Αγορά του κτιρίου της Τράπεζας της Ελλάδος από το Ιόνιο Πανεπιστήμιο

Αγορά του κτιρίου της Τράπεζας της  Ελλάδος από το Ιόνιο Πανεπιστήμιο

Αφετηρία του νέου κτιριολογικού προγράμματος του Ιονίου Πανεπιστημίου η αγορά του εμβληματικού κτιρίου της Τράπεζας της Ελλάδας στην Κέρκυρα

02
Aυγούστου / 2022

ΚΕΡΚΥΡΑ. Στα χέρια του Ιονίου Πανεπιστημίου περνάει το ακίνητο της Τράπεζας της Ελλάδας (ΤτΕ) στην πόλη της Κέρκυρας. Η αγορά του από το ακαδημαϊκό ίδρυμα συμφωνήθηκε προσφάτως από τους δύο φορείς, κατόπιν σχετικής πρότασης αγοράς που κατέθεσε το Πανεπιστήμιο και ενέκρινε το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας.
 
Το εμβληματικής σημασίας κτίριο στον ιστό της παλαιάς πόλης της Κέρκυρας, συνολικού εμβαδού 1272,84 τ.μ. αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο, εντός οικοπέδου επιφανείας 1554,45 τ.μ. επί της οδού Δημάρχου Κόλλα. Το συμφωνηθέν αντίτιμο της αγοράς είναι 2.400.000 ευρώ, το οποίο θα καλυφθεί από πόρους του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης.
 
 
Πως θα αξιοποιηθεί
 
Όπως τόνισε στην «Ε» ο Πρύτανης Ανδρέας Φλώρος το κτίριο θα αξιοποιηθεί για τη μεταφορά των ακαδημαϊκών δομών του ιδρύματος (π.χ Τμήματα που λειτουργούν σε μισθωμένους χώρους), των  διοικητικών υπηρεσιών του, ενώ προβλέπεται να υπάρχει και ειδικός χώρος για την φιλοξενία των μουσειακών συλλογών της ΤτΕ.
Ειδικότερα ο χώρος του υπογείου θα αξιοποιηθεί για τη φιλοξενία του έντυπου αρχείου του Ιονίου Πανεπιστημίου, στο ισόγειο θα δημιουργηθούν αίθουσες διδασκαλίας και στον πρώτο όροφο θα μεταφερθούν ακαδημαϊκές και διοικητικές δομές του ιδρύματος. Η θέση του κτιρίου θεωρείται ιδανική δημιουργώντας εξαιρετικές συνθήκες προσβασιμότητας από τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας του Ιονίου Πανεπιστημίου.
 
Το πλεονέκτημα

Μεγάλου ατού του συγκεκριμένου ακινήτου είναι ότι σε αντίθεση με άλλες κτιριακές εναλλακτικές που κατά καιρούς έχουν συζητηθεί με τοπικούς φορείς προς πιθανή παραχώρηση και οι οποίες στο σύνολό τους χρήζουν εκτεταμένων στατικών και αρχιτεκτονικών παρεμβάσεων, λόγω της χρόνιας εγκατάλειψης και μη αξιοποίησής τους, το εν λόγω ακίνητο της ΤτΕ είναι έτοιμο προς χρήση με ελάχιστες λειτουργικής φύσεως παρεμβάσεις. Αυτό αποτελεί και το πλέον σημαντικό πλεονέκτημα αυτής της επιλογής του Ιονίου Πανεπιστημίου, οι στεγαστικές ανάγκες του οποίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την βιωσιμότητα και την αναπτυξιακή του πορεία και η ικανοποίηση των οποίων δεν μπορεί να αναστέλλεται διαρκώς από καθυστερήσεις στην λήψη αποφάσεων αλλά και στην έκδοση αδειοδοτήσεων.
 
«Η συμφωνία αγοράς του ακινήτου της Τράπεζας της Ελλάδος αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική στιγμή στην πορεία του Ιονίου Πανεπιστημίου. Ενός κτιρίου, έτοιμου προς χρήση για εκπαιδευτικούς και ερευνητικούς σκοπούς, δίνοντας άμεσα λύση στο χρόνιο στεγαστικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει το Ιόνιο Πανεπιστήμιο σε όλα τα νησιά και ιδιαίτερα στην πόλη της Κέρκυρας. Ως Ιόνιο Πανεπιστήμιο δεσμευόμαστε να αξιοποιήσουμε πλήρως το κτίριο, σεβόμενοι την βαρύτητα της ιστορικής του αξίας και σημασίας και εξασφαλίζοντας διαρκή πρόσβαση σε αυτό της τοπικής κοινωνίας μέσω εκπαιδευτικών, πολιτιστικών και κοινωνικών δράσεων του Ιονίου Πανεπιστημίου, όπως ακριβώς οφείλει να πράττει ένα δημόσιο Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα. Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τη διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος, τον διοικητή κ. Γιάννη Στουρνάρα και τον υποδιοικητή κ. Θεόδωρο Πελαγίδη για την άριστη συνεργασία και την επικοινωνία που είχαμε το προηγούμενο διάστημα, αλλά και για την συναντίληψη σχετικά με την αναγκαιότητα της αγοράς, πάντα στο πλαίσιο της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος. Δεν θα μπορούσαμε να καταλήξουμε σε αυτήν την άκρως θετική εξέλιξη για το Πανεπιστήμιό μας, εάν η συναντίληψη αυτή δεν επεκτεινόταν και στο ευρύ πολιτικό και κοινωνικό φάσμα σε εθνικό επίπεδο», τόνισε ο κ. Φλώρος.
 
Αφετηρία
 
Η αγορά του εν λόγω ακινήτου αποτελεί την αφετηρία της υλοποίησης του νέου κτιριολογικού προγράμματος του Ιονίου Πανεπιστημίου, δίνοντας τη δυνατότητα άμεσης ανάπτυξης και υποστήριξης των εκπαιδευτικών και ερευνητικών αναγκών του Ιδρύματος.
 
Όπως διευκρίνισε στην «Ε» ο κ. Φλώρος, το Πανεπιστήμιο, λόγω του οξυμένου κτιριακού προβλήματος  έχει προβεί ήδη σε χαρτογράφηση κτιρίων άμεσα αξιοποιήσιμων, τα οποία  είτε θα μπορούσαν να παραχωρηθούν είτε να αγοραστούν, προκειμένου να καλύψουν τις τεράστιες ανάγκες του ιδρύματος. Σημειώνεται ότι  το Πανεπιστήμιο μισθώνει χώρους τόσο εντός του Ψυχιατρείου όσο και αλλού για τη λειτουργία Τμημάτων του (π.χ.Τουρισμού κ.α.).
 
Σύμφωνα πάντως με τον Πρύτανη το ακαδημαϊκό ίδρυμα θα μπορέσει να μεταφέρει μέρος της λειτουργίας του στο ακίνητο της ΤτΕ μέχρι τα τέλη του έτους, υπό την προϋπόθεση ότι θα βγει στον αέρα η σχετική πρόσκληση του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης για την υποβολή φακέλου, ώστε να ολοκληρωθεί η αγορά του ακινήτου.
 
Η ιστορία
 
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε στην «Ε» ο Κερκυραίος φιλόλογος Θανάσης Παγκράτης, το κτίριο της ΤτΕ λεγόταν το «Μέγαρο του Λατίνου Αρχιεπισκόπου» και υπήρξε η κατοικία του επί Ενετοκρατίας. Χτίστηκε το 1630 από την Κερκυραϊκή Κοινότητα για να δοθεί προς χρήση σε έναν από τους δυο Συμβούλους. Μετά την μεταφορά του λειψάνου του Αγίου Αρσενίου στο Duomo, στη Μητρόπολη των Καθολικών δηλαδή, παραχωρήθηκε το 1633 οριστικά ως κατοικία του Αρχιεπισκόπου των Λατίνων.
Το οικοδόμημα έπεσε από σεισμό το 1745 αλλά το 1754 αναστηλώθηκε μεγαλοπρεπέστερο απ’ ότι ήταν. Το ανακαινισμένο ανάκτορο στέγασε όλους ανεξαιρέτως τους Λατίνους αρχιεπισκόπους της Κέρκυρας με τελευταίο τον Φραγκίσκο Μαρία Φέντζ.
 
Με την κατάλυση της Ενετικής Δημοκρατίας ήρθαν οι Δημοκρατικοί Γάλλοι στην Κέρκυρα και το κήρυξαν το 1898 «δημόσια κτήμα». Την περίοδο της γαλλικής κατοχής (1797-1799). η Αρχιεπισκοπή στέγασε τις συνεδριάσεις του προσωρινού δημαρχείου, δηλαδή της προσωρινής κυβέρνησης που σχημάτισαν οι Δημοκράτες Γάλλοι.
 
Επί Ρωσοτουρκικής επικυριαρχίας (1799-1807), το ανάκτορο υπήρξε έδρα της Ιονίου Γερουσίας. Για τον ίδιο σκοπό χρησιμοποιήθηκε και την εποχή των αυτοκρατορικών Γάλλων (1807-1814) που διατήρησαν τη Γερουσία, η οποία συνέχισε εκεί τις εργασίες της.

Επί αγγλικής προστασίας (1814) υπήρξε έδρα της Ιονίου Γερουσίας μέχρι το 1824 και το Μέγαρο του «Λατίνου Αρχιεπισκόπου» στέγασε τα δικαστήρια της πόλεως (Εφετείο, Πρωτοδικείο, Ειρηνοδικείο) και έφερε στη πρόσοψή του «Δικαιοσύνης Μέγαρον», ενώ στον πίσω χώρο του κτιρίου διαμορφώθηκαν οι φυλακές των υποδίκων που διατηρήθηκαν μέχρι την κατάρρευση του κτιρίου το 1943 στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
 
Το 1967 ύστερα από διαγωνισμό, το ερειπωμένο από τον πόλεμο κτίριο, αγοράστηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία αφού το αναστήλωσε στην αρχική του μορφή στέγασε τις υπηρεσίες του υποκαταστήματος για πολλά χρόνια.
 
ΜΑΡΙΑ ΜΠΑΖΔΡΙΓΙΑΝΝΗ