Οι προτάσεις του Συλλόγου San Giacomo για τον Κανονισμό Αστικής Λειτουργίας

Οι προτάσεις του Συλλόγου San Giacomo για τον Κανονισμό Αστικής Λειτουργίας

«Η διαδικασία εμπλέκει πολλούς πρωταγωνιστές της πόλης με διαφορετικά συμφέροντα και απόψεις. Θεωρούμε σωστό, αυτό να ειπωθεί ευθέως γιατί θα συμβάλλει σε έναν ώριμο διάλογο»

27
Σεπτεμβρίου / 2021

ΚΕΡΚΥΡΑ. Στο πνεύμα των θέσεων που διατυπώνει το ΤΕΕ Κέρκυρας, ο πολιτιστικός σύλλογος San Giacomo προτείνει την περαιτέρω επεξεργασία της προτεινόμενης σήμερα έκδοσης του Κανονισμού και την παρουσίασή της για διαβούλευση μέσα σε πολύ συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και την παρουσίασή της για διαβούλευση μέσα σε πολύ συγκεκριμένο  χρονικό διάστημα. Υπενθυμίζει ωστόσο συγκεκριμένες προτάσεις που είχαν γίνει προ διετίας τόσο από τον Σύλλογο San Giacomo, όσο και από το Σύλλογο Μονιμών Κατοίκων Παλιάς Πόλης:

Το ζήτημα του Κανονισμού αστικής λειτουργίας της πόλης, σε εκκρεμότητα από αρκετά χρόνια, επανέρχεται σήμερα με την πρόσκληση του Προέδρου της επιτροπής διαβούλευσης του Δήμου Κεντρικής Κέρκυρας και Δ.Ν προς τα συμμετέχοντα μέλη για μία συνάντηση διαβούλευσης των απόψεων και κατάθεσης προτάσεων.

Τόσο ο εγκεκριμένος από τον Κ.Α.Σ Κανονισμός (2016) όσο και ο επικαιροποιημένος και προτεινόμενος σήμερα από την Δημοτική Αρχή (2021) απαρτίζονται από 3 κεφάλαια, ένα εισαγωγικό (Α ) όπου παρουσιάζεται το γενικό και νομικό πλαίσιο και 2 επόμενα κεφάλαια (Β και Γ) όπου περιγράφονται οι συγκεκριμένες δέσμες όρων και μέτρων αναφορικά με 2 τομείς της αστικής λειτουργίας: Τους όρους παραχώρησης του δημόσιου χώρου σε ιδιώτες και τα μέτρα για την προστασία και τη βελτίωση των κτιριακών μετώπων της παλιάς πόλης.

Υπενθυμίζεται ότι ο εγκεκριμένος από τον Κ.Α.Σ. Κανονισμός (2016), αποτελεί νόμο του Κράτους και η τυπική έγκριση από το Δημοτικό Συμβούλιο προ 4τίας ανεστάλη λόγω ευρύτερων αντιδράσεων Φορέων και Δημοτικών  παρατάξεων με  τα επιχειρήματα της μη εφαρμοσιμότητας των μέτρων, της μη πληρότητας του Κανονισμού και του μη προηγηθέντος δημόσιου διαλόγου.

Το θέμα επανέφερε στο ξεκίνημα της θητείας της, η παρούσα Δημοτική Αρχή καλώντας τους ενδιαφερόμενους  Φορείς και συλλόγους να καταθέσουν προτάσεις επικαιροποίησης αλλά και πάλι μεσολάβησε το κενό μίας διετίας μέχρι να επανέλθει μόλις πρόσφατα με την παρουσίαση μίας επικαιροποιημένης έκδοσης της Δημοτικής Αρχής (2021) και την πρόσκληση όπως αναφέρθηκε για μία δημόσια συζήτηση.

Η ίδια η πρόσκληση προκάλεσε ωστόσο μία σειρά τοποθετήσεων επί του θέματος αφήνοντας να διαφανεί και μια δυναμική αντιπαράθεσης παρόμοια με εκείνη προ 4τίας. Το γεγονός   δεν αποτελεί  βέβαια έναν καλό οιωνό για την πορεία και την έκβαση αυτής της διαβούλευσης.

Κατά την εκτίμηση του Συλλόγου μας, ορισμένες από τις κριτικές που ασκούνται στον Κανονισμό είναι βάσιμες άλλες εκτιμάται ότι χαρακτηρίζονται από ένα πνεύμα αδιαλλαξίας ενώ κάποιες άλλες εκτιμάται ότι θίγουν ζητήματα τα οποία χρήζουν μίας περαιτέρω εξακρίβωσης.

Γεγονός είναι ότι η προτεινόμενη  έκδοση δεν αξιοποιεί την ευκαιρία της επικαιροποίησης του Κανονισμού ώστε να γίνουν ορισμένες αναγκαίες βελτιώσεις. Επίσης δεν έχει δοθεί  προσοχή σε επισημάνσεις και σε προτάσεις που κατέθεσαν οι Φορείς προ διετίας.

Θεωρούμε ότι ορισμένες από τις προτάσεις των Φορέων αξίζουν μίας προσεκτικής εξέτασης στο πλαίσιο της παρούσας επικαιροποίησης.  Αφενός γιατί είναι σύμφωνες με το πνεύμα του Κανονισμού και επικυρώνουν το θεωρητικό του περιεχόμενο, αφετέρου γιατί μπορούν να συμβάλουν και πρακτικά, υπό την μορφή κατευθυντήριων γραμμών ή  βάσει της διατύπωσης συγκεκριμένων ρυθμιστικών μέτρων.

Αναφέρουμε ορισμένες επισημάνσεις που έγιναν προ διετίας από τον Σύλλογο Μονίμων Κατοίκων Παλιάς Πόλης, στο πλαίσιο μίας ευρύτερης δέσμης προτάσεων που κατέθεσε, αλλά και από τον δικό μας Σύλλογο στα θέματα της κατοίκησης και επέκτασης του Κανονισμού:

  1. ΚΑΤΟΙΚΗΣΗ-ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ
Η προστασία του μνημειακού χαρακτήρα της Παλιάς Πόλης είναι συνυφασμένη με την προστασία της κατοίκησης που εξακολουθεί να βρίσκεται εκτεθειμένη στις πιέσεις πολλών μορφών υπερεκμετάλλευσης. Συνέπεια αυτής της υπερεκμετάλλευσης και της ανεπάρκειας κανονιστικών μέτρων είναι η υποβάθμιση της ποιότητας  ζωής των κατοίκων και  των δημοτικών υπηρεσιών.
Η σημασία της προστασίας της κατοίκησης και της ποιότητας ζωής των κατοίκων εκτιμούμε ότι δεν αποδίδεται επαρκώς στο πλαίσιο του παρόντος Κανονισμού.
 
  1. ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ
Η σύσταση και σύνθεση ενός μηχανισμού εποπτείας- ελέγχου για την εφαρμογή του Κανονισμού είναι καθοριστικής σημασίας ζήτημα καθώς και ο τρόπος λειτουργίας του, και θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στον Κανονισμό κατά το πρότυπο άλλων ευρωπαϊκών Κανονισμών Αστικής Λειτουργίας.
 
3. Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ
Οι ισχύουσες διατάξεις για τη λειτουργία καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος  (ηχορύπανση, υγειονομικές άδειες, ορισμός χρήσης γης) ακυρώνουν στην πράξη την προσπάθεια προστασίας του μνημείου γιατί  λειτουργούν ως ένας άλλος παράλληλος Κανονισμός που αγνοεί πλήρως τους σκοπούς του Κανονισμού Αστικής Λειτουργίας. Η τόσο προφανής αυτή διαπίστωση συνεπάγεται την ανάγκη της προσαρμογής αυτών των διατάξεων στις ιδιομορφίες της Παλιάς Πόλης.
 
4. ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
Στο εισαγωγικό κεφάλαιο  του Κανονισμού πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στο θέμα  ώστε να γίνεται σαφώς αντιληπτή η ανάγκη επένδυσης σε υποδομές αλλά και η ανάγκη αυστηρής τήρησης των σχετικών κανονιστικών μέτρων .
 
5. ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΜΕ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
Στην εισαγωγή να αναφέρεται ότι ο Κανονισμός περιλαμβάνει τις ρυθμίσεις για δυο τομείς της αστικής λειτουργίας ενώ παράλληλα προγραμματίζεται από τον Δήμο η διεύρυνσή του, προκειμένου να συμπεριληφθούν οι ρυθμίσεις για επιπλέον τομείς λειτουργίας (πχ κυκλοφοριακό, Καθαριότητα κ.α.)
 
Οι παραπάνω επισημάνσεις είναι μείζονος σημασίας προκειμένου να ευοδωθούν οι στόχοι του Κανονισμού και η πόλη μας να ξεκινάει επιτέλους να αποκτά την εύρυθμη και ασφαλή λειτουργία μιας ευρωπαϊκής πόλης – ζωντανού μνημείου.
 
Για τους παραπάνω λόγους και στο πνεύμα των θέσεων που διατυπώνει το ΤΕΕ Κέρκυρας,  ο πολιτιστικός σύλλογος San Giacomo προτείνει την περαιτέρω επεξεργασία της προτεινόμενης σήμερα έκδοσης του Κανονισμού και την παρουσίασή της για διαβούλευση μέσα σε πολύ συγκεκριμένο  χρονικό διάστημα αφού προηγουμένως μέσω μίας ομάδας εμπειρογνωμόνων πραγματοποιηθούν οι απαραίτητες τροποποιήσεις λαμβάνοντας υπόψη και τις επισημάνσεις των Φορέων που είναι σωστό να συναντήσει εκ περιτροπής.

Σκοπός είναι να βοηθηθεί η καλύτερη επεξεργασία του Κανονισμού και να διευκολυνθεί η διαβούλευση που θα ακολουθήσει.

Ο σύλλογός μας προτείνει η πρώτη αυτή επικαιροποίηση να έχει ένα πολύ συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης. Με αυτόν τον τρόπο θα είναι δυνατή η άμεση εφαρμογή των ρυθμίσεων που περιλαμβάνει σήμερα ο Κανονισμός και η άμεση βελτίωση της εικόνας και των συνθηκών της ζωής στην πόλη. Παράλληλα, έχοντας την αντίληψη της ανάγκης διεύρυνσης και συνεχούς ανανέωσης του Κανονισμού, προτείνουμε την επεξεργασία και προετοιμασία της περαιτέρω επέκτασής του, ώστε οι επιπλέον δέσμες ρυθμίσεων για άλλους τομείς να προστεθούν και να εφαρμοστούν αμέσως μόλις ολοκληρωθούν.

Θεωρούμε πάντως σωστό να αναφερθούμε και στην άλλη όψη του ζητήματος του Κανονισμού: είναι γεγονός ότι η δυσκολία συγκρότησης και εφαρμογής  ενός  Κανονισμού δείχνει τις αδυναμίες και τα όρια των κεντρικών και αυτοδιοικητικών αρχών καλώντας τους σε μία διοικητική και πολιτική υπέρβαση.  Ωστόσο από την άλλη μεριά, το θέμα της αποδοχής των κανονιστικών ρυθμίσεων  είναι προφανές ότι δοκιμάζει και τα όρια ικανότητας των δημοτών να προσαρμοστούν σε αυτά τα μέτρα. Καλούμαστε επομένως και εμείς σε μία υπέρβαση ως πολίτες, ως φορείς και ως συλλογικότητες.

Για αυτό αν ο Κανονισμός Αστικής Λειτουργίας βρίσκεται ακόμα στο προ 4τίας σημείο και διατρέχεται ο κίνδυνος να παραμείνει εκεί ακόμα για καιρό ας μην τρέφουμε την αυταπάτη ότι για αυτό ευθύνεται μόνο η εκάστοτε Δημοτική Αρχή. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η διαδικασία μέχρι την τελική  διευθέτηση του Κανονισμού εμπλέκει πολλούς πρωταγωνιστές της πόλης που υπερασπίζονται διαφορετικά συμφέροντα και απόψεις, συχνά αντικρουόμενες. Θεωρούμε σωστό, αυτό να ειπωθεί ευθέως και χωρίς προκαταλήψεις γιατί θα συμβάλλει σε έναν  ώριμο διάλογο και δε θα χρειάζεται κάθε φορά να καταφεύγουμε συνειδητά ή μη σε ελιγμούς και τακτικές καθυστερήσεων, προφασιζόμενοι μάλλον  εν αμαρτίαις.