ΣΕΠΕ: «Αυθαίρετες οι προτάσεις Άνθη για πρότυπα και πειραματικά σχολεία»

ΣΕΠΕ: «Αυθαίρετες οι προτάσεις Άνθη για πρότυπα και πειραματικά σχολεία»

Ο πρόεδρος του ΣΕΠΕ Κέρκυρας Αντώνης Κουρσάρης

ΚΕΡΚΥΡΑ. Αφού κανένας σύλλογος διδασκόντων δεν έλαβε απόφαση μετατροπής του σχολείου σε πειραματικό, ο Διευθυντής Π.Ε. Κέρκυρας πρότεινε αυτοβούλως δημοτικά σχολεία και νηπιαγωγεία για Πειραματικά σχολεία.

19
Απριλίου / 2021

για Πειραματικά σχολεία, διαμαρτύρεται σε ανακοίνωσή του ο Σύλλογος Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης (ΣΕΠΕ). «Καλούμε τον Διευθυντή Εκπαίδευσης να μην προχωρήσει στην πρότασή του για τη λειτουργία των σχολείων ως πειραματικά, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Συλλόγου Διδασκόντων». 


Αναλυτικά η ανακοίνωση του Συλλόγου 
Η προσπάθεια συγκάλυψης και εξωραϊσμού της επικίνδυνα ελλειμματικής και στοχευμένα ιδεοληπτικής εικόνας που αναδύεται απ' τις  αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΑΙΘ συνεχίζεται με αμείωτη ένταση.

Με πρόσφατη εγκύκλιο του ΥΠΑΙΘ 23716/Δ6/1-3-2021, εντασσόμενη στον αντιεκπαιδευτικό νόμο 4692/2020 και το ΦΕΚ 776/26-2-2021 «Χαρακτηρισμός δημόσιων σχολικών μονάδων ως Πρότυπων ή Πειραματικών Σχολείων», καλούνταν  μέχρι τις 23 Μαρτίου οι σχολικές μονάδες  της χώρας  να υποβάλουν αίτηση, εάν θέλουν να μετατραπούν σε Πρότυπα ή Πειραματικά (ΠΣ-ΠΕΙΣ).

Αφού κανένας σύλλογος διδασκόντων δεν έλαβε απόφαση μετατροπής του σχολείου σε πειραματικό, ο Διευθυντής Π.Ε. Κέρκυρας πρότεινε αυτοβούλως δημοτικά σχολεία και νηπιαγωγεία για Πειραματικά σχολεία. Η υπάρχουσα νομοθεσία δίνει τη δυνατότητα στον Διευθυντή Εκπαίδευσης, χωρίς όμως να τον υποχρεώνει, ως μονοπρόσωπο όργανο διοίκησης, να προτείνει τη λειτουργία δημόσιας σχολικής μονάδας ως «Πειραματικό Σχολείο», αυθαίρετα, χωρίς τη σύμφωνη απόφαση του Συλλόγου Διδασκόντων.

Η απόφασή του αυτή λοιπόν, έρχεται σε καταφανή αντίθεση με τις προθέσεις των Συλλόγων διδασκόντων των προτεινόμενων σχολείων που δεν ανακοινώνονται, αλλά και του συνόλου των σχολείων του Νομού μας. Όμως ένα Πειραματικό Σχολείο πολυπρόσωπα θα στελεχωθεί και θα λειτουργήσει θετικά με κινητήριο δύναμη το σύλλογο διδασκόντων. Από την τακτική αυτή καθίσταται σαφές ότι η πρότασή του δεν στηρίζεται σε ένα οργανωμένο εκπαιδευτικό σχέδιο ίδρυσης πειραματικού σχολείου στον Νομό, με διαβουλεύσεις με όλους τους εμπλεκόμενους, αφού δε λαμβάνει υπόψη τις αποφάσεις των Συλλόγων Διδασκόντων, ούτε επιχειρεί ενημερώσεις των Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων, (σε χρόνο μάλιστα που τρέχουν οι εγγραφές στην Α΄ Δημοτικού και τα Νηπιαγωγεία), ώστε να καλλιεργήσει ένα κλίμα θετικό προς την ύπαρξη πειραματικών.

Γίνεται φανερό πως μια τέτοια απόφαση στοχεύει να εξυπηρετήσει τις προθέσεις της εκπαιδευτικής πολιτικής της κυβέρνησης, που βασικός της στόχος είναι η αλλαγή του χάρτη της δημόσιας εκπαίδευσης με τρόπο που θα επιφέρει σοβαρές, αρνητικές συνέπειες στα σχολεία, στους μαθητές και στις οικογένειες τους, αλλά και στους εκπαιδευτικούς.

Η Διδασκαλική Ομοσπονδία ουδέποτε υπήρξε αρνητική απέναντι σε αυτόν τον επιστημονικά πολύτιμο θεσμό, αλλά και ουδέποτε κληθήκαμε να καταθέσουμε προτάσεις σχετικά με τη λειτουργία και τη δομή τους. Τα σχέδια, όμως, της πολιτικής ηγεσίας του Υ.ΠΑΙ.Θ. μας βρίσκουν απόλυτα αντίθετους. Είναι σχέδια ξένα προς την παιδαγωγική, τις ανάγκες των μαθητών και τον χαρακτήρα του δημόσιου σχολείου.

Ουσιαστικά με την αύξηση του αριθμού αυτών των σχολείων, μεγαλώνει αντίστοιχα ο ανταγωνισμός μεταξύ των σχολικών μονάδων  και ειδικότερα για τα Πειραματικά επιχειρείται μια σημαντική μεταβολή της φυσιογνωμίας τους, αντιτιθέμενη στην αρχική στοχοθεσία τους για την παραγωγή παιδαγωγικής επιστημονικής γνώσης.

Στα Πειραματικά σχολεία, αλήθεια, έχουμε κάποια αποτελέσματα διδακτικών πρακτικών ή δοκιμή προγραμμάτων σπουδών που κρίθηκαν με παιδαγωγικό και επιστημονικό τρόπο άξια γενίκευσης; Και αν ναι, γιατί δεν το ξέρουμε; Μήπως και τα Πειραματικά σχολεία στην πράξη λειτουργούν ως Πρότυπα, χωρίς να εκπληρώνουν τον πραγματικό τους ρόλο;   

Ενώ, λοιπόν, ένα Πειραματικό σχολείο, εξ ορισμού  βασισμένο στην ερευνητική παρατήρηση εκπαιδευτικών μεθόδων και διαδικασιών, θα έπρεπε ακριβώς αυτές να σταθμίσει, ξεχωρίζοντάς τες ως μοναδικό παράγοντα αποτίμησης σε ένα τυχαιοποιημένο περιβάλλον εκπαιδευτικών και μαθητών, εντούτοις μόνο αυτό δε συμβαίνει για τους ακόλουθους λόγους:

1. Οι μαθητές των Πειραματικών Σχολείων δε θα αποτελούν αντιπροσωπευτικό ή τυχαίο (όπως προβλέπει  ο νόμος) δείγμα του συνόλου, γιατί η συμμετοχή τους στην κλήρωση θα βασίζεται στη δυνατότητα (ή το ενδιαφέρον) των γονέων τους να μετακινούν τα παιδιά τους σε απομακρυσμένη γειτονιά, αφού σύμφωνα με τον νόμο (3966/2011) η ευθύνη και τα έξοδα μετακίνησης μαθητών και μαθητριών στα Πειραματικά ή Πρότυπα σχολεία βαρύνει τους ασκούντες τη γονική μέριμνα.
Επομένως τα όποια εξαγόμενα αποτελέσματα  έχουν ελάχιστη σημασία και δεν μπορούν να συμβάλουν στη διαμόρφωση  της διδασκαλίας (ή στη γνώση της παιδικής ηλικίας) για τα υπόλοιπα σχολεία, αφού αυτά έχουν να αντιμετωπίσουν διαφορετικές δυσκολίες και να εκμεταλλευτούν διαφορετικές δυνατότητες.

2. Οι πειραματικές μέθοδοι σε ένα σχολείο προϋποθέτουν επίσης τυχαίο δείγμα διδασκόντων, αντιπροσωπευτικό επίσης του μέσου όρου των Ελλήνων δασκάλων. Όμως, ο νόμος προβλέπει ότι η συγκρότηση του διδακτικού προσωπικού αυτών των σχολείων στηρίζεται στη διαφοροποίηση των εκπαιδευτικών επί συγκεκριμένων κριτηρίων, αποτελώντας πιθανότατα παράγοντα  επηρεασμού των πορισμάτων των πειραματισμών και κατά συνέπεια καθιστώντας αβέβαιη τη διάχυσή τους.

3. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι συνάδελφοι των πειραματικών σχολείων δεν κατέχουν οργανική θέση και ότι η παραμονή τους σε αυτά εξαρτάται από την αξιολόγηση τους από τον διευθυντή του σχολείου και τον συντονιστή, τους καθιστά μάλλον ευάλωτους στις πιέσεις και τις επιλογές αυτών των στελεχών.  Τέτοιου είδους εξαρτήσεις δεν υποστηρίζουν το ανεξάρτητο πνεύμα που θα πρέπει να χαρακτηρίζει όλους τους εκπαιδευτικούς και κυρίως εκείνους που συμβάλλουν άμεσα στην ανάπτυξη των επιστημών της Αγωγής, δηλαδή στους εκπαιδευτικούς των Πειραματικών.

Κοντολογίς, η αξιολόγηση στα Πειραματικά σχολεία θα έπρεπε να αφορά στην επιτυχία ή όχι των πειραματικών μεθόδων σε σχέση με τις εφαρμοζόμενες στα υπόλοιπα σχολεία της επικράτειας και όχι τους εκπαιδευτικούς ή τους μαθητές.
Η προσπάθεια γενίκευσης των Πρότυπων και Πειραματικών Σχολείων δεν είναι  ξεκομμένη από την υπόλοιπη αντιεκπαιδευτική πολιτική. Συνδέεται άμεσα με την  προσπάθεια να ενισχυθεί η διαφοροποίηση, η πολυκατηγοριοποίηση, η δημιουργία  σχολείων πολλών ταχυτήτων. Δεν έχει καμία σχέση με την αναγκαία αναβάθμιση για  όλα τα σχολεία ανεξάρτητα από την περιοχή, τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες,  τη σύνθεση μαθητικού πληθυσμού. Στην πράξη, το «πρότυπο και πειραματικό» στοιχείο που στοχεύει η κυβέρνηση να καλλιεργήσει στα σχολεία αυτά είναι να ανοίγουν το δρόμο για την καθολική εφαρμογή των πιο αντιδραστικών και αντιεκπαιδευτικών πολιτικών, την πλήρη εφαρμογή της αξιολόγησης παντού, την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων.

Ο βασικός ρόλος της εκπαιδευτικής διαδικασίας θα πρέπει να είναι η  ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου όλων των παιδιών, ανεξάρτητα  από την οικονομική κατάσταση, τη φυλή, το χρώμα και τη θρησκεία. Αυτή πρέπει  να είναι η πραγματική πρόκληση του κάθε σχολείου και του κάθε εκπαιδευτικού και  στον τομέα αυτό χρειάζεται στήριξη και βοήθεια, οι οποίες δεν δίνονται. Αποτελεί  μεγάλη υποκρισία του Υπ. Παιδείας, όταν μετά από ένα χρόνο πανδημίας κι έχοντας  πραγματικά αφήσει χιλιάδες σχολεία, μαθητές και εκπαιδευτικούς κυριολεκτικά στην  τύχη τους, χωρίς κανένα ουσιαστικό μέτρο, να μιλά για «αριστεία» των λίγων.

Η αποδοχή αυτής της διαδικασίας θα έχει σοβαρές αρνητικές συνέπειες για τους μαθητές, τους γονείς τους αλλά και τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς:
1. Τα σχολεία αυτά θα διοικούνται από μια ειδική, πανίσχυρη Διοικούσα Επιτροπή (Δ.Ε.Π.Π.Σ.) που Θα αξιολογεί τα Πρ. – Πειρ. Σχ.  και θα αποφασίζει αν θα παραμείνουν Πρ. – Πειρ. .Σχ. ή αν θα εκπέσουν σε κοινά σχολεία. Η Δ.Ε.Π.Π.Σ. μεριμνά «για την προσέλκυση δωρεών, χορηγών και κάθε είδους παροχών», όπως αναφέρει ο νόμος, που διορίζεται εξολοκλήρου από το υπουργείο, και θα αποφασίζει για όλα τα ζητήματα των Πειραματικών και Πρότυπων σχολείων της χώρας, όπως: τον τρόπο επιλογής των μαθητών, την επιλογή των διευθυντών και των εκπαιδευτικών των σχολείων, για το ωρολόγιο πρόγραμμα, τη διδακτέα ύλη, τον τρόπο και τις μεθόδους διδασκαλίας, ακόμα και για τη χρηματοδότηση των σχολείων.

2.     Χάνεται η έννοια του σχολείου της γειτονιάς. Η επιλογή των μαθητών δε θα γίνεται σύμφωνα με τη διεύθυνση κατοικίας αλλά με κλήρωση.  Στα σχολεία αυτά επομένως καταργούνται τα γεωγραφικά όρια της περιοχής τους χάνοντας την χωροθέτησή τους ως προς το μαθητικό δυναμικό του  κάθε σχολείου. Γίνεται υποχρεωτική μετακίνηση των μαθητών στις όμορες σχολικές μονάδες, με τις όποιες συνέπειες στην ψυχολογία των μετακινούμενων μαθητών, στην εκπαιδευτική τους διαδικασία,  αλλά και στον οικογενειακό προγραμματισμό.

3. Στα σχολεία που θα γίνουν Πρ. – Πειρ. Σχ. χάνονται οι οργανικές θέσεις των εκπαιδευτικών που είναι οριστικά τοποθετημένοι  στο συγκεκριμένο σχολείο (άρθρο 19 παρ. 15 του Ν.4692/2021). Οι εκπαιδευτικοί στα  Πρ. – Πειρ. Σχ. θα τοποθετούνται όχι με οργανική θέση αλλά επί θητεία.  Στην πράξη αμφισβητείται γενικά η οργανικότητα, η σταθερή και μόνιμη εργασία. Το υπάρχον εκπαιδευτικό προσωπικό των σχολείων που θα μετατραπούν σε Πρότυπα και Πειραματικά θα έχει μια «περίοδο χάριτος» για να προσαρμοστεί, να «αυτομορφωθεί» και να μπει στην παρέα των «λίγων και εκλεκτών», αλλιώς θα χάσει και αυτό την οργανική του θέση. Αν αξιολογηθείς θετικά, μπορεί και να μείνεις (άρθρο 20, παρ. 4). Αν όχι, πας σε άλλο σχολείο,  όχι σε ΠΠΣ (άρθρο 20, παρ. 6), αλλά σε ένα από … “αυτά”, τα … “κανονικά”…

4.     Οι εκπαιδευτικοί αποδέχονται την ατομική αξιολόγησή τους και την επιχειρούμενη εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση της σχολικής μονάδας όπως αναφέρεται στο άρθρο 20 παρ. 3α του Ν. 4692/202: «αξιολογούνται οι εκπαιδευτικοί στην παιδαγωγική τους επάρκεια, όπως προκύπτει ιδίως από το βαθμό συμμετοχής τους στις δράσεις εσωτερικής αξιολόγησης του σχολείου…».

5.     Διδακτικό ωράριο σε αμφισβήτηση. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, που εκδίδεται μετά από εισήγηση της Δ.Ε.Π.Π.Σ., μπορεί να τροποποιείται το διδακτικό ωράριο των υπηρετούντων εκπαιδευτικών στα Π.Σ. και ΠΕΙ.Σ.. (παράγραφο 23 του Άρθρου 19).

6.     Ο χαρακτηρισμός δημόσιας σχολικής μονάδας ως Π.Σ ή ΠΕΙ.Σ. μπορεί να πραγματοποιηθεί και έπειτα από αίτηση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης (Διευθυντής Πρωτοβάθμιας ή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης), στην οποία υπάγεται η προτεινόμενη σχολική μονάδα. Και μάλιστα καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς.

7.     Τέλος, για τα σχολεία αυτά θεσμοθετείται η προσέλκυση χορηγών (άρθρο 23), η συμμετοχή του δήμου, του συλλόγου γονέων, συλλόγων αποφοίτων, αλλά και εξωσχολικών «προσωπικοτήτων» μέσω του Συμβουλίου στήριξης του σχολείου (Άρθρο 22). Αυτό αποφασίζει για θέματα που σχετίζονται με την προσφορά του σχολείου στην τοπική κοινωνία, μεριμνά για θέματα που σχετίζονται με την υλικοτεχνική υποδομή και τους οικονομικούς πόρους του σχολείου, καθώς και με την αξιοποίηση και διάθεση των οικονομικών πόρων της σχολικής μονάδας, πέραν όσων διαχειρίζεται η αρμόδια Σχολική Επιτροπή.

Καλούμε τον Διευθυντή Εκπαίδευσης να μην προχωρήσει στην πρότασή του για τη λειτουργία των σχολείων ως πειραματικά, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Συλλόγου Διδασκόντων και να σταθεί στο πλευρό των συναδέλφων. Με την τακτική του δυναμιτίζει το απαραίτητο και πολυπόθητο για το λειτούργημά μας πνεύμα συνεργασίας.