Η πλειοψηφία του Επιμελητηρίου βραχίονας ενός ενιαίου ανερμάτιστου πολιτικού κέντρου

Η πλειοψηφία του Επιμελητηρίου βραχίονας ενός ενιαίου ανερμάτιστου πολιτικού κέντρου

Η εκπροσώπηση των ανθρώπων, οι οποίοι τιμούν έναν υποψήφιο με την ψήφο προτίμησής τους, αποτελεί ύψιστη δημοκρατική ευθύνη. Η απόφαση μου να μη γίνει αποδεκτή η θέση

27
Νοεμβρίου / 2020

συμβούλου στο Επιμελητήριο της Κέρκυρας εδράζεται σε αυτήν ακριβώς την αρχή, η οποία πρέπει να υπηρετείται σε κάθε επίπεδο πολιτικής λειτουργίας.

Τα ευτράπελα, τα οποία παρακολουθεί το φιλοθεάμον κοινό το τελευταίο διάστημα, αποτελούν δυστυχώς μόνιμη κατάσταση τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο σε επίπεδο Επιμελητηρίου, αλλά σε πολλούς τομείς της τοπικής πολιτικής ζωής. Συνεπώς, ημεμονωμένη αναφορά στα του Επιμελητηρίου επικεντρώνει το πρόβλημα εσφαλμένα στα πιόνια και όχι στις κινητήριες δυνάμεις τους.
 
Είναι σαφές, ότι η πλειοψηφία του Επιμελητηρίου της Κέρκυρας αποτελεί παρακλάδι ενός ενιαίου πολιτικού κέντρου, το οποίο ευθύνεται εν πολλοίς διαχρονικά και πολυεπίπεδαγια την απογοητευτική κατάσταση της Κέρκυρας.
 
Το πολιτικό αυτό κέντρο εμφανίζει σε όλες τις εκφάνσεις του συγκεκριμένα, κοινά χαρακτηριστικά:

- θεσμικώς ανεπίτρεπτη χαλαρότητα και έλλειμμα σεβασμού στην εφαρμογή των νόμων, με συνέπεια σε σημαντικές υποθέσεις να εμφανίζονται νομικές εμπλοκές, ουσιαστικές καθυστερήσεις καιτελικά αναποτελεσματικότητα

- άρνηση ουσιαστικού πολιτικού διαλόγου, στη λογική του l’état, c’estmoi, με συνέπεια να καθίστανται πρακτικά αδύνατη η επίτευξησυναίνεσης και σύνθεσης απόψεωνμεταξύ δύο εκλογικών διαδικασιών 

- αδυναμία διατύπωσης σαφούς και διαυγούς πολιτικού σχεδίου,καθώςη όποια ενέργεια του πολιτικού προσωπικού εξαντλείται στην εφαρμογή τακτικών - και όχι πολιτικών -σχεδίων, με αποκλειστικό στόχο την εκλογική του επιβίωση. Ως ένα βαθμό θεμιτό, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα παρήγαγεθετικό αποτέλεσμα για τον τόπο και δεν θα λειτουργούσε απαγορευτικά για τη διαμόρφωση διεκδικητικού πλαισίου και στρατηγικού σχεδιασμού κοινής αποδοχής

- συστηματική απαξίωση κάθε τι συλλογικού, δημόσιου και κοινωφελούς, με στόχο την αποθάρρυνση των συμμετοχικών διαδικασιών, του ελέγχου των διαδικασιών από τους λίγους και εν τέλει, την θεσμική απαξία και παράδοση της δημόσιας σφαίρας σε ιδιωτικά συμφέροντα.

- απόλυτη εξάρτηση από την κεντρική εξουσία, με συνέπεια να μην είναι διεκδικητική έναντι της κεντρικής κυβέρνησης, εφόσον έχει ταυτιστεί με την στείρα υπηρέτηση των εκάστοτε κυβερνητικών επιδιώξεων. 
 
Η αντίδραση σε όλα τα παραπάνω δεν μπορεί παρά να στοχεύει στην προάσπιση των πολιτικών διαδικασιών επ’ ωφελεία του τόπου και των πολλών και να αντιστρατεύεται τις λογικές των ανερμάτιστων συγκυριακών ομαδοποιήσεων, χάριν της νομής της όποιας εφήμερης εξουσίας.

Η αντίδραση οφείλει και μπορεί να προέλθει από εκείνες τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις, οι οποίες:

  - είναι διεκδικητικές, με σαφές τοπικό στρατηγικό πλαίσιο, έναντι της κεντρικής διοίκησης, χωρίς να παρασύρονται σε τοπικιστικές και λαϊκιστικές κορώνες

- αποδέχονται την ανάγκη ύπαρξης των δομών της δημόσιας σφαίρας, χωρίς να διακατέχονται από αντιλήψεις κρατισμού και κρατικοδίαιτης συμπεριφοράς ή απροκάλυπτης εξυπηρέτησης απολίτικων ομάδων συμφερόντων

- βιώνουν την πολιτική ως αέναη συνθετική διαδικασία, η οποία έστω και αν περιλαμβάνει σκληρές ιδεολογικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις, παράγει ωστόσο αποτέλεσμα επ’ ωφελεία του συνόλου.
 

ΑΛΕΚΟΣ ΣΤΟΓΙΑΝΝΟΣ