαναταφή των λειψάνων του βασιλιά και της Μαρίας Αντουανέτας. Για την περίσταση αυτή, η γαλλική κυβέρνηση ανέθεσε δύο Réquiem: ένα στον Luigi Cherubini, ήδη καταξιωμένο συνθέτη, και ένα στον νεαρό αλλά εξίσου φιλόδοξο Bochsa. Την ίδια ακριβώς ημέρα, στη μακρινή Βιέννη, πραγματοποιήθηκε ανάλογη τελετή στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Στεφάνου, οργανωμένη από τον Talleyrand στο περιθώριο του Συνεδρίου της Βιέννης, με ένα Réquiem του Sigismund Neukomm υπό τη διεύθυνση του Salieri — η ταυτόχρονη εκτέλεση νεκρώσιμων έργων σε δύο ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αποκαλύπτει τη βαθιά πολιτική και συναισθηματική φόρτιση εκείνης της εποχής.
Ο Nicolas Charles Bochsa (1789–1856) υπήρξε ένας από τους πιο ταλαντούχους και ταυτόχρονα πιο περιπετειώδεις μουσικούς του 19ου αιώνα. Παιδί-θαύμα, εκτέλεσε κονσέρτο για πιάνο σε ηλικία επτά ετών, συνέθεσε κονσέρτο για φλάουτο στα ένδεκα και μπαλέτο στα δώδεκα. Σπούδασε στο Ωδείο του Παρισιού με τους Catel και Méhul, συνεργάστηκε με τον Érard για την εφεύρεση της άρπας διπλής ενέργειας και παρήγαγε σπουδές για το όργανο που χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα. Ο Ναπολέοντας τον διόρισε επίσημο αρπίστα της αυλής του το 1813, ενώ οι κριτικοί της εποχής εξυμνούσαν τη «ζεστασιά και τη δραματική αλήθεια» της μουσικής του. Αποκλήθηκε «ο Paganini της άρπας» και ένας Αμερικανός κριτικός έγραψε χαρακτηριστικά πως «τα χέρια του παράγουν αρμονικές τόσο καθαρές και ασημένιες όσο μπορούμε να φανταστούμε να προέρχονται από τις χρυσές χορδές των χερουβείμ».
Η ζωή του, ωστόσο, διαβάστηκε σαν μυθιστόρημα. Πλαστογραφίες και οικονομικά σκάνδαλα τον οδήγησαν σε φυγή από τη Γαλλία στο Λονδίνο, όπου ίδρυσε τη Βασιλική Ακαδημία Μουσικής κατά τα πρότυπα του Ωδείου του Παρισιού. Με τη σύντροφό του, τη διάσημη σοπράνο Anna Bishop, περιόδευσε σε ολόκληρη την Ευρώπη, τη Ρωσία, τη Βόρεια και Λατινική Αμερική, φτάνοντας τελικά στην Αυστραλία, όπου πέθανε τον Ιανουάριο του 1856. Στην κηδεία του στο Σίδνεϊ, τοπικοί μουσικοί σχημάτισαν πομπή εκτελώντας το αργό μέρος της Τρίτης Συμφωνίας του Beethoven.
Τι θα ακούσει όμως το κοινό της Κέρκυρας; Ένα έργο μεγάλης κλίμακας, γραμμένο για σύνολο πνευστών, χορωδία και τρεις φωνητικούς σολίστ (άλτο, τενόρο και μπάσο), σε δεκαπέντε μέρη που ξεδιπλώνουν ολόκληρο το φάσμα του ανθρώπινου συναισθήματος. Η βραδιά θα ανοίξει με ένα σκοτεινό πένθιμο εμβατήριο — Marche funèbre — για μπάντα μόνο, που βυθίζει αμέσως τον ακροατή στην ατμόσφαιρα του πένθους. Ακολουθεί το Kyrie eleison, όπου οι τρεις σολίστ διαπλέκουν τις φωνές τους με τα πνευστά σε μια ικεσία γεμάτη ένταση.
Στη συνέχεια, η χορωδία αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο στο φοβερό Dies Irae — την Ημέρα της Οργής — όπου ο Bochsa χτίζει σταδιακά μια ηχητική καταιγίδα μέσα από τη διεύρυνση του αριθμού των τραγουδιστών, σε ένα ασυνήθιστο crescendo που κλιμακώνεται ως τη συντριβή. Το Tuba Mirum, με σόλο μπάσο συνοδευόμενο από τέσσερις τρομπέτες, αναπαριστά τη σάλπιγγα της Τελικής Κρίσης με τρόπο που κόβει την ανάσα. Ιδιαίτερα τρυφερές στιγμές προσφέρει το Recordare, ένα ειδυλλιακό ντουέτο μεταξύ σόλο αγγλικού κόρνου και φωνής άλτο, συνοδευόμενο μόνο από μικρό σύνολο Harmoniemusik — κλαρινέτα, φαγκότα και κόρνα — που δημιουργεί μια ατμόσφαιρα σχεδόν μουσικής δωματίου μέσα στο ηχητικό μεγαλείο του υπόλοιπου έργου.
Κορυφαία στιγμή αποτελεί η φούγκα Amen, ένα από τα πιο φιλόδοξα κομμάτια αντίστιξης που έχω συναντήσει στο ρεπερτόριο πνευστών. Ο Bochsa οικοδομεί μια πυκνή, πολυεπίπεδη δομή φθόγγων που μιμείται — κατά τον μελετητή David Whitwell — «την εντύπωση που ακούει κανείς σε έναν μεγάλο καθεδρικό ναό, όταν οι υπερτόνοι του εκκλησιαστικού οργάνου συσσωρεύονται στον χώρο πάνω από τον ακροατή». Στο stretto, χορωδία και πνευστά συμπλέκονται σε μια ηχητική κακοφωνία που δεν έχει προηγούμενο σε σύνθεση πριν το 1815. Αντίθετα, το Pie Jesu φέρνει τη γαλήνη: ένα υπέροχο κουαρτέτο για φωνές άλτο και μπάσο, κόρνο και άρπα — ίσως η πιο οικεία στιγμή ολόκληρου του έργου.
Η σύγχρονη έκδοση της παρτιτούρας οφείλεται στον Αμερικανό μουσικολόγο και μέντορά μου, David Whitwell, ο οποίος την αποκατέστησε το 2015 δίνοντας ξανά ζωή σε ένα έργο που η ιστορία είχε αδίκως παραγκωνίσει. Η προσωπική μου σχέση με τον Whitwell και η βαθιά γνώση του για αυτό το ρεπερτόριο αποτέλεσαν την αφετηρία και την έμπνευση για να φέρω το Réquiem του Bochsa στην Ελλάδα.
Δεν θα μπορούσε να υπάρξει καταλληλότερο σκηνικό για αυτήν την πρεμιέρα. Η Κέρκυρα, με τη μοναδική στην Ελλάδα φιλαρμονική παράδοση που συνδέεται άρρηκτα με τα σύνολα πνευστών, αποτελεί τον ιδανικό τόπο για να ακουστεί αυτό το μνημειώδες Réquiem. Ο Ναός του Αγίου Γεωργίου, με την ακουστική και τη μεγαλοπρέπειά του, θα προσδώσει στο έργο τη λατρευτική ατμόσφαιρα για την οποία αρχικά συνετέθη. Η Κυριακή των Βαΐων, ημέρα πένθιμης περισυλλογής αλλά και ελπίδας, προσφέρει το τέλειο πνευματικό πλαίσιο για αυτήν τη συνάντηση με την Ιστορία μέσα από τη Μουσική. Σας περιμένουμε.
Του Μιχάλη Μιχαλόπουλου



