Όταν ο τόπος που γέννησε τη μουσική παιδεία μένει χωρίς δημόσια Συμφωνική Ορχήστρα
Η Συμφωνική Ορχήστρα Ιονίων Νήσων ως ιστορική και πολιτιστική οφειλή του κράτους.
Η πρόσφατη παρουσία συμφωνικής ορχήστρας από την Κέρκυρα στην έδρα της UNESCO στο Παρίσι, [με μουσικούς από το Μουσικό σχολείο και το Ωδείο Κερκύρας], στο πλαίσιο του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας της Ελληνικής Γλώσσας, δεν ήταν απλώς μια επιτυχημένη καλλιτεχνική στιγμή. Ήταν μια υπενθύμιση του ποιοί είμαστε και τι εξακολουθούμε να παράγουμε ως τόπος. Η παρουσία αυτή λειτούργησε, άθελα της ίσως, ως καθρέφτης μιας βαθιάς ελληνικής αντίφασης.
Η Κέρκυρα και τα Επτάνησα δεν είναι μια ακόμη γεωγραφική περιφέρεια της χώρας. Είναι ο τόπος όπου θεμελιώθηκε η νεότερη ελληνική μουσική και η οργανωμένη μουσική παιδεία. Από τα Επτάνησα ξεκίνησαν ο Μάντζαρος, ο Λαμπελέτ, ο Ξύνδας, ο Καρρέρ και τόσοι άλλοι που έθεσαν τις βάσεις της ελληνικής λόγιας μουσικής και διαμόρφωσαν το μουσικό πρόσωπο της σύγχρονης Ελλάδος. Εδώ καλλιεργήθηκαν η συμφωνική σκέψη, η όπερα και η συλλογική μουσική πράξη, πολύ πριν το ελληνικό κράτος αποκτήσει τους πρώτους του πολιτιστικούς θεσμούς.
Κι όμως, δύο αιώνες μετά, η ιστορική αυτή κοιτίδα παραμένει μέχρι σήμερα θεσμικά ακάλυπτη και στερείται μιας μόνιμης Δημόσιας Συμφωνικής Ορχήστρας.
Καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση και στη συνέχεια αυτής της παράδοσης έπαιξαν και εξακολουθούν να παίζουν, οι φιλαρμονικές της Κέρκυρας και των Επτανήσων. Για σχεδόν δύο αιώνες, οι φιλαρμονικές δεν λειτούργησαν απλώς ως μουσικά σύνολα, αλλά ως σχολεία μουσικής πράξης και ζωντανά κύτταρα μουσικής εκπαίδευσης, εκτέλεσης και κοινωνικής συνοχής. Μέσα από αυτές διασώθηκε το συμφωνικό και οπερατικό ιδίωμα, καλλιεργήθηκε η μουσική παιδεία, η πειθαρχία του συνόλου και η μουσική συνείδηση γενεών ολόκληρων. Αν σήμερα τα Επτάνησα διαθέτουν πληθώρα μουσικών ικανών να στελεχώνουν, μετά από την ολοκλήρωση των σπουδών τους, επαγγελματικές ορχήστρες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αυτό δεν είναι σύμπτωση, είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς, συλλογικής και συνεπούς επένδυσης των φιλαρμονικών στη μουσική παιδεία. Ακριβώς αυτή η ιστορική συνέχεια και συνέπεια είναι που καθιστά σήμερα το αίτημα όχι ευχή, αλλά επιτακτική διεκδίκηση.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται πλέον και το Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου. Η παρουσία ενός ακαδημαϊκού ιδρύματος διεθνούς κύρους ενισχύει αποφασιστικά το επιχείρημα ότι στην Κέρκυρα δε λείπουν ούτε η γνώση, ούτε το ανθρώπινο δυναμικό ούτε η υποδομή για τη στήριξη ενός μόνιμου επαγγελματικού δημόσιου συμφωνικού φορέα.
Έτσι, δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό το παράδοξο και προκλητικό. Να εκπαιδεύεις, να παράγεις και να μην απολαμβάνεις. Η Κέρκυρα και τα Επτάνησα τροφοδοτούν συστηματικά τις κρατικές ορχήστρες της χώρας με μουσικούς, οι οποίοι αναγκάζονται να μετακινηθούν επαγγελματικά για να βρουν διέξοδο, ενώ ο ίδιος ο τόπος που τους ανέθρεψε μουσικά δε διαθέτει έναν αντίστοιχο δημόσιο φορέα για να τους απορροφήσει.
Αυτό δεν είναι απλώς μια πολιτιστική ανισορροπία. Είναι μια θεσμική αδικία και δεν μπορεί πλέον να αποδοθεί σε αμέλεια. Είναι διαχρονική πολιτική, τοπική και κεντρική αδιαφορία και ως τέτοια πρέπει να κατονομαστεί.
Η απουσία δημόσιας Συμφωνικής Ορχήστρας στα Ιόνια Νησιά συνιστά πολιτιστική ανισότητα εις βάρος μιας Περιφέρειας που έχει προσφέρει δυσανάλογα πολλά στο εθνικό πολιτιστικό κεφάλαιο της χώρας. Πρόκειται για θεσμική αποστέρηση που δεν συνάδει ούτε με την ιστορία ούτε με τις πραγματικές δυνατότητες του τόπου.
Η δημιουργία Δημόσιας Συμφωνικής Ορχήστρας Ιονίων Νήσων, δεν είναι ζήτημα τοπικής φιλοδοξίας ούτε αίτημα πολυτελείας. Είναι ζήτημα ηθικής υποχρέωσης, οφειλής και συνέπειας του κράτους, προς έναν τόπο που επί δύο αιώνες παράγει μουσική παιδεία και πολιτισμό με συνέπεια και βάθος. Είναι ζήτημα πολιτιστικής δικαιοσύνης και σεβασμού στην επτανησιακή μουσική παράδοση, στους ανθρώπους που τη θεμελίωσαν και στους νέους μουσικούς που σήμερα ασφυκτιούν χωρίς προοπτική στον τόπο τους.
Μια τέτοια ορχήστρα οφείλει να έχει Επτανησιακό χαρακτήρα, να καλύπτει, τόσο τη συμφωνική μουσική όσο και την όπερα και να λειτουργεί ως σταθερός δημόσιος θεσμός, με φυσικό και αρμόδιο φορέα υλοποίησης την Περιφέρεια Ιονίων Νήσων, σε συνεργασία με την πολιτεία.
Η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων αποτελεί το φυσικό θεσμικό φορέα για να αναλάβει αυτή την πρωτοβουλία, σε συνεργασία με την Πολιτεία. Κάθε περαιτέρω καθυστέρηση δεν είναι ουδέτερη. Είναι επιλογή διατήρησης μιας χρόνιας ανισότητας.
Δεν αρκούν πλέον οι επετειακές αναφορές και τα εύσημα του παρελθόντος. Δεν μπορεί η Κέρκυρα να τιμάται συμβολικά στο εξωτερικό και να αγνοείται θεσμικά στο εσωτερικό. Δεν αρκεί να χειροκροτούμε τους νέους μουσικούς, αν δεν τους προσφέρουμε δομές στον τόπο τους.
Η Κέρκυρα και τα Επτάνησα δε ζητούν προνόμια.
Ζητούν να πάψει η ιστορική τους προσφορά να αντιμετωπίζεται ως δεδομένη. Τα Ιόνια Νησιά διαθέτουν ιστορία, ανθρώπινο δυναμικό και καλλιτεχνική ωριμότητα που δικαιολογούν και απαιτούν έναν τέτοιο θεσμό. Η πρόταση διατυπώνεται με αδιαπραγμάτευτο σεβασμό προς την τεράστια και ιστορική προσφορά των Φιλαρμονικών, που αποτελούν ζωντανό πυλώνα και καρδιά της Επτανησιακής μουσικής παράδοσης. Η ίδρυση μιας δημόσιας συμφωνικής ορχήστρας δεν έρχεται να υποκαταστήσει, αλλά να συμπληρώσει και να αναδείξει αυτό το έργο σε ευρύτερο θεσμικό επίπεδο.
Είναι απολύτως αναγκαίο να διευκρινιστεί και πάλι ότι η πρόταση αφορά τη δημιουργία Συμφωνικής Ορχήστρας Ιονίων Νήσων δημόσιου χαρακτήρα, θεσμικά κατοχυρωμένης και με περιφερειακή αναφορά στο σύνολο των Ιονίων Νήσων. Μια επιλογή πολιτιστικής στρατηγικής που αντιμετωπίζει την Περιφέρεια ως ενιαίο σώμα με κοινή ταυτότητα και προοπτική.
Οι βάσεις υπάρχουν. Η παράδοση υπάρχει. Το ανθρώπινο δυναμικό υπάρχει. Αυτό που λείπει είναι η βούληση.
Το ερώτημα δεν είναι αν μπορεί να γίνει.
Το ερώτημα είναι ποιός αναλαμβάνει την ευθύνη να συνεχίσει να μη γίνεται.
Σωκράτης Άνθης, Καλλιτεχνικός Διευθυντής και Αρχιμουσικός της Φ.Ε.Μάντζαρος

